Η ΓΥΝΑΙΚΑ
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)
Σουλιώτισσες
Δημοσιεύεται στο: «Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα 1971.

Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς στο λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομα τους μνέω.
(Διον. Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).

Οι ιστορικοί μας δεν θεώρησαν διόλου απαραίτητο ν΄ ασχοληθούν με τη συμβολή των γυναικών στον Αγώνα.
Και τούτη η αδικία έγινε, παρότι τόσο πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στα αμέσως επόμενα χρόνια, όταν το νεαρό Ελληνικό κράτος, πάλευε να οργανωθεί κουβαλώντας όλα τα προβλήματα που ακολούθησαν το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας, αγωνίστηκε πολύ σκληρά η γυναίκα.

Αγωνίστηκε η γυναίκα, όσο κι ο άνδρας.
Αγωνίστηκε παραστέκοντας τον, πολεμώντας δίπλα του, πολεμώντας στη θέση του, πολεμώντας μονάχη και σε πολλές περιπτώσεις παίρνοντας αποφασιστική και σωτήρια πρωτοβουλία η ίδια.
Τις περισσότερες πληροφορίες τις αντλούμε δυστυχώς από ξένους συγγραφείς κι ακόμα και τότε, είναι συγκεχυμένες σε πολλές περιπτώσεις, όπως συγκεχυμένες ή άγνωστες παραμένουν κι οι μορφές τους, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Μια Μπουμπουλίνα, ή μια Μαντώ Μαυρογένους…

Θα χρειαστεί να σκεφτούμε πολύ για να θυμηθούμε κάποιο άλλο όνομα από τα μαθητικά μας χρόνια.
Όμως έζησαν, πάλεψαν, πρωταγωνίστησαν σε στιγμές μεγαλείου γνωστές, ή ελάχιστα γνωστές, έδωσαν συγκλονιστικές μάχες, έγραψαν συγκινητικές σελίδες της ιστορίας , έστω κι αν κανένας στην Ελλάδα δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη δράση τους, στο βαθμό που τους αρμόζει.
Ακόμα κι ο Παπαρρηγόπουλος δεν αναφέρεται σ΄ αυτές.
Ο Δραγούμης περιγράφοντας την Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Τροιζήνα, αγνοεί επιδεικτικά τη σπουδαία Μαντώ Μαυρογένους κι από τους ιστορικούς του Σουλίου μόνο ο Περραιβός αναφέρεται στο ηρωικό δράμα των γυναικών.
Ωστόσο η δημοτική λαϊκή μας ποίηση, τραγούδησε τη γυναίκα του Αγώνα με εμπνευσμένα τραγούδια κι από τους Έλληνες ποιητές, ο Σολωμός αποθανάτισε στιγμές ηρωικές από το Ζάλογγο, το Μεσολόγγι, τα Ψαρά. Ο Σολωμός ύμνησε τις Ελληνίδες του Αγώνα και ιδιαίτερα τις Σουλιώτισσες στις στροφές του «Ύμνου της Ελευθερίας» και τις γυναίκες του Μεσολογγίου στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους».
Ξέχασαν φαίνεται, πως η Ιστορία είναι γυναίκα. Η Ελευθερία είναι γυναίκα. Η Τιμή, είναι γυναίκα. Η Αρετή, είναι γυναίκα. Η ίδια η Ελλάδα, είναι γυναίκα.


"Η Ελλάς ευγνωμονούσα"
Θεόδωρος Βρυζάκης

"Η Δόξα των Ψαρών"
Νικόλαος Γύζης

"Η Ελλάς στα ερείπια του Μεσολογγίου"
Ευγένιος Ντελακρουά

Άραγε ποιές ήταν; Πώς έζησαν, πώς πέθαναν, ποιές ήταν οι μάχες τους, η ζωή τους, τα αισθήματα, οι καημοί τους, τα κίνητρα κι ο χαρακτήρας τους;

Μια στιγμή συλλογισμού
Ράλλης Θεόδωρος

Μόλις το 1933 η Σωτηρία Αλιμπέρτη, συγγραφέας και ερευνήτρια, ενδιαφέρθηκε σοβαρά να τις ψάξει, κι ασχολήθηκε συστηματικά με τις ηρωίδες εκείνες γυναίκες.
Επίσης -αργότερα- ο ιστορικός της Ιατρικής Γεώργιος Κ. Πουρναρόπουλος, θα περιλάβει στα γραπτά του τη συμβολή των γυναικών στην περίθαλψη τόσο των αγωνιστών, όσο και του σκλαβωμένου λαού και στη δημιουργία των πρώτων νοσοκομειακών μονάδων την περίοδο του Αγώνα.

Αντίθετα, ξένοι ιστορικοί και περιηγητές της εποχής μίλησαν για κείνες. Και κάποιοι τους αφιέρωσαν λαμπρές σελίδες.
Μαρτυρίες για τη φιλοπατρία και τον ηρωισμό των Ελληνίδων παρέχουν αυτόπτες μάρτυρες, ποιητές, συγγραφείς, φιλέλληνες αγωνιστές, ιστοριογράφοι και ζωγράφοι.
Ο Pouqueville, στην τετράτομη ιστορία του της «Αναγέννησης της Ελλάδας» εκφράζει το θαυμασμό του για τον ηρωισμό των αυτών των γυναικών και τη βαθειά του συγκίνηση για τις θυσίες, τις κακουχίες και τα μαρτύρια τους.
Ο Ginouvier, έγραψε στο Παρίσι για την ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους, μέσα από πληροφορίες και αφηγήσεις που έφταναν σε κείνον από φιλέλληνες αγωνιστές, που είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν. Πολλοί ζωγράφοι θα εμπνευστούν από κείνες και θα τις αποτυπώσουν μέσα από διηγήσεις και μόνο.
Οι Γάλλοι Blancard και Fauriel, ο Άγγλος Eton, ο Γερμανός Bartholdy, οι Ιταλοί Ciampolini και Zechinni και Ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες του εξωτερικού, μιλούν και γράφουν για τις γυναίκες του Αγώνα, φιλέλληνες αγωνιστές, όπως ο Auguste Fabre κι ο Holland καταθέτουν το θαυμασμό τους, ο Scheffer κι ο Friedel, τις ζωγραφίζουν.

Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε το βαθμό και την ποιότητα της συμμετοχής των γνωστών και άγνωστων γυναικών στον Ελληνικό αγώνα, πρέπει όμως να δούμε και ποιά ήταν η θέση τους μέσα στην κοινωνία στα τέλη του 18ου και την ανατολή του 19ου αιώνα.
Τη θέση της γυναίκας λοιπόν την εποχή εκείνη καθόριζαν οι άνδρες.
Η Ελληνίδα ήταν θυγατέρα, αδελφή, σύζυγος και μητέρα.
Στις αποφάσεις, στη διοίκηση, στο δημόσιο βίο, δεν μετείχαν, αφού η ανατολίτικη τούρκικη αντίληψη, επικρατούσε και στη σκλαβωμένη Ελλάδα, επομένως οτιδήποτε διαφορετικό θα ήταν αδιανόητο.
Ακόμα και στην Εκκλησία, ο ρόλος της είναι ανύπαρκτος ή μηδαμινός, παρότι σε κείνην εμπιστεύεται τη μετάδοση της πίστης και τη μέριμνα για την επιβίωση του Ελληνισμού.

Μετά την Θεία Λειτουργία
Ράλλης Θεόδωρος

Στην εκπαίδευση, η γυναίκα λαμβάνει την κοινή παιδεία, τα βασικά γράμματα, αν και το σύνηθες για τις περισσότερες, είναι να μην κατέχουν ούτε καν αυτά.
Στην οικονομία όμως, έχουμε μιαν αξιόλογη συμμετοχή των γυναικών, αφού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι γυναίκες των αγροτικών περιοχών, συμμετέχουν στις αγροτικές καλλιέργειες και στην κτηνοτροφία, είτε βοηθητικά είτε και πρωταγωνιστικά- όταν έλειπαν οι άνδρες στα βουνά καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους, είτε όταν ταξίδευαν στο εξωτερικό για εμπορικούς λόγους. Μα τούτη είναι η εξαίρεση.

Μεσημεριανή ανάπαυση
Ράλλης Θεόδωρος


Η Ελληνίδα εργάζεται μέσα στο σπίτι, συνήθως στον αργαλειό και στο βελόνι για να καλύψει τις ανάγκες του νοικοκυριού της, να ντύσει, να ζεστάνει, να ομορφύνει, να στολίσει και να διαθέσει κι όσα μένουν από τα έργα της στη ντόπια αγορά, ώστε να ενισχύσει το φτωχικό της.
Στην οικογένεια, ο ρόλος της, περιορισμένος αλλά σημαντικός. Είχε τη φροντίδα του νοικοκυριού και την ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών.

Στην κοινωνία της εποχής, δύο κατηγορίες γυναικών υπάρχουν:
- Οι απλές γυναίκες του λαού, περιορισμένες στο σπίτι, σύζυγοι και μητέρες και
- Οι της προνομιούχου τάξης, οικογενειών δηλαδή με οικονομική, κοινωνική ή πολιτική υπεροχή, που είχαν μεγαλύτερη μόρφωση και δυνατότητες ν΄ αναπτύξουν την προσωπικότητα, τα ενδιαφέροντα και την εξέλιξη τους.
Οι καπετάνισσες, για παράδειγμα, λόγω του κοινωνικού και μορφωτικού τους επιπέδου, ζούσαν σ΄ έναν ευρύτερο κοσμοπολίτικο χώρο, διατηρούσαν διασυνδέσεις, ταξίδευαν στο εξωτερικό, είχαν ενημέρωση και πληροφόρηση για το τι συνέβαινε στην Ευρώπη.
Κάποιες γυναίκες διατηρούσαν σχέσεις με τη Φιλική Εταιρεία — παρότι ελάχιστες είχαν μυηθεί σ’ αυτήν, ήταν ενήμερες για τις νέες τάσεις που επικρατούσαν στην Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γνώριζαν και την Επανάσταση της Αμερικής.
Επίσης γνώριζαν την επαναστατική διακήρυξη του Ρήγα, που επηρεασμένη από την επίδραση των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και 1795, προέβλεπε τη χειραφέτηση των γυναικών, τη στρατιωτική θητεία τους και την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και για τα δύο φύλα.
Ανεξάρτητα όμως από όλα τούτα, στα τόσα χρόνια της σκλαβιάς, όταν κανένας δε γνώριζε αν θα ζει αύριο κι όταν η ζωή του σήμερα ήταν μια διαρκής κόλαση, όταν ο τούρκος όριζε και την αναπνοή τους, η Ελληνίδα κράτησε σεμνή και αυστηρή την οικογενειακή ζωή των Ελλήνων. Ήταν η σύζυγος, η μάνα, ήταν η δέσποινα του σπιτιού, που χάραζε βαθειά στην ψυχή των παιδιών κάθε νέας γενεάς την πίστη στο Χριστό, την αγάπη στην πατρίδα, την περιφρόνηση στη σκλαβιά και στο θάνατο.

Ελληνίδα
Johann Nepomuk Ender – 1821


Ο σεβασμός, η γενναιοψυχία, ο ηρωισμός, ο πόθος της ελευθερίας αποτελούσαν γνωρίσματα για όλες τις τάξεις, για όλα τα σπιτικά.
«Ηγιασμένη έστω η ψυχή των μητέρων εκείνων, αι οποίαι επί 400 έτη, τοσούτον ηρωισμόν αντέταξαν κατά της περικυκλούσης αυτάς ασελγούς των κατακτητών κτηνωδίας! Αι οποίαι αφού εστερήθησαν πάσαν βιωτικήν απόλαυσιν, εις έν και μόνον τον εαυτών βίον αφιέρωσαν, εις το να ανατρέφουν και να δωρίζουν κάθε φορά εις το έθνος, άνδρας αξίους του ανδρικού και του Ελληνικού ονόματος» (Δημ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων, τόμ. Α ΄, σελ. 24).
Η Ελληνίδα της Τουρκοκρατίας απέδειξε ότι για δώδεκα γενεές -κι αλλού για δεκαέξι, η σκλαβιά δε σκούριασε την Ελληνική ψυχή. Απέδειξε ότι ο οργανισμός της Ελληνικής φυλής δεν είχε νοθευθεί, δεν είχε φθαρεί, δεν είχε λυγίσει, εξακολουθούσε να διατηρείται με αξιοθαύμαστη αντοχή και να μεταφυτεύεται από γενεά σε γενεά, ώσπου ναρθει η άγια μέρα.

Μέσα από τα ιστορικά γεγονότα γεννιούνται δυο όψεις γυναικών της Επανάστασης:
- Οι ηγετικές γυναίκειες μορφές που πρωταγωνίστησαν στη μάχη, είτε ως καπετάνισσες είτε ως απλές πολεμίστριες.
- Οι απλές ανώνυμες Ελληνίδες, που έπαιξαν έναν επικουρικό και πιο παραδοσιακό ρόλο, αλλά πρόσφεραν εξίσου σημαντικά. Με θυσίες μεγάλες, με χέρια που κρατούσαν σφιχτά το ιερό κερί των αρχών, των αξιών, των παραδόσεων, αναμμένο. Που στάθηκαν στη σκιά προσφέροντας ό,τι μπορούσαν, που θυσιάστηκαν, αυτοκτόνησαν πριν ατιμαστούν, πρόσφεραν τα παιδιά τους στον Αγώνα ή τα πήραν μαζί τους στο θάνατο, μαζί στην Αθανασία.
Όλες συνέβαλαν ουσιαστικά στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους. Όλες.
Ανώνυμες ή επώνυμες.
Κι είναι τόσες, που δε φτάνει, όχι αυτή η σελίδα, αλλά ούτε τόμοι ολόκληροι για να μιλήσει κανείς γι΄ αυτές.
Εδώ θα αναφερθούμε σε ελάχιστες, τιμώντας την προσφορά τους.

Το 1475 η Λήμνος δέχθηκε την κατακτητική επίθεση των τούρκων, υπό την αρχηγία του Σουλεϊμάν πασά. Σώθηκε από μια νέα κόρη, την Μαρούλα Κλαδά που μόλις είδε τον αγαπημένο πατέρα της να σκοτώνεται από τους τούρκους, ζώστηκε τ΄ άρματά του και όρμησε εναντίον τους. Την ακολουθησαν συγκινημένοι και παρακινημένοι από την τόλμη της, οι συμπατριώτες της κι οι τούρκοι, έκπληκτοι και φοβισμένοι υποχώρησαν. Χάρη σ΄ εκείνη, η Λήμνος δεν έπεσε και συνέχιζε να παραμένει ελεύθερη.

Σεπτέμβριο του 1570 οι Τούρκοι κατέκτησαν την Κύπρο. Μετά την άλωση της Λευκωσίας, 2.000 νέοι και νέες αρπάχθηκαν και επιβιβάσθηκαν στα πλοία, για να πωληθούν δούλοι. Ανάμεσά τους και μία νεαρή Ελληνίδα, η Μαρία η Συγκλητική, καθώς δεν ήθελε να υποφέρει την ατιμία, αποφάσισε να εκδικηθεί τον κατακτητή κι έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της γαλέρας όπου εκρατείτο. Η γαλέρα και δυο πλοία που ήταν αγκυροβολημένα δίπλα της, ανατινάχθηκαν στον αέρα, τα πολύτιμα λάφυρα κατεστραμμένα, διασκορπίστηκαν στη θάλασσα και στον αέρα και η λεία της σκλαβιάς, έγινε παρανάλωμα της φωτιάς.

Ελισάβετ Υψηλάντη, η μητέρα των Υψηλάντηδων, η «Πρωτομάνα των Φιλικών» έρχεται πρώτη να χρηματοδοτήσει τον αγώνα που ετοιμάζεται. Στις 16/2/1821 στο αρχοντικό της συγκεντρώνονται οι Φιλικοί για να αποφασίσουν την στιγμή της εξεγέρσεως. Η ηθική και υλική συμβολή της Υψηλάνταινας είναι τόση, που ο Αλέξανδρος συγκινημένος λέει στους άλλους εταίρους: «-Γράψτε στο τέλος της διακήρηξης «φιλώ το χέρι της μητρός μου».

Μαριγώ Ζαραφοπούλα
Μια γυναίκα ξεχωριστή, απo τις λίγες που μυήθηκαν την Φιλική Εταιρία στις αρχές του 1821.
Γεννήθηκε στα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης κι εκεί άρχισε κι η δράση τόσο η δική της, όσο και του αδελφού της Χατζή-Βασίλη Σαράφη, προτού ο Ασημάκης Θεοδώρου προδώσει τα μυστικά της οργάνωσης στις οθωμανικές αρχές.
Ανέλαβε, χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της με διάφορους αξιωματούχους, να πληροφορηθεί λεπτομέρειες για το συμβάν, κι έφερε σε πέρας την αποστολή της με απόλυτη επιτυχία.
Την Μαριγώ, χρησιμοποίησαν πολλές φορές για τη μεταφορά πολύτιμων εγγράφων. Και ήταν πολλές οι φορές, που έδωσε χρήματα στην Εταιρία της Πόλης, πήρε μυστικά απ’ τους τούρκους και ταφερε στους Φιλικούς, έσωσε πατριώτες απ’ την προδοσία του Ασημάκη και φυγάδευσε στελέχη του αγώνα σε στιγμές κινδύνου, όπως βεβαιώνουν οι Π. Μαυρομιχάλης και Δημ. Ορλώφ (ήταν υπεύθυνη για την απόδραση των γιων του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που είχαν αιχμαλωτισθεί).
Συνεργάστηκε με τον Περραιβό, τον Παπαφλέσσα, το Χρυσοσπάθη και τον Αγγαλόπουλο.
Όταν αποκαλύφθηκε η συμμετοχή της στη Φιλική Εταιρεία, συνελήφθη, φυλακίστηκε και εξορίστηκε, ενώ ο αδελφός της καρατομήθηκε στις 23 Απριλίου 1823.
Μετά από απίστευτες ταλαιπωρίες, κατάφερε να φτάσει στην Ύδρα, φερνοντας μαζί της μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο διέθεσε για τις ανάγκες της Επανάστασης.
Έπειτα πήγε στην Πελοπόννησο, όπου χρησιμοποιήθηκε από τους Κολοκοτρώνη και Υψηλάντη ως κατάσκοπος εντός της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου.
Τα επόμενα χρόνια, χρηματοδότησε την εκστρατεία του Φαβιέρου στην Κάρυστο καθώς και την αντίστοιχη του Χατζημιχάλη Νταλιάνη στην Κρήτη.

Μεσούσης της Επανάστασης, παντρεύτηκε τον αξιωματικό Γεώργιο ή Θεόδωρο Στεφάνου, ο οποίος σκοτώθηκε μαχόμενος, κι απόκτησε μαζί του δύο παιδιά.
Η Ζαραφοπούλα δε λύγισε ούτε από τη αγχόνη του αδελφού, ούτε από τον άδικο χαμό του συζύγου της και συνέχισε τη δράση της, ώσπου τέλειωσε η σκλαβιά και μαζί κι η μεγάλη της περιουσία. Μόνη πια με τα δυο ανήλικα παιδιά της, συνέχισε τη ζωή της σαν όλους τους απλούς ανθρώπους, μα τα χρόνια που ακολουθούν είναι δύσκολα. Οι στερήσεις και οι ταλαιπωρίες τη γονατίζουν κι η αδιαφορία του κράτους την πληγώνει θανάσιμα. Οι επιτήδειοι προβάλλουν τίτλους για ηρωισμούς που δεν έκαναν και παίρνουν αποζημιώσεις και συντάξεις κι οι πραγματικοί αγωνιστές παραγκωνίζονται και ζητιανεύουν.
Πολλές φορές ζήτησε μια συνταξούλα, ένα κάτι ελάχιστο για να μπορέσει να σταθεί στην ζωή, αυτή και τα παιδιά της, μα αφέθηκε να πεθάνει σε έσχατη ένδεια χωρίς ν’ αξιωθεί μιας ελάχιστης αμοιβής για τις θυσίες που έκανε.
Κι ας είχε προσκομίσει στην εξεταστική επιτροπή τέσσερα πιστοποιητικά των Κολοκοτρώνη, Χατζηχρήστου, Νικηταρά που βεβαίωναν την δράση της.
Αυτά ευτυχώς σώθησαν για να μάθουμε κι εμείς λίγα πράγματα από την ζωή της. Αλλιώς θα έμενε κι αυτή άγνωστη.
Πέθανε άπορη μετά το 1865 (έτος κατά το οποίο αιτήθηκε σύνταξη από την Επιτροπή Εκδουλεύσεων).

Ευφροσύνη Νέγρη, εργάστηκε δυναμικά για τη διάδοση των ιδεών της Φιλικής Εταιρείας κι οπως λέει η συγγραφέας Παρρέν: « Ειργάσθη, προς διάδοσιν των κυοφορουμένων τότε φιλελευθέρων ιδεών και η αίθουσα της απετέλει το κέντρον των μυστικών συναθροίσεων των μεμυημένων ομογενών. Υπό τας μυροβόλους ανθοδέσμας των πολυτελών δοχείων, εκρύβοντο τα εγχειρίδια* και τα όπλα, τα οποία κρυφά και μεταξύ δύο φιλοφρονήσεων μετεβιβάζοντο εις τους ήρωας, οίτινες υπό τοιούτων γυναικών ενεθαρρύνοντο εις την ευγενή και μεγάλην απόφασιν να πληρώσωσι με το αίμα τους την ελευθερία της χώρας των»].

Μόσχω Τζαβέλα, γεννήθηκε το 1760 και αγωνίστηκε το 1792 εναντίον του Αλή Πασά, στη μάχη της Κιάφας, ως αρχηγός 400 Σουλιωτισσών. Όταν οι τουρκαλβανοί αποπειράθηκαν να αιχμαλωτίσουν τις Σουλιώτισσες, αυτές τους επιτέθηκαν και κατάφεραν να τους τρέψουν σε φυγή. Ο ηρωισμός της Μόσχως έχει απαθανατιστεί στα δημοτικά τραγούδια. Η Μόσχω μετά την καταστροφή του Σουλίου ακολούθησε το δρόμο προς την Πάργα και από κει στα Επτάνησα. Πέθανε το 1803.
Η Τζαβέλαινα ήταν η γυναίκα του ηρωικού αρχηγού των Σουλιωτών Λάμπρου Τζαβέλλα, η θρυλική Μόσχω Τζαβέλλα, μάνα του Φώτου Τζαβέλλα και γιαγιά του Κίτσου Τζαβέλλα (ήρωα της επαναστάσεως του 1821 και Πρωθυπουργού) και της Φωτεινής Τζαβέλλα (την οποία παντρεύτηκε ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Γέρου του Μοριά).

Λένω Μπότσαρη
Πεντάμορφη και περήφανη καπετάνισσα, που έκλεισε με 200 γυναίκες στα Τζουμέρκα του Σέλτσου, την τελευταία πράξη του δράματος του Ζαλόγγου.
Όταν καταδιωγμένοι Σουλιώτες, 1.148 ψυχές, με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη, κινήθηκαν προς την Άρτα και απάγκιασαν στο Μοναστήρι του Σέλτσου, κοντά στον Αχελώο ποταμό περικυκλώθηκαν κι αποκόπηκαν από το μοναστήρι- τη μόνη θέση όπου θα μπορούσαν να οχυρωθούν και να κρατήσουν ακόμη (16 Απριλίου 1804), καταλαβαν πως δεν απέμενε παρά να πεθάνουν γενναίως μαχόμενοι. Πέφταν κατά δεκάδες μπροστά στα μάτια των γυναικών, που από το ύψος του μοναστηριού, αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε μόνες τους να φροντίσουν για τον εαυτό τους. Όλες σπεύδουν ταχύτατα στο χείλος των απότομων βράχων, κάτω από τους οποίους ρέει ο Ασπροπόταμος, αποφασισμένες να γκρεμισθούν στα νερά του ποταμού. Αμύνθηκαν με μαχαίρια, πέτρες και ξύλα. Πολλές εσφάγησαν επί τόπου. Περί τις 160 και κατ' άλλους 200 έφθασαν στο χείλος των βράχων και γκρεμίστηκαν με τα παιδιά τους. Από τους 1.148 Σουλιώτες που ήρθαν από το Βουργαρέλι στο Σέλτσο, κατόρθωσαν να σωθούν 55 και κατ' άλλους 80 άνδρες και 2 γυναίκες, οι οποίοι αποσύρθηκαν στην Πάργα με τον ατρόμητο αρχηγό τους Κίτσο Μπότσαρη.
Μαζί τους και η Λένω, αδελφή του Γιάννη και του Μάρκου (του μετέπειτα μεγάλου Αρχηγού του Αγώνα). Πολέμησε γενναία στο Σέλτσο. στο πλευρό του αδελφού της Γιάννη.
Αφού σκοτώθηκε ο Γιάννης, κατάφερε να φθάσει κοντά στο θείο της, που πολεμούσε παρά τον Αχελώο. Πολεμώντας γενναία, σκότωσε πολλούς Τούρκους κι όταν πια περικυκλώθηκε, έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, για να μην πέσει στα χέρια τους.
Το τραγούδι της Λένως όμως έμεινε:

«Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι,
όλες την Άρτα πέρασαν, στα Γιάννινα τις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες,
κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν' πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
- Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.
- Κόρη, για ρίξε τ' άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
- Τι λέτε, μωρ' παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

Χάιδω Σέχου, με το σπαθί στο χέρι και πρώτη στη μάχη, υπερασπίστηκε το Σούλι.
Η Χάιδω, κόρη του του Γιαννάκη Σέχου, απόγονου γνωστής οικογένειας Σουλιωτών, υπήρξε ανιψιά της ηρωίδας Δέσπως Μπότση. Η Χάιδω, που προκαλούσε το θαυμασμό με την ομορφιά της, πολέμησε από το 1792 ως την ημέρα που έπεσε το Σούλι. ΄Επαιρνε μέρος με τους άντρες σε όλες τις μάχες και συμμετείχε συχνά στα συμβούλια των οπλαρχηγών του Σουλίου.
Οι Σουλιώτες ορκίζονταν στο σπαθί του Φώτου και οι Σουλιώτισσες στο όνομα της Χάιδως.

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, μετά την ήττα του το 1792, δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειες να καταλάβει το Σούλι. Βλέποντας ωστόσο πως οι προσπάθειές του δεν είχαν αποτέλεσμα, πρότεινε να δωροδοκήσει τους Σουλιώτες να φύγουν. Κι εκείνοι απάντησαν:

«Δεν απερνάει εδώ φλουρί,
δεν απερνάει ασήμι,
εδώ περνάει το σπαθί,
το κλέφτικο ντουφέκι,
όπου τρομάζει τη Τουρκιά».

Μετά την εκστρατεία του Αλή Πασά εναντίον του Σουλίου το 1803, η κατάσταση των Σουλιωτών έγινε αδιέξοδη. Παρότι οι μάχες διεξάγονταν με επιτυχία από τους Σουλιώτες, η πολιορκία στένευε τόσο,που αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή Πασά και ν΄αφήσουν τις εστίες τους. Ο Φώτος Τζαβέλλας και η Χάιδω Σέχου πέρασαν στην Κέρκυρα. Κατά μία εκδοχή, η Χάιδω πολέμησε με το βαθμό του ταγματάρχη, μαζί με τον Φώτο, στη μάχη της Νάπολης το 1805 κατά του Ναπολέοντα.

Η Αλεφάντω, που κάτω από την – κατ’ ανάγκη – ανδρική της ενδυμασία έκρυβε μια ψυχή που αψηφούσε κάθε είδος κινδύνου και κακουχίας, μεταδίδοντας θάρρος στους άντρες πολιορκημένους. Χήρα η ίδια, συνελήφθη κατά την έξοδο του Μεσολογγίου μαζί με την μικρή της κόρη.

Η δοξασμένη Παπαδιά Κουρκουμέλη
Μετά την κατάληψη του Ντολμά, το Αιτωλικό παραδόθηκε, κι ο Ιμπραήμ υποσχέθηκε στους κατοίκους ότι δεν τους πείραζε «πλην ενός» που θα ήταν πρόσωπο δικής του επιλογής.
Ενώ οι κάτοικοι έβγαιναν, ένας Αλβανός είδε μια ωραία γυναίκα και φώναξε «Αυτή είναι!».
Την πήραν και την πήγαν στην σκηνή του Ιμπραήμ
«Η νεανίς αυτή ήτον ο εξαιρεθείς του συμβιβασμού άνθρωπος»,
η Παπαδιά, η κόρη του Γιάννη Κουρκουμέλη, μνηστή του Τσερέπη, όταν ο Ιμπραήμ την πλησίασε ερωτικά, άρπαξε το γιαταγάνι του και μ΄ αυτό αυτοκτόνησε.

Μαργαρίτα Μπασδέκη, μια 20χρονη κοπέλα, που το 1878 έλαβε μέρος στη μάχη της Μακρινίτσας, η μορφή της επανάστασης του Πηλίου το 1878.
Η τουρκική δύναμη του Βόλου ήταν κανονικά 5.000 στρατιώτες, αλλά ο Ισκεντέρ Πασάς ζήτησε βοήθεια με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του να υπερβούν τις 10.000.
Η ατρόμητη Μαργαρίτα, τίθεται επικεφαλής των Ελλήνων πολεμιστών, που συνολικά είναι 70 γυναίκες και 300 άνδρες, και δίνουν μια άνιση μάχη με τέτοιο ηρωισμό και αυτοθυσία, που ο πασάς δεν την ξέχασε ποτέ.

Βασιλική Τζαβέλα, γυναίκα του Κίτσου Τζαβέλα. Έζησε την πολιορκία του Μεσολογγίου και πήρε μέρος στις μάχες. Άοπλη βγήκε μαζί με τους άλλους και πολέμησε με νύχια και δόντια, με το πρωτότοκο παιδί της, το Δημητρό στον ώμο και έγκυος. Μέσα στην μάχη της έπεσε το παιδί νήπιο δέκα μηνών και το πιασαν οι Τούρκοι αιχμάλωτο, για να το ανταλλάξουν αργότερα έναντι σαράντα Τούρκων. Μετά την έξοδο η Βασιλική παντρεύτηκε τον Κίτσο στο Ναύπλιο. Τον ακολούθησε πιστά σε όλες τις μάχες και τις περιπέτειες του βίου του. Μετά τον θάνατο του συζύγου της η Βασιλική εγκαταστάθηκε σε μια χωριάτικη καλύβα στην Κηφισιά. Έζησε βίο εγκρατή, διαθέτοντας αφειδώς το υστέρημά της για την βοήθεια των φτωχών και των πεινασμένων. Ήταν μια από τις τελευταίες εκπροσώπους της μεγάλης εκείνης γενιάς των ηρωικών γυναικών της επανάστασης του 1821. Απεβίωσε στην Κηφισιά στις αρχές Απριλίου 1882.

Δόμνα Βισβίζη(1784-1850)
Λιγότερο γνωστή θαλασσομάχος ηρωίδα, η Δόμνα Βισβίζη, αφοσιωμένη στη Μεγάλη Ιδέα της Φιλικής Εταιρείας, μυημένη, μάνα τεσσάρων παιδιών, έγινε καπετάνισσα και πολέμησε ηρωικά.
Γεννήθηκε στον Αίνο της Θράκης. Πήρε μέρος στην Ελληνική Επανάσταση μαζί με τον άνδρα της, Χατζή Αντώνη Βισβίζη, στις θαλάσσιες επιχειρήσεις του Αγώνα στο Άγιο Όρος, στη Λέσβο και στη Σάμο. Με το θάνατο του άνδρα της, η Δόμνα Βισβίζη ανέλαβε η ίδια τη διοίκηση του πλοίου και συνέχισε τη δράση της στην περιοχή της Εύβοιας. Εξοπλισε και συντηρούσε το πλοίο της «Καλομοίρα» με δικά της χρήματα για τρία χρόνια. Μετά το τέλος του Αγώνα, της παραχωρήθηκε μία μικρή σύνταξη. Πέθανε στον Πειραιά.

«Πουλάκι πόθεν έρχεσαι; Πουλάκι αποκρίσου.
Μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα
την όμορφη, τη δυνατή, την αρχικαπετάνα,
πούχει καράβι ατίμητο, το πρώτο μες στα πρώτα,
καράβι γοργοτάξιδο, καράβι τιμημένο,
καράβι που πολέμησε στης Ίμπρος το μπουγάζι».

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βεβαιώνει με έγγραφο του (Μάης 1822) πως η Δόμνα Βισβίζη έσωσε τους άνδρες του και τον ίδιο «δια της προμηθείας τροφίμων και πολεμοφοδίων, άνευ της οποίας ο στρατός του θα διελύετο».

“Η ευπειθεστάτη πατριώτισσα και δούλη, Δόμνα Βισβίζη“… Η υπογραφή της

Η μεγάλη Μπουμπουλίνα της θάλασσας!
Το όνομα της συμβολίζει ό,τι γενναίο έχει να επιδείξει η ιστορία της Ελληνίδας γυναίκας. Η παρουσία της πλανιέται στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Τριπολιτσάς, στο Άργος, στη Μονεμβασιά. Στα ελληνικά στρατόπεδα ξεσηκώνει τον ενθουσιασμό των παλληκαριών, εμψυχώνει, πολεμά στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, έφιππη και αρματωμένη ή όρθια πάνω στον «Αγαμέμνονα», το πρώτο πολεμικό σκάφος της Ελλάδας με τους Σπετσιώτες της.

Μαντώ Μαυρογένους, η ηρωίδα της Μυκόνου, πολέμησε και ανδραγάθησε στο νησί της, όπως και στην Εύβοια, στο Πήλιο και στη Φωκίδα. Είχε το βαθμό του Αντιστράτηγου, τεράστια διάκριση για την εποχή. Εάν δεν υπήρχαν οι μαρτυρίες των ξένων ιστορικών και φιλελλήνων, οι οποίοι είδαν και θαύμασαν τη γενναιοψυχία, τη φιλοπατρία και τη μοναδική αυταπάρνηση της εξαίσιας αυτής γυναίκας, τίποτα ίσως δεν θα γνωρίζαμε για τη Μαντώ Μαυρογένους. Οι Έλληνες ιστορικοί του περασμένου αιώνα την αγνόησαν.

Χαρίκλεια Δασκάλακη
Οι Κρητικές δεν υστέρησαν σε τίποτα. Η ηρωική καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκάλακη ανδραγάθησε στο Αρκάδι και ήταν η ψυχή της άμυνας του, ενώ τα τρία παιδιά της έπεσαν στις μάχες του 1866.
Η ηρωίδα ήταν κόρη, σύζυγος και μητέρα αγωνιστών. Ο σύζυγός της, Μιχαήλ Δασκαλάκης, ήταν απόγονος του Δασκαλογιάννη. Και οι τρεις γιοι της έπεσαν σε μάχες του 1866. Πρωταγωνίστησε στην πολιορκία του Αρκαδίου.
Οι οπλαρχηγοί που βρίσκονταν στην μονή, προεξάρχοντος του ηγούμενου Γαβριήλ και, όπως λένε μερικοί, με τη σύμφωνη γνώμη της Χαρίκλειας Δασκαλάκη, που συμμετείχε στα συμβούλια, αποφάσισαν να αντιταχθούν στην επίθεση του Μουσταφά Πασά μέχρις εσχάτων.
Την 8η Νοεμβρίου ο Μουσταφά μετέφερε από το Ρέθυμνο πυροβόλο μεγάλης ολκής, για να ρίξει τη σιδερένια πύλη της μονής. Άρχισε ο κανονιοβολισμός. Η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, κλεισμένη σε ένα κελί με το γιο της Κωνσταντίνο και άλλους πολεμιστές, πολεμούσε ακατάβλητη και εμψύχωνε με το θάρρος της τους άλλους.
Τρεις φορές έτρεξε και αναστήλωσε τη σημαία του οπλαρχηγού γιου της, την οποία ρίχναν τα βόλια του εχθρού. Την τέταρτη, αφού έσπασε το κοντάρι, δίπλωσε τη σημαία, τη φίλησε και την έκρυψε στην αγκάλη της.
Ενώ εκείνη πυροβολούσε αδιάκοπα τους εχθρούς, ξαφνικά εχθρική σφαίρα πληγώνει το γιο της. «Για τόσο μικρό πράγμα!», του λέει η Χαρίκλεια. Η φωνή της μητέρας δίνει δύναμη και ζωή στο γιο της. Σηκώνεται, παίρνει το όπλο του και αρχίζει πάλι να πυροβολεί. Τα φυσίγγιά τους εξαντλούνται.
Η Δασκαλάκη, με απίστευτη ψυχραιμία και θάρρος, ανοίγει την πόρτα του κελιού, τρέχει κάτω από χαλάζι σφαιρών προς το πτώμα Τούρκου στρατιώτη, παίρνει τα φυσίγγιά του και επανέρχεται. Από τους 950 πολιορκημένους στη Μονή γύρω στους 100 μόνο σώθηκαν.
Η ηρωίδα σώθηκε κι επέζησε. Ενώ συνελήφθη μαζί με το γιο της, ο οποίος φονεύθηκε από τους Τούρκους, η Χαρίκλεια κατόρθωσε να διαφύγει. Μετά την επανάσταση εμφανίστηκε στην Αθήνα, κι έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για την πολιορκία του Αρκαδίου και την αυτοθυσία των πολιορκημένων.
Η μόνη σωζόμενη φωτογραφία της, σε προχωρημένη ηλικία στην Αθήνα, χρησιμοποιήθηκε για να γίνει η προτομή της στην Αμνάτο, όπου και τιμάται η μνήμη της κάθε χρόνο.

Ένδοξη καπετάνισσα κι η Παντελιά Κωνσταντάκη από τη Μαλάξα, που διέπρεψε στην επανάσταση του 1897.

Η ηρωίδα Μανιάτισσα Κωνστάντια Ζαχαριά επί κεφαλής 250 παλληκαριών και λίγων γυναικών, αγωνίστηκε γενναία και ύψωσε στη Σπάρτη πρώτη τη σημαία της Επανάστασης δίνοντας το σύνθημα.

Η Σπαρτιάτισσα Σάββαινα, στο Βαλτέτσι, που διέτρεχε όλο το στρατόπεδο, και πολεμούσε πλάι στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τους άλλους οπλαρχηγούς.
Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα που τον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στο Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επανάστασης. Η Σταυριάνα τον έθαψε, οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Εκτός απ το Βαλτέτσι, διακρίθηκε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και στη μάχη των Τρικόρφων.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890:

Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου. Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα.
Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος».

Επί Καποδίστρια πάρα πολλοί αγωνιστές υπέβαλαν προς τη Συνέλευση αιτήσεις και ζητούσαν να ληφθεί και για αυτούς κάποια πρόνοια. Στη συνέλευση παρουσιάστηκε η ίδια η Σάβαινα «η ηρωική Μανιάτισσα που είχε ζωστεί όπλα και είχε λάβει μέρος σε πολλές μάχες». Στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις…»
Ο Καποδίστριας, για τις υπηρεσίες της, της έδωσε χορηγία και έβαλε τα παιδιά της στο ορφανοτροφείο που μόλις είχε συσταθεί. Ο Όθωνας όμως την εγκατέλειψε και ζούσε από τιςσυνδρομές των οικογενειών των αγωνιστών.
Όταν πέθανε το 1868 η κυρά Σάββαινα, έκαναν έρανο στο Ναύπλιο για να την θάψουν.

«Λάκαινά τις, Σταυριανή ονομαζομένη, εθελόπονος συστρατιώτης υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην και μετ’ αυτού συναποκλεισθείσα εν Βαλτετσίω, μόνη ετόλμα συνεχώς εξέρχεσθαι από του ενός εις τον άλλον προμαχώνα και διένειμεν πυριτιδοβολάς, όπου η ανάγκη εκάλει, βαδίζουσα ως ανήρ και ομιλούσα ως στρατιώτης» γράφει απομνημονευματογράφος του «21».

Ζαμπέτα Κολοκοτρώνη, πρωτοκαπετάνισσα και μάνα του Θόδωρου, παίρνει μέρος σε μάχες, εμψυχώνει άνδρες και γυναίκες και παρακινεί τα παιδιά της στον Αγώνα. Πολέμησε και στη Μάνη, στους πύργους της Καστάνιτσας. Υπήρξε σπουδαία σύζυγος και μητέρα, ο Θόδωρος της είχε απεριόριστο σεβασμό.
Κορυφαία μορφή, κόρη οπλαρχηγού, γυναίκα ήρωα και μάνα ηρώων! Μα και η ίδια ήταν προσωπικά ηρωίδα, αφού πολέμησε και ανδραγάθησε στους πύργους της Καστάνιτσας, όπου και σκοτώθηκε ο άνδρας της ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης. Γέννησε κι ανάστησε τον γέρο του Μωριά, καθώς υφίστατο την αγωνία και την μανία σκληρών καταδιώξεων. Το 1770 «3 Απριλίου, ημέρα της Λαμπρής, στο βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω», σημειώνει ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη Διήγηση συμβάντων της Ελληνικής φυλής.

Η Ρουμελιώτισσα Ασήμω Γκούρα, ηρωίδα στη μεγάλη πολιορκία της Ακρόπολης των Αθήνων (1826-27), γυναίκα του Φρούραρχου Γκούρα. Η Γκούραινα της Ακρόπολης.

Εκατοντάδες πολέμησαν σκληρά στις διάφορες φάσεις της Εθνεγερσίας, στρατιώτες φλογεροί, Κρητικές, Πελοποννήσιες, Ψαριανές, Χιώτισσες, Σουλιώτισσες.
Γυναίκες της Μακεδονίας, όπως η Καρατάσαινα και η Ζαφειράκη, που μαρτύρησαν κατά τον πιο τραγικό τρόπο για να μην αλλαξοπιστήσουν.
Μέσα από αυτές άντλησε δύναμη η Ελλάδα, χάρη σ αυτές έμεινε ζωντανή η πίστη κι η αφοσίωση στις πατροπαράδοτες αξίες, η αγάπη για την Πατρίδα, η προσήλωση στην Ορθοδοξία.

«Δεν τις βαραίνει ο πόλεμος», λέει ο Σολωμός,
«αλλ’ έγινε πνοή τους
κι εμπόδισμα δεν είναι,
στις κορασιές να τραγουδούν,
και στα παιδιά να παίζουν».

Στον Αγώνα, η Ελληνίδα δεν υστέρησε σε τίποτα. Παρά το απρόσφορο κοινωνικό περιβάλλον, ξεπέρασε τη θέση που της επεφύλασσε η εποχή της, τον παραδοσιακό της ρόλο, την ως τότε κοινωνική πραγματικότητα κι ανέλαβε το νέο ρόλο που της επέβαλλε η εθνική της συνείδηση, η υπερηφάνεια της και η πίστη στα μεγάλα ιδανικά.
Έτσι καταξιώθηκε ιστορικά, ακόμα κι αν πολλοί επέλεξαν να το αποσιωπήσουν. Η παρουσία της γυναίκας στην Ελληνική Επανάσταση έδωσε το μέτρο της αυτοθυσίας, της ετοιμότητας, του πατριωτισμού.
Πόσες γυναίκες δεν πρόβαλαν στη φωτιά τα στήθη τους, πόσες δεν έγιναν η ηρωική οπισθοφυλακή, που κι αν δεν άρπαξε τα όπλα, κήρυξε με βροντερή φωνή την ελεύθερη εθνική συνείδηση.
Ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της προεπαναστατικής Ελλάδας ήταν έτοιμος να ξεσηκωθεί, να συμπαρασταθεί, να συμπαραταχτεί πλάι στους άντρες, να πάρει τα όπλα, βάζοντας πιο πάνω κι από το μητρικό φίλτρο, την πατρίδα και τη λευτεριά.

Προσευχή πριν την θεία μετάληψη, Μέγαρα, 1890
Ράλλης Θεόδωρος

"Ελληνίδα Μάνα"
Cesare dell’Acqua – 1860

Όπως έγραψε ο Γάλλος ιστορικός Blancard:

«Στις Ελληνιδες οφείλεται ιδιαίτερη προσοχή και εκτίμηση… Κατά τον ιερό αγώνα της Ανεξαρτησίας,ατρόμητες όπως οι άνδρες, ρίχτηκαν στην πάλη, χωρίς καν ν’ αποβλέψουν όπως εκείνοι, στη δόξα. Ζήτησαν την αμοιβή τους στις ταλαιπωρίες, με την πεποίθηση πως θυσιάζονται για ό,τι είχαν προσφιλές. Ο Μιαούλης, ο Καραϊσκάκης, ο Κανάρης και τόσοι άλλοι ήρωες του ένδοξου αγώνα είχαν εφάμιλλες τη Μόσχω, τη Δέσπω, την Μπουμπουλίνα, την Κωνστάντια Ζαχαρία, τη Μαντώ Μαυρογένους. Οι γενναίες αυτές γυναίκες αγωνίσθηκαν με ανδρεία και ηρωισμό για την πατρίδα τους και έλαβαν το στεφάνι της δόξας ή τη δάφνη του μαρτυρίου και τον ένδοξο θάνατο».

«Διαμάντω» του ομώνυμου κλέφτικου τραγουδιού:

«Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρ­μένη,
ποιος είδε κόρη όμορφη στα κλέφτικα ντυμένη;
Δώδεκα χρόνους έκανε αρματολός και κλέφτης,
κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν η Διαμάντω.
Μια μέρα και μιαν εορτή και μια λα­μπρήν ημέρα
βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρίξουν το λιθάρι
κι όπως έπαιζαν το σπαθί, και ρίχναν το λιθάρι,
εκόπη το θηλύκι της κι εφάνη το βυζί της […]».

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών, που μοιράζονταν τα ίδια χαρίσματα με τους άνδρες συμπατριώτες τους.
Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούσαν αρματωμένες τους Αλβανούς του Αλήπασα.
Διακρίνονταν για τη φιλοπατρία τους και αγωνίζοντουσαν μέχρις εσχάτων αψηφώντας το θάνατο και δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς.
Συνόδευαν τους άνδρες στον πόλεμο. Μετέφεραν τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια και στην ανάγκη πολεμούσαν μαζί τους. Εάν κάποιος Σουλιώτης δείλιαζε ήταν πρώτες αυτές που τον προσέβαλλαν με ύβρεις και φώναζαν ότι είναι ανάξιος να έχει ή να βρει γυναίκα. Πολλές φορές του αποσπούσαν βίαια τα όπλα που ανάξιο τον θεωρούσαν να τα φέρει.
Η Σουλιώτισσα ήταν υπεύθυνη της δειλίας του ανδρός της και την τιμωρούσαν γι' αυτήν, καθώς η γυναίκα του δειλού, έπαιρνε νερό στη βρύση τελευταία και μπορούσε να σταματήσει το κακό είτε εγκαταλείποντας τον, είτε πείθοντας τον να υπερβεί εαυτόν μ΄ ένα σπουδαίο ανδραγάθημα.
Καλοκαίρι του 1792, για μια ακόμη φορά ο Αλή πασάς, κίνησε κατά του Σουλίου. Είχε λησμονήσει την ήττα του 1791. Ιούλιο του 1792, 400 Σουλιώτες με αρχηγό τον Γιώργη Μπότσαρη (παππού του Μάρκου) ,Τούρκους σκότωσαν 3.000 και σε κείνη τη μάχη διακρίθηκαν πολλές γυναίκες και μικρά παιδιά κι η απάντηση ήταν τούτη:

«Δεν είν' εδώ το Χόρμοβο,
δεν είν' η Λαμποβίτσα,
εδώ είν' το Σούλι το κακό,
εδώ είν' το Κακοσούλι,
που πολεμούν μικρά παιδιά,
γυναίκες σαν τους άνδρες,
που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλικάρι.».


Σουλιώτισσες
Ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895)

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων του 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση.
Τη γυναίκα – ηρωίδα, που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά και με τόσο τραγικό τρόπο τη «γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα»:

«Στη στεργιά δεν ζει το ψάρι
ούτ’ ανθός στην αμμουδιά
κ’ οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά».

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το Δεκέμβριο του 1803,όταν η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο για να μην παραδοθούν στον εχθρό;
Ο ηρωισμός της άλλωστε, έγινε δημοτικό τραγούδι:

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ουδέ σε χαροκόπι.
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο:
«Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».
«Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».
Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε»,
και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.

Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Σέχου-Μπότση, η Δέσπω Φώτου Τζαβέλα, η Ελένη Μπότσαρη, η Χρυσούλα Μπότσαρη και οι κόρες της Βασιλική και Αικατερίνη, αλλά και πολλές άλλες, τίμησαν την πατρίδα με την ηρωική στάση τους στις κρίσιμες για το Σούλι εποχές του διωγμού του Αλή πασά, αλλά και στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.
Τη δράση της Μόσχως Τζαβέλλα τραγούδησε ο ποιητής λαός:

«Κοπέλες απ' τα Γιάννινα, νυφάδες απ' το Σούλι
τα μαύρα να φορέσετε, στα μαύρα να ντυθείτε.
Το Σούλι θα χαρατσωθεί, χαράτσι θα πληρώσει.
Τζαβέλαινα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνη.
Παίρνει και ζώνει το σπαθί και βάνει το ντουφέκι.
Παίρνει μολύβια στην ποδιά, στερνάρια στο ζωνάρι,
και κάνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.
- Άιστε, παιδιά Σουλιώτικα, παιδιά Σουλιωτοπαίδια».

Στη διάρκεια της Επανάστασης, οι γυναίκες ως άμαχος πληθυσμός γίνονται θύματα της θηριωδίας του κατακτητή και υφίστανται την εκδικητική μανία του. Ύστερα από κάθε καταστροφή ακολουθούν φοβερές λεηλασίες και αιχμαλωσίες.
«Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε προς τη Levant Company ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Φράνσις Ουέρι (Francis Werry).

Μοίρα σκληρή, που τη μοιράστηκαν τα γυναικόπαιδα όλης της Ελλάδας. Της Μακεδονίας, της Κρήτης, των Κυδωνιών, της Κάσου, των Ψαρών. Ανάμεσα στις Ψαριανές που κατάφεραν να σωθούν από το κύμα της τουρκικής θηριωδίας και μανίας ήταν η Δέσποινα Μανιάτη – Κανάρη, η αγαπημένη σύζυγος του πυρπολητή Κωνσταντή Κανάρη. Καθώς γνώριζε πολύ καλό κολύμπι, έπεσε στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά της, ώσπου επιβιβάστηκε σε πλοίο και κατέφυγε με την οικογένειά της στην Αίγινα. Η Δέσποινα Κανάρη, πολύτιμη σύντροφος και συμπαραστάτης του γενναίου άντρα της, ήταν από τις ευγενικές γυναικείες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η παρουσία της πάντοτε είλκυε την προσοχή και το θαυμασμό των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν τότε την επαναστατημένη Ελλάδα.
Ο Πέκιο, που την πρωτοσυνάντησε στο σπίτι τους στην Αίγινα, σημειώνει τις πρώτες του εντυπώσεις: «Ενώ μιλούσαμε με τον Κανάρη, η σύζυγός του, με μητρική στοργή, θήλαζε ένα μωρό τριών μηνών, ονομαζόμενο Λυκούργο. Η μητέρα είναι Ψαριανή, με ωραίο σώμα, σοβαρή, με πρόσωπο γεμάτο μετριοφροσύνη – σωστή Αθηνά».

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα, στη μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, στην περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Όταν αποφασίζεται η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826) μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά . Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη όπως και οι άνδρες της Εξόδου κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

Η αιχμαλωσία
Ράλλης Θεόδωρος

Αυτή η περιορισμένη γυναίκα λοιπόν με την ελεγχομένη ζωή, έδωσε δείγματα μεγαλείου και επαναστατικής ετοιμότητας.
Πάλεψε στην πρώτη γραμμή της μάχης, με την ίδια υψηλή συνείδηση, τα ίδια ιδανικά, την ίδια παλληκαριά με τον άνδρα.
Θυσιάστηκε όπως κι εκείνος για την τιμή και τη λευτεριά, κι είναι αυτή, η μάνα που ανάθρεψε και γαλούχησε ήρωες.

Ιερά κειμήλια
Ράλλης Θεόδωρος

Η προσφορά της Ελληνίδας στον Αγώνα του 1821-1829 για την ανεξαρτησία είναι μεγάλη και πολλαπλή. Η δράση της, οι ηρωικές της πράξεις, αποκαλύπτουν έναν κόσμο αξιών, ιδανικών και αλτρουισμού που κανείς δεν φανταζόταν ότι έκρυβε μέσα της.
Μπόρεσε να αναλάβει υπερήφανα τις ευθύνες που η πατρίδα απόθεσε στους ώμους της και να αναδειχθεί σε όλα τα επίπεδα όταν οι καιροί το απαίτησαν.

Είναι η ίδια γραμμή αίματος που ξεκινά από την αρχαιότητα, γεφυρώνεται με το 1821, περνά στα αλβανικά βουνά το 1940, και φτάνει ζωντανή κι ολοκόκκινη ως τις μέρες μας. Κληρονομιά του κεφαλομάντηλου που γίνηκε σημαία και μπαϊράκι όταν χρειάστηκε και θα γίνει και πάλι αν χρειαστεί.