Σημαιες και λαβαρα στα χρονια της επαναστασης

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)

Σημαίες και Λάβαρα του Αγώνα

Η ιστορία της ελληνικής σημαίας αρχίζει από τους χρόνους της ΄Αλωσης.
Δεμένη με τον ασίγαστο πόθο του υπόδουλου Ελληνισμού για τη λευτεριά του, διαμορφώνεται στα χρόνια του Αγώνα, αλλάζει ίδια μένοντας ως το πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν.
Σ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, υπήρχαν επαναστατικά κινήματα.
Ανοργάνωτα και ασυντόνιστα καταπνίγονταν στο αίμα, μα οι εξεγέρσεις συνεχίζονταν έως την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Οι Έλληνες δεν περίμεναν 400 χρόνια.
Οι Έλληνες δεν σταμάτησαν ποτέ να πολεμούν.

Οι εξεγέρσεις τους:

1457 - 1472: Εξέγερση στη Μάνη το 1457 από τον Βησσαρίωνα
1466, Αύγουστος. Εξέγερση στην Πάτρα υπό τον μητροπολίτη Πατρών Νεόφυτο.
1479 - 1481: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τον Κροκόδειλο Κλαδά στη Μάνη και Θεόδωρο Μπούα στο Άργος, καθώς και στη Μακεδονία.
1492 - 1496: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τον αρχιεπίσκοπο Δυρραχίου, Ανδρέα Παλαιολόγο, Κωνσταντίνο Αριανήτη στην Ήπειρο και Θεσσαλία. Ακολούθησε σφαγή Ελλήνων και λεηλασία της χώρας.
1501: Ελληνική επαναστατική απόπειρα Ελλήνων κατά Τούρκων από Ευρωπαίους ηγεμόνες.
1503: Ελληνική επαναστατική απόπειρα κατά Τούρκων από τον Μάρκο Μουσούρο.
1525: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τον Ιάννο Λάσκαρη.
1531: Επαναστατική απόπειρα στη Ρόδο και σφαγή του μητροπολίτη Ευθυμίου και άλλων.
1532. Επανάσταση στην Πάτρα με τη βοήθεια του ισπανικού στόλου υπό την ηγεσία του Ανδρέα Ντόρια.
1565: Ελληνική επαναστατική απόπειρα στην Ήπειρο για το παιδομάζωμα.
1571: Μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (7 Οκτ. 1571), οι Έλληνες σε πολλά μέρη επαναστατούν με την υποκίνηση και των δυτικών δυνάμεων. Οι δυτικοί όμως δεν πρόσφεραν ουσιαστική βοήθεια κι οι εξεγέρσεις κατανικήθηκαν σε λίγους μήνες. Εξεγέρσεις το 1571 έγιναν στην Ήπειρο, τη Μακεδονία (Χαλκιδική, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Αχρίδα, Μπλάτσι, Κατράνιτσα) και στα νησιά από τους Μελλησινούς. Ακολούθησαν σφαγές στην Παρνασσίδα, Μακεδονία, Πελοπόννησο, τον Άθω και στα νησιά. Επανάσταση έγινε και στην Πάτρα υπό την ηγεσία του Παλαιών Πατρών Γερμανού Α' και προκρίτων.
1583: Εξέγερση Βόνιτσας-Ξηρομέρου στην Ήπειρο, Αιτωλία, Ακαρνανία από τους Θεόδωρο Μπούα - Γρίβα, Πούλιο Δράκο, Μαλάμο.
1600: Εξέγερση του μητροπολίτη Λαρίσης και Τρίκκης Διονύσιου και του μητροπολίτη Φαναρίου Σεραφείμ στη Θεσσαλία.
1609: Ελληνική επαναστατική απόπειρα 1609 στην Κύπρο και τη Μάνη.
1611: Εξέγερση στην Ήπειρο από το Διονύσιο το Φιλόσοφο.
1659. Εξέγερση χωριών της Μεσσηνίας, Λακωνίας και Αρκαδίας με τη βοήθεια του ενετικού στόλου υπό τον Μοροζίνη. Στο δεύτερο ήμισυ του Μαρτίου καταλαμβάνεται για λίγο η Καλαμάτα. Ηγετικό ρόλο έπαιξαν δύο ιερείς.
1659 - 1667: Ελληνική επαναστατική απόπειρα στη Μάνη.
1684 - 1688: Έκτος Βενετοτουρκικός πόλεμος και κατάληψη Αιτωλοακαρνανίας, Πελοποννήσου και Αθηνών με αρχηγό τον Φραντζέσκο Μοροζίνι. Στις εχθροπραξίες συμμετείχαν Έλληνες οπλαρχηγοί, με κυριότερο τον Μεϊντάνη στην Ανατολική Στερεά, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία.
1696 - 1699: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τον Γερακάρη και άλλους .
1705: Εξέγερση της Ημαθίας υπό τον αρματωλό Ζήση Καραδήμο για το παιδομάζωμα.
1716: Ελληνική επαναστατική απόπειρα στη Μακεδονία (Κοζάνη, Βόιο, Εορδαία, Κιλκίς κ.α.) υπό τον μητροπολίτη Ζωσιμά Ρούση.
1717: Ελληνική επαναστατική απόπειρα στην Ακαρνανία από τον Τσεκούρα.
1749: Ελληνική επαναστατική απόπειρα στη Μακεδονία και τις Βόρειες Σποράδες.
1766 - 1770: Ορλωφικά από τους Γ. Παπάζωλη, Π. Μπενάκη, Α. Ψαρό, Ν. Φορτούνη, Σπ. και Ι. Μεταξά, Χρ. Γρίβα, Στ. Γεροδήμο, Σουσμάνη, Κομνά Τράκα, Μητρομάρα, τους Νοταράδες, Γ. Ζιάκα, Άκ. Χατζημάτη και Ι. Φλώρο. Προδοσία των Ορλώφ και σφαγές Ελλήνων στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα.
1770 - 1771: Ελληνική εξέγερση στα Σφακιά της Κρήτης υπό το Δασκαλογιάννη.
1788 - 1792: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τους Λάμπρο Κατσώνη και Ανδρέα Ανδρούτσο με ταυτόχρονη εξέγερση σε Βορειοδυτική Μακεδονία (περιοχές Κορεστίων, Περιστερίου, Μοριχόβου).
1806 - 1807: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Νικοτσάρα, τους Λαζαίους, Γεώργιο Τζαχίλα, Βασίλειο Ρομφέη και τον Νικόλα Τσάμη.
1808: Ελληνική επαναστατική απόπειρα από τους Ευθύμιο, Θεόδωρο και Δημήτριο Βλάχο, Νικοτσάρα, και τους Λαζαίους.
1821 - 1828 ή 1830: Ελληνική Επανάσταση του 1821.

ΠΡΙΝ ΤΟ ΄21

Σ΄ όλες αυτές τις επαναστάσεις, υψωνόταν κι από μία σημαία, που συνήθως ήταν ένα αυτοσχέδιο δημιούργημα επινόησης του εκάστοτε αρχηγού. Όλες όμως είχαν κοινά χαρακτηριστικά και κύριο γνώρισμα το σταυρό. Το λαϊκό αίσθημα συνέδεε το έθνος και την ελευθερία, με τη θρησκεία και το σταυρό.
Αλλά και στις επαναστάσεις που υποκινήθηκαν από εξωτερικούς παράγοντες, κοντά στη σημαία του Αγίου Μάρκου ή τη λευκή Ρωσσική ή την τρίχρωμη Γαλλική ή την ερυθρόλευκη των Ιπποτών της Ρόδου, οι επαναστατημένοι Έλληνες είχαν πάντα και τις δικές τους σημαίες με το σταυρό, κι αυτές ακολουθούσαν.


Σημαία του καπετάν Τζιουβάρα το 1770, στην άλλη πλευρά είχε προσθέσει την εικόνα της Παναγίας. Την ίδια σημαία χωρίς τον Χριστό σήκωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι στην υποκινούμενη επανάσταση από την Ρωσία το 1769.

Αναπαράσταση σημαίας των Φαναριωτών στη Βλαχία κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Σημαία της Θράκης και της Ρωμυλίας και των περιοχών γύρο από την Κωνσταντινούπολη.

Το 1665 οι αδελφοί Καλλέργη πάνω στο οικόσημο τους που ήταν πέντε γαλάζιες και 4 άσπρες λωρίδες έβαλαν τον λευκό σταυρό πάνω σε γαλάζιο φόντο με την επιγραφή "εν τούτω νίκα".

Οι πρώτοι που παρουσιάζονται με σημαίες στα χρόνια της δουλείας είναι οι Σπαχήδες της Ηπείρου. Στους χριστιανούς αυτούς στρατιώτες - ιππείς, που είχαν συνθηκολογήσει κατά την κατάκτηση, είχαν παραχωρηθεί προνόμια από τους Τούρκους, με την απαράβατη όμως υποχρέωση να εκστρατεύουν όταν ο Σουλτάνος τούς καλούσε.


Η λευκή σημαία με γαλάζιο σταυρό και τον Άϊ Γιώργη στο κέντρο είχαν οι Σπαχήδες από το 1430 έως το 1640. Παρόμοια σημαία αλλά με τον σταυρό μέσα σε δάφνες χρησιμοποιούσαν οι Σουλιώτες.

Οι Σπαχήδες συγκεντρώνονταν στα Γιάννενα με τις χριστιανικές τους σημαίες, που έφεραν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και έφθαναν έως την Πίνδο, όπου στρατολογούσαν. Όταν όμως υπερέβαιναν τα όρια της περιοχής, δίπλωναν τις σημαίες τους κι ακολουθούσαν τις οθωμανικές.

Την εποχή, ωστόσο, του σουλτάνου Μουράτ Δ' αποφασίστηκε ο εξισλαμισμός των ελλήνων σπαχήδων. Στα χρόνια που ακολούθησαν, άλλοι εξισλαμίστηκαν κι έχασαν τις σημαίες τους, άλλοι εξοντώθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στις βενετσιάνικες κτήσεις και τα νησιά.
Είναι οι μετέπειτα ονομαστοί Έλληνες Στρατιώτες στη Δύση (Stradiotί), που διακρίθηκαν ως μισθοφόροι. Οι έφιπποι αυτοί λογχοφόροι, με ακόλουθους πεζούς αλλά και ελαφρύ ιππικό, έφεραν δόρυ μακρύ με σιδερένια αιχμή ύψους μιας πιθαμής και μικρή τριγωνική σημαία, μονόχρωμη ή δίχρωμη με σταυρό- το βυζαντινό φλάμουλο (από το λατινικό flαmmυlum), δηλαδή σημαία με το σχήμα και το χρώμα της φλόγας.

Κατά την Τουρκοκρατία, αναπτύχθηκε ο αρματολισμός. Αρματολοί και κλέφτες είχαν τις σημαίες τους, τα φλάμπουρα και τα μπαϊράκια.

Η λέξη Μπαϊράκι προέρχεται από την τουρκική (bayrak), κι αυτή εκ παραφθοράς από την περσική: Μπαϊράκ (= Σημαία), που σημαίνει μικρό λάβαρο, ή σημαία μικρή, εξ ου και Μπαϊρακτάρης (= ο Σημαιοφόρος), και αυτό εκ παραφθοράς του μπαργιάκ + νταρ (σημαία + ο φέρων).

Μπαϊράκια κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας, καλούνταν οι ειδικοί στρατιωτικοί επισείοντες που χρησιμοποιήθηκαν από τα αντάρτικα σώματα, κυρίως ως διακριτικό ομάδων της κλεφτουριάς, αλλά και στα αρματολίκια.
Οι σημαντικότεροι οπλαρχηγοί και αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Ζαχαριάς, ο Βλαχάβας κ.ά. είχαν ο καθένας χαρακτηριστικό μπαϊράκι με ιδιαίτερα χρώματα ή γράμματα προκειμένου ν΄ αναγνωρίζονται μεταξύ τους τα ένοπλα σώματα του καθενός.
Το μπαϊράκι αυτό, ή και φλάμπουρο λεγόμενο, σήκωνε ο ανδρειότερος της ομάδας που ονομάζονταν μπαϊρακτάρης ή φλαμπουριάρης.
Με τον καιρό ο χαρακτηρισμός αυτός έγινε πατρωνυμικό επίθετο, (π.χ. Δημήτριος Μπαϊρακτάρης) και ονομασία περιοχών.
Τα φλάμπουρα ήταν συνήθως μονόχρωμα - και κάποια ελάχιστα δίχρωμα υφασμάτινα σήματα, κατά το βυζαντινό φλάμουλο, που έφεραν σταυρό και είχαν τριγωνικό σχήμα, δηλαδή το σχήμα της φλόγας. Μ΄ αυτά παρουσιάζονταν οι αρματωλοί στις γιορτές και τα πανηγύρια, αντίθετα τα μπαϊράκια, οι πολεμικές τους σημαίες, αποτελούσαν τα κυρίως πολεμικά σήματα αναγνώρισης των διαφόρων μονάδων. Ήταν συνήθως δίχρωμα: το κόκκινο κυριαρχούσε, σε συνδυασμό με το κυανό ή το λευκό, κι είχαν πάντα σταυρό.
Αλλά και οι θαλασσινοί καταδρομείς, οι καραβοκύρηδες και θαλασσομάχοι της εποχής είχαν τις σημαίες των πλοιαρίων τους, τις παντιέρες όπως τις ονόμαζαν. Ο όρος παντιέρα, κατά τον όρο της σημαίας, δηλαδή παραλληλογράμμου σχήματος.
Απόηχος εκείνων των πανηγυριών είναι ο σημερινός ακολουθούμενος εξωτερικός στολισμός των εκκλησιών με φλάμπουρα, την ημέρα της εορτής των.

Το λάβαρο πάλι, ήταν κομμάτι υφάσματος κρεμασμένο σε ιστό που έφερε παραστάσεις και εμβλήματα ή πανί με περίτεχνη διακόσμηση που περιφερόταν σε θρησκευτικές πομπές.

Το πιο γνωστό και αναγνωρίσιμο, το ιστορικό ιερό Λάβαρο της Αγίας Λαύρας, συνδεδεμένο με την κήρυξη της Επαναστάσεως στη Μονή της, κατά την 21η Μαρτίου έτους 1821, με το νέο ημερολόγιο ή την 8η με το παλιό. Φυλάσσεται στην Άγια Λαύρα ως μεγίστης αξίας εθνικο-θρησκευτικό κειμήλιο και ως πολύτιμος θησαυρός μοναδικής σπουδαιότητας και σημασίας.
Φιλοτεχνήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας περί τα τέλη του 16ου αιώνα, ίσως έπειτα από σχετική παραγγελία της Μονής ή κάποιου άλλου χριστιανού, ώστε να υπάρχει μια Ιερή Παράσταση της Κοιμήσεως της Θεομήτορος ειδικά για τη Μονή, επειδή την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου τιμά η Βασιλική και Πατριαρχική Μονή της Αγίας Λαύρας.

Το ιερό Λάβαρο έφθασε στη Μονή κατά τα έτη της Ηγουμενίας του Αρχιμανδρίτου Τιμόθεου Βερίτη, ο οποίος έγινε Ηγούμενος και έλαβε την Ηγουμενική ράβδο κατά το έτος 1735 μ.Χ.


Σημαία-λάβαρο της Επανάστασης του 1821. Είναι διακοσμημένη με κεντητές παραστάσεις του Αγίου Γεωργίου και του προφήτη Ηλία. Ανήκε στον Αγωνιστή Ηλία Μπισμπίνη απο το Μυστρά.

Τo λάβαρο της Ανάστασης και της Επανάστασης, στο Πήλιο Κατασκευάστηκε στο Βουκουρέστι στα 1815 από τους αδερφούς Κωνσταντίνο και Δημήτριο δαπάναις του Ιωάννη Δήμου και των παιδιών του.


Λάβαρο Ηπείρου. Λάβαρο από την Βόρειο Ήπειρο. Φέρει τέσσερις ερυθρούς Βυζαντινούς Δικεφάλους Αετούς στις τέσσερις γωνίες και Σταυρό κυανό στο κέντρο. Διαστ.: 1,30 Χ 1,30.

Σημαία–λάβαρο με την παράσταση της Ελλάδας στη μορφή της θεάς Αθηνάς και την επιγραφή: Ή EΛEYΘEPIA Ή ΘANATOΣ. Αρχικά ανήκε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος την προσέφερε στον Kωνσταντίνο Δραγώνα, που υπηρέτησε τον Ιερό Αγώνα, διευκολύνοντας τις επαφές των Ελλήνων με την αγγλική διοίκηση (ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ).

Λάβαρο Πάργας. Από κόκκινο μετάξι ζωγραφισμένο με λάδι και από τις δύο πλευρές, όπου εικονίζονται η Παναγία και το θείο βρέφος με χρυσά άστρα. Επάνω στη σημαία διακρίνονται σημάδια από σφαίρες Τούρκων.

Το Λάβαρο των Μακεδόνων στη Μάχη της Ρεντίνας το 1821.
H Μάχη της Ρεντίνας διεξήχθη στα Στενά της Ρεντίνας, στην Κεντρική Μακεδονία. Το λάβαρο ύψωσε στις 17 Μαΐου 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς (φυλάσσεται στην Ι. Μ. Εσφιγμένου), κηρύσσοντας επίσημα την επανάσταση στη Μακεδονία, σε θρησκευτική τελετή στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος, στη Μονή Εσφιγμένου. Στη συνέχεια ο Κωνστάντιος ακολούθησε μαχόμενος τα στρατεύματα υπό τον Εμμανουήλ Παππά στον ισθμό του Άθω, στην Ιερισσό και στα Μαδεμοχώρια.
Στη Μάχη της Ρεντίνας που διεξήχθη στις 15 Ιουνίου, ο σερασκέρης Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς, επικεφαλής 20.000 πεζών και 3.000 ιππέων κατατρόπωσε το Ελληνικό επαναστατικό σώμα υπό τον Κωνστάντιο που αποτελούνταν από μερικές εκατοντάδες μαχητές.
Η έκβαση της μάχης ήταν αρνητική για τους Έλληνες, όμως η σημασία της μεγάλη ,διότι καθυστέρησε τους Οθωμανούς να αναλάβουν δράση στη Νότιο Ελλάδα.
Μετά τη μάχη, το μένος των Τούρκων ξέσπασε στον άμαχο πληθυσμό της περιοχής, τον οποίο σφαγίασαν ενώ κατέκαψαν και 42 οικισμούς.

Πολλές φορές τα φλάμπουρα, αλλά και τα μπαϊράκια, είχαν παραστάσεις με το Χριστό, την Παναγία ή έναν άγιο, πολύ συχνά τον Άγιο Γεώργιο. Ο μαύρος αετός με την κορώνα ή ο δικέφαλος στόλιζαν τα μπαϊράκια μόνο. Δεν έλειπε όμως ποτέ ο σταυρός, το κύριο γνώρισμα της κλέφτικης σημαίας.

Ο τύπος της σημαίας με τον αετό και το σταυρό φαίνεται να κυριάρχησε στη Ρούμελη -η Ρούμελη περιελάμβανε όλο τον κορμό της Ελληνικής Χερσονήσου- ενώ στο Μοριά, οι σημαίες έφεραν συνήθως τον Άγιο Γεώργιο ή άλλον άγιο και το Σταυρό με το «Τούτω Νίκα» ή το «Ιησούς Χριστός Νικά» κεντημένα ή ζωγραφισμένα πάνω σε λευκό πανί.

Τα φλάμπουρα και τα μπαϊράκια φέρονταν όπως οι σημερινές σημαίες πάνω σε κοντάρι με σιδερένιο σταυρό στην κορυφή (επίστεψη) που απέληγε σε λόγχη, ώστε η σημαία να χρησιμοποιείται και ως όπλο.

Το κάτω μέρος του κοντού ήταν οξύ (σαυρωτήρ - στύραξ - ουρίαχος), για να μπήγεται εύκολα στο χώμα και να κυματίζει η σημαία.
Ο δικέφαλος δεσπόζει στις σημαίες, ιδιαίτερα τις παλαιότερες, τις πρώτες επαναστατικές, σε συνδυασμό με την πορφύρα.
Είναι ο σύνδεσμος του Ελληνισμού με το Βυζάντιο.
Παράδειγμα, η σημαία του Κ. Κλαδά στη Μάνη (1464), που ήταν κόκκινη με το δικέφαλο αετό στη μέση, αλλά κι εκείνη του Καλλέργη κατά τον Τουρκοβενετικό πόλεμο στην Κρήτη (1665).

Αλλά κι ο σταυραετός -ο αετός με το σταυρό, γίνεται γνώρισμα των Αρματολών της Ρούμελης, όπως η δαφνοστεφανωμένη σημαία του Λάμπρου Τσεκούρα, Αρματολού των Σαλώνων και της Λιάκουρας (του Παρνασσού)


Σημαία που ύψωσε ο αρματολός του Παρνασσού Λάμπρος Τσεκούρας. H σημαία έφερε σταυρό, σε συνδυασμό με τον αετό. Πέρα από το γνωστό πουλί σταυραετό, τα διάφορα κοσμήματα που φορούσαν τότε και οι σημαίες αυτές, ονομάζονταν σταυραετοί.


Ο θυρεός του Μερκούρη Μπούα. Του τον παραχώρησε το 1510 ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός. Φέρει δικέφαλο αετό, τα πέντε Β των Παλαιολόγων και τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα.

Σημαία του Μερκουρίου Θεοδώρου Μπούα τέλη του 15ου αιώνα. Για τις υπηρεσίες στις μεγάλες δυνάμεις ενάντια στους Οθωμανούς του προσφέρθηκαν έξι σημαίες. Την σημαία αυτή την δώρισε ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Μαξιμιλιανός ο Α΄.

Παράλληλα, στις διάφορες επαναστατικές εξεγέρσεις υψώνονται σημαίες με παραστάσεις τοπικών αγίων: στην Κρήτη, σημαία κόκκινη με τον Άγιο Τίτο, στη Χιμάρα άσπρη με τους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ, στη Λευκάδα λευκή με κόκκινο σταυρό, τον Άγιο Τιμόθεο και την Αγία Μαύρα. Η σημαία της Πάργας ήταν κόκκινη με χρυσοκέντητη Παναγιά βρεφοκρατούσα.

Κατά την επανάσταση του Μοριά το 1769 αλλά και γενικότερα στην Πελοπόννησο, επικρατούν οι παραστάσεις με τον Άγιο Γεώργιο ή με το σταυρό και το «Ιησούς Χριστός Νικά», μονόχρωμες σημαίες με το σταυρό, λευκές ή γαλάζιες .


Σημαία που ύψωσε άγνωστος καπετάνιος. Το λευκό σημαίνει την λύτρωση με την βοήθεια του σταυρού και το μαύρο την αδούλωτη Ελληνική ψυχή. Ο σταυρός αυτός είναι του Saint Piran, προστάτου άγιου των ανθρακωρύχων κασσίτερου της Κορνουάλλης, και χρησιμοποιείται από τον 15ο αιώνα σε διάφορες σημαίες.

Οι Μαυρομιχαλαίοι υψώνουν στη Μάνη σημαία άσπρη με γαλάζιο σταυρό. Οι Κολοκοτρωναίοι, με τα χρυσά τα φλάμπουρα, τις ασημένιες σάλες, είχαν κι αυτοί σταυρό στις σημαίες τους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά το 1806, είχε σημαία με το σταυρό του Αγίου Ανδρέα και οι Μανιάτες πρόσθεσαν σ' αυτήν διάφορες επιγραφές όπως το «Ελευθερία ή Θάνατος» το «Ιησούς Χριστός Νικά» κ.α.
Ο Τούσιας Μπότσαρης είχε σημαία, δώρο της Μεγάλης Αικατερίνης, με παράσταση του Αγίου Γεωργίου στη μια πλευρά και του Αγίου Δημητρίου στην άλλη και την επιγραφή «Απόγονοι του Πύρρου». Η σημαία αυτή χρησιμοποιήθηκε στους πολέμους των Σουλιωτών με τον Αλή Πασά. Αργότερα κατά την έξοδο μετά την πολιορκία του Μεσολογγίου περιήλθε στον Κίτσο Τζαβέλλα και μεταφέρθηκε στην Ύδρα. Το 1832 την πήρε ο Κώστας Βέικος και το 1859 επεστράφη στον Τζαβέλλα. Τέλος παραδόθηκε από αυτόν στην οικογένεια Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, στην οποία ανήκε αρχικά.


Στον πίνακα έξοδος του Μεσολογγίου βλέπουμε την σημαία που ύψωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι το 1769 στην επανάσταση που υποκινήθηκε από την Ρωσσία. Παρόμοια σημαία ύψωσαν ο Μελισσηνός Μακάριος και οι Κολοκοτρωναίοι.


Λάβαρο Κολοκοτρώνη.

Ο Σταθάς, Αρματολός του Ολύμπου, ύστερα από τους αγώνες με τον Αλή Πασά και την καταστροφή των αρματολικίων, μαζί με το Νικοτσάρα και άλλους 70, εξόπλισαν ελαφρά πλοιάρια και κυριάρχησαν στο Βόρειο Αιγαίο, με ορμητήριο τη Σκιάθο. Η σημαία του ήταν γαλάζια με λευκό σταυρό.


Σημαία Σταθά 1807.
Το 1807 μετά την συνθήκη του Τιλσίτ μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας, οι αρματολοί του Ολύμπου με αρχηγό τον Γιάννη Σταθά αφού μάζεψαν τα 70 πλοία τους στην Σκιάθο, κατέβασαν την Ρωσσική σημαία και ύψωσαν την παραπάνω.

Τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, είχε αναπτυχθεί ένα ακμαίο εμπορικό ναυτικό στα νησιά. Από το 1774, ύστερα από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η ρωσσική σημαία κάλυπτε και προστάτευε τα ελληνικά πλοία. Όμως η Πύλη, για να μη χάσει από τα χέρια της τον εμπορικό στόλο, παραχώρησε προνόμια και σημαία -την γραικοτουρκική (raya) στους Έλληνες ναυτικούς, που δεν δέχονταν να φέρουν την τουρκική. Η σημαία αυτή έφερε τρεις οριζόντιες ζώνες, μία κυανή στο μέσο και δύο ερυθρές επάνω και κάτω. Αναγκαστικά, δεν έφερε σταυρό.


Ναυτικές σημαίες της Ελλάδας και της Σμύρνης κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Γραικάνικες. Το κόκκινο συμβολίζει την Τουρκία που έχει σκλαβωμένους τους Έλληνες που συμβολίζει το μπλε. Βλέπουμε ότι το μπλε είχαν συνδέσει οι Τούρκοι με την Ελλάδα.


Με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊνρατζή από το 1774 τα Ελληνικά πλοία μπορούσαν να φέρουν την Ρωσσική σημαία με τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα. Ο εμπορικός στόλος τότε έφερε διάφορες Ευρωπαϊκές σημαίες.

Ο Λάμπρος Κατσώνης, κοντά στη ρωσσική σημαία είχε και τη δική του, άσπρη με το γαλάζιο σταυρό και την παράσταση του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης με το «Εν τούτω νίκα». Κι αργότερα, όταν η Μεγάλη Αικατερίνη έκλεισε ειρήνη με τους Τούρκους (1792), αυτός ύψωσε και άλλη σημαία αυτοσχέδια, με την επιγραφή «Λάμπρος Κατσώνης -Πρίγκηψ της Μάνης- Ελευθερωτής της Ελλάδος». Ο Λάμπρος Κατσώνης στην «φανέρωσή» του προς την Μεγάλη Αικατερίνη μεταξύ άλλων γράφει «Οι 'Έλληνες οι δια του ιδίου αυτών αίματος καταχρωματίσαντες τας ρωσσικάς σημαίας, θέλουν εξακολουθήσει τον κατά των Τούρκων πόλεμον μέχρις ότου λάβουν τα δίκαια όπου τους ανήκουν».

Στα Επτάνησα το 1800, για τη σημαία της Ιονίου Πολιτείας, αρχικά έγινε πρόταση να φέρει τον Φοίνικα, αλλά προτιμήθηκε η γαλάζια σημαία με τον φτερωτό Λέοντα του Αγίου Μάρκου που με το πόδι κρατάει το ευαγγέλιο ανοικτό και τις επτά λόγχες, σύμβολο των επτά νησιών. Κατά τη Βενετική κυριαρχία, η σημαία ήταν λευκή, με τον φτερωτό Λέοντα του Αγίου Μάρκου. Μια τέτοια σημαία από τη Ζάκυνθο σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Με την κήρυξη της Επαναστάσεως κι όλον το πρώτο χρόνο της Ελευθερίας, τα διάφορα σώματα έφεραν το καθένα τη δική του σημαία. Δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και δεν ήταν συνεπώς δυνατόν να επικρατήσει ευθύς εξ αρχής ένας τύπος σημαίας.
Χωρίς κοινό λάβαρο-σύμβολο του αγώνα λοιπόν, ο κάθε οπλαρχηγός, εμπνευσμένος από της ψυχής του το πάθος, το προσωπικό του όραμα της ελευθερίας, τις ιστορικές του γνώσεις, τη θρησκευτική του προσήλωση, τη φαντασία του, την οικογενειακή του παράδοση, εμπνεόταν και δημιουργούσε το δικό του μπαϊράκι, τη δική του σημαία.
Σε ιστορικό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης με αριθμό 8711 αναφέρεται ότι η πρώτη σημαία της επανάστασης υψώθηκε στα Καλάβρυτα και έφερε σταυρό με 16 λωρίδες από κάτω με την επιγραφή: ή ελευθερία ή θάνατος.


Αναπαράσταση

Aλλες σημαίες έφεραν τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας ή την Αθηνά, άλλες τον Φοίνικα του Υψηλάντη κι άλλες αυτοσχέδιες ακολουθούσαν την παλιά αρματολική παράδοση, με τα μπαϊράκια τα πολεμικά, με το σταυρό και τους αγίους ή με τον αητό και το σταυρό, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Όλες όμως ανεξαιρέτως οι σημαίες είχαν Σταυρό και οι λέξεις «Ελευθερία ή Θάνατος» κυριαρχούσαν.
Η παρουσία του σταυρού, δεν οφειλόταν μόνο στο βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων, αλλά ήταν και μια προσπάθεια ετεροπροσδιορισμού προς την τουρκική ημισέληνο των Οθωμανών.

Η σημαία που πρότεινε ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής (1757-1798) ως σημαία της «Ελληνικής Δημοκρατίας», απεικονίζει το ρόπαλο του Ηρακλή με τρεις σταυρούς επάνω. Είναι τρίχρωμη, με μαύρο χρώμα στη βάση, που συμβολίζει τον υπέρ πατρίδος και ελευθερίας θάνατο, με λευκό χρώμα στην μέση, που συμβολίζει την αθωότητα και με κόκκινο στην κορυφή, που συμβολίζει την αυτεξουσιότητα του Ελληνικού λαού ή κατ' άλλους την αυτοκρατορική πορφύρα, την οποία και χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μας ως ένδυμα πολέμου, το οποίο και έχει την ιδιότητα να καλύπτει το αίμα που τρέχει από τις πληγές.
Η βασική ιδέα παραμένει σε όλες τις παραλλαγές της.

Έπρεπε σε κάθε περίπτωση να εγερθεί μία σημαία με σταυρό για να επισημοποιηθεί ο υπέρ της ελευθερίας πόθος, η κατάλυση της δεσποτικής τυραννίας και η ανάσταση του Γένους. Εκτός από το «Ελευθερία ή Θάνατος», χρησιμοποιήθηκε και το «Ιησούς Χριστός Νικά», το «Εν τούτω νίκα» το «Μεθ' ημών ο Θεός», αλλά και το «Ή ταν ή επί τας» της αρχαίας Σπάρτης. Ακόμα το «Εκ της στάκτης μου αναγεννώμαι» και δεν έλειπε βέβαια το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδας».


Σημαία Πλαπούτα

Όταν ένα σώμα δεν είχε προκατασκευασμένη σημαία, προέβαινε στην κατασκευή μιας αυτοσχέδιας, από απλό πανί. Ακόμα και τα τσεμπέρια των γυναικών, γίνονταν σημαίες.
Οι οπλαρχηγοί διατηρούσαν την παλιά αρματολική παράδοση με τα μπαϊράκια τους και τα φλάμπουρα με το σταυρό, ενώ τα χωριά ξεσηκώνονταν κι ακολουθούσαν το λάβαρο της εκκλησίας με τους αγίους, η κάθε ενορία το δικό της.
Στις 24 Μαρτίου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ζαϊμης μπήκαν στη Πάτρα ενώ έφθασαν εκεί ο Μπενιζέλος Ρούφος και ο Ανδρέας Λόντος, ο οποίος έφερε σημαία αυτοσχέδια ερυθρού χρώματος που από τη μία μόνο όψη της είχε μαύρο σταυρό.


Σημαία Ανδρέα Λόντου.

Όλοι τους υποδέχτηκαν με την ευχή «Και στην Πόλη να δώσει ο Θεός!».
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τη σημαία αυτή κι έστησε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Όλοι έτρεχαν να προσκυνήσουν και να τον ασπαστούν ορκιζόμενοι Ελευθερία ή Θάνατο, ενώ οι αρχηγοί μοίραζαν εθνόσημα από ερυθρό ύφασμα με σταυρό κυανό. Αμέσως σχηματίστηκε το Αχαϊκό Διευθυντήριο (26 Μαρτίου) που απηύθυνε διακήρυξη προς τους προξένους των δυνάμεων και άλλες προκηρύξεις καλώντας όλες τις επαρχίες σε επανάσταση.
Βλέποντας τα άμεσα και επιτυχή αποτελέσματα της εξέγερσης, το Αχαϊκό Διευθυντήριο φρόντισε «διά των εν Πάτραις ιστοτύπων (=τα εργαστήρια που κατασκεύαζαν σταμπωτά υφάσματα)» να κατασκευάσει σημαίες με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και τις σημαίες αυτές μοίρασαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα στρατόπεδα (Ο τύπος της σημαίας αυτής, που κατασκευάστηκε με τις οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ήταν από λευκό ύφασμα και έφερε τα σύμβολα του εφοδιαστικού των ιερέων της Φιλικής Εταιρείας -δηλαδή τον ιερό δεσμό με τις 16 στήλες και πάνω σε αυτόν ερυθρό σταυρό που τον περιέβαλλαν κλάδοι ελιάς. Από τις δύο πλευρές του σταυρού βρίσκονταν σε πλάγια θέση δύο λογχοφόροι σημαίες με τα αρχικά ΗΕΑ-ΗΘΣ της επιγραφής «Ή Ελευθερία Ή Θάνατος»). Δείγμα αυτών των σημαιών είναι η μεγάλη σημαία του Γεωργίου Σισίνη που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στη Μάνη, οι Μαυρομιχαλαίοι σήκωσαν τη σημαία του σταυρού και ενώθηκαν με τον Τζανετάκη-Γρηγοράκη στην Ανατολική Λακωνία. Η σημαία του Γρηγοράκη που φέρει έντονα τα Φιλικά σύμβολα, με αλληγορικές παραστάσεις και επιγραφές «Ελευθερία ή Θάνατος», «Εν τούτω νίκα», «Ο Θεός μεθ' ημών» σώζεται επίσης στο Μουσείο. Αυτή η σημαία χρησιμοποιήθηκε κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας το 1821.

Στις 23 Μαρτίου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, και άλλους, με δύο χιλιάδες οπλοφόρους μπήκαν στην Καλαμάτα, όπου έγιναν δεκτοί μ' ενθουσιασμό. Τελέστηκε δοξολογία, έγινε δέηση για τη σωτηρία της πατρίδας και ευλογήθηκαν οι σημαίες του σταυρού, στις οποίες ορκίστηκαν οι πάντες. Ο Πετρόμπεης, όχι πια ως ηγεμόνας δούλος, αλλά ως Αρχιστράτηγος των Ελλήνων με τη σημαία του Σταυρού και της Ορθοδοξίας, απηύθυνε από το Σπαρτιατικό Στρατόπεδο την προκήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές στις 25 Μαρτίου 1821.


Στις 17 Μαρτίου 1821 οι πρόκριτοι της Μάνης, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, υψώνουν τη σημαία της επανάστασης στο χωριό Τσίμοβα (σημερινή Αρεόπολη) της Λακωνίας.

Ο Κολοκοτρώνης, που διατηρούσε την αρματολική παράδοση, χρησιμοποίησε αυτοσχέδιες σημαίες τις πρώτες ημέρες της Επαναστάσεως. Έφερε δύο σημαίες, λέει ο Φιλήμων, για τα δύο σώματα που τον ακολουθούσαν, των Μαυρομιχαλαίων και των Τρουπάκηδων «ας εσχημάτισεν προχείρως από κοινού ιστού (= από συνηθισμένο πανί), μόνον σημειώσας επί τούτων έμβλημα, τον Σταυρόν». Η προτροπή του Κολοκοτρώνη και του Δικαίου προς τους Καλαματιανούς «Η ώρα έφθασε! Το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα εδικά μας και ο Θεός του παντός μεθ' ημών έσεται. Μη πτοηθείτε εις το παραμικρόν», στις 25 Μαρτίου και το προς τους Τριφυλίους «Γενικώς οπλισθείτε με ανοικτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον του εχθρού της πίστεως και της πατρίδος», είναι πολύ χαρακτηριστικά.


Η σημαία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Αλλά και τις παραμονές της μάχης στο Βαλτέτσι (8 Μαΐου), όταν οι Έλληνες δίσταζαν να αντιπαραταχθούν στους Τούρκους, ο Κολοκοτρώνης σε γράμμα του προς τους αρχιερείς και τους γενναίους αδελφούς στα Βέρβενα γράφει: «Το να μη έχωμεν μπαϊράκια καλόν είναι, πλην το να μη σηκωθούν διόλου (εννοεί πολεμικές σημαίες) δεν είναι καλόν. Εις τον τόσον των μπαϊρακίων μας να βάλετε μίαν φιάμουλαν, χωρίς σταυρόν, πανί σκέτον πλάτους μιάμιση σπιθαμή και μάκρος όσον ανήκει, χωρίς να σηκώσετε τους σιδερένιους σταυρούς και τα μπαϊράκια ας φυλαχτούν δι' άλλην περίστασιν».
Είναι λοιπόν ακατανόητο να υπάρχει σώμα χωρίς σημαία κι αν υπάρχει δισταγμός να φανούν τα μπαϊράκια τα πολεμικά και οι σιδερένιοι σταυροί, ας χρησιμοποιηθεί ένα απλό χρωματιστό πανί, το φλάμπουρο το εορταστικό.

Θα άξιζε μια ιδιαίτερη αναφορά στους Τσάκωνες. Πρόκειται για μια πληθυσμιακή ομάδα με ξεχωριστή διάλεκτο, εγκατεστημένη στην ανατολική Πελοπόννησο, στην επαρχία Κυνουρίας. Σύμφωνα με το χρονικό της Μονεμβασίας, οι Τσάκωνες προέρχονταν από πληθυσμούς της Λακωνίας που κατέφυγαν στα ορεινά του Πάρνωνα κατά τη διάρκεια των Αβαρο-Σλαβικών επιδρομών στην Πελοπόννησο στα τέλη του 6ου αιώνα κι η προέλευση του «Τσάκωνες» προερχεται από παραφθορά του Λάκωνες. Έδρα της ορεινής τους κοινότητας έγινε ο Πραστός, ενώ το πρώτο χωριό των Τσακώνων για το οποίο εμφανίζονται αναφορές στα τέλη του 13ου αιώνα είναι η Καστάνιτσα. Οι Τσάκωνες ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι και χτίστες. Ως χτίστες μάλιστα απέκτησαν μεγάλη φήμη και έγιναν περιζήτητοι ακόμα και μακριά από τον τόπο τους.

Έδωσαν το παρόν στην επανάσταση του 1821, κατά τη διάρκεια της οποίας κάηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ η πρωτεύουσά τους, ο Πραστός, το 1826. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας πολλοί Τσάκωνες μετακινήθηκαν στις κοντινές παραθαλάσσιες περιοχές με αποτέλεσμα νέα πρωτεύουσά τους να γίνει το Λεωνίδιο. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας τα Τσακωνοχώρια μοιράστηκαν αρχικά μεταξύ των δήμων Λιμναίων, Βρασιών και Σιταίνης ενώ μετά το 1840 μεταξύ των δήμων Λιμναίων (που είχε έδρα το Λεωνίδιο) και Βρασιών (που είχε έδρα τον Πραστό).


Σημαία Τσακώνων.


Σημαία Πλαπούτα

Βαρβιτσιώτης Πέτρος
Φιλικός και αγωνιστής του 1821 από τη Βαρβίτσα Λακωνίας. Διακρίθηκε στις μάχες Βαλτετσίου και Δολιανών, στην κατάληψη του φρουρίου του Άργους. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στην Αττική.

Μωριάς

«Μεγάλην ενεποίησαν τοις συλλογιζομένοις των Τούρκων εντύπωση και απορίαν τα επί των ελληνικών σημαιών κεφαλαιώδη γράμματα ΙΧ.ΝΚ., το σύμβολον του Φοίνικος και αι επιγραφαί «εκ της στάκτης μου αναγεννώμαι» «Ή Ελευθερία ή Θάνατος» γράφει ο Φιλήμων.
Στη Στερεά η επανάσταση εκδηλώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα μ' εκείνη της Πελοποννήσου. Πρόκριτοι και καπεταναίοι ύψωσαν τις σημαίες του σταυρού. Πρώτα κινήθηκαν τα Σάλωνα (Άμφισσα) στις 27 Μαρτίου και ο Πανουριάς ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας.


Άρειος Πάγος της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας, Σάλωνα.


Σφραγίδες του Αρείου Πάγου, Σφραγίδα του στρατοπέδου της Κορίνθου κατά την Επανάσταση του 1821, Σημαία του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, με οκτώ οριζόντιες γραμμές και κυανό σταυρό.


Την ίδια ημέρα οι Γαλαξειδιώτες αρμάτωσαν τα πλοία τους. Η Λεβαδιά με τον Διάκο και τους Προκρίτους της ξεσηκώθηκε στις 30 Μαρτίου.
Ακολούθησε η Δωρίδα με το Σκαλτσά, το Ταλάντι με το Νεόφυτο, η Μπουντουνίτσα με το Δυοβουνιώτη και η επανάσταση στη Ρούμελη γενικεύτηκε.
Στη Μονή του Οσίου Λουκά ο Διάκος, ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Σαλώνων Ησαϊας, όλοι μυημένοι στη Φιλική, αποφάσισαν να κινηθούν και να «κλείσουν» τους Τούρκους. Τότε ο Διάκος σχημάτισε τη σημαία του «χρώμα μεν φέρουσα λευκόν, σύμβολα δε τον Άγιο Γεώργιο και την επιγραφήν με μεγάλα γράμματα «Ελευθερία ή Θάνατος». Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, όταν επέστρεψε από την Πάτρα όπου βρισκόταν, φαίνεται να χρησιμοποίησε σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής, όπως κι οι Γαλαξειδιώτες.


Ο Αθανάσιος Διάκος ύψωσε τη σημαία του, φτιαγμένη στη Μονή του Οσίου Λουκά, παρόντων των Επισκόπων Σαλώνων Ησαΐα και Ταλαντίου Νεοφύτου. Όμοια σημαία, χωρίς την επιγραφή, ύψωσαν και οι Εμμανουήλ Παππάς, ο Λιακόπουλος και άλλοι αγωνιστές. (31-03-1821)

Στη Θετταλομαγνησία και το Πήλιο επαναστάτησε ο Άνθιμος Γαζής με τους εντοπίους οπλαρχηγούς, τον Βασδέκη, το Γαρέφη και άλλους και ύψωσε την σημαία της ελευθερίας. Η σημαία αυτή ήταν λευκή με κόκκινο σταυρό και με τέσσερις μικρότερους σταυρούς στα λευκά τετράγωνα της σημαίας.

Η Δυτική Ελλάδα άργησε να ξεσηκωθεί. Υπήρχε όμως βορειότερα το προπύργιο του Σουλίου και συνεχιζόταν ο αγώνας των στρατευμάτων του Χουρσίτ με τον Αλή Πασά στα Γιάννενα.

Ο Μάρκος Μπότσαρης είχε σημαία ολόλευκη με σταυρό πλαισιωμένο από δάφνη.
Σ' ένα γράμμα τους προς τους Παργίους (28 Ιουνίου 1821), ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας γράφουν: «Ο όφις (=νικήθηκε) επατάχθη από τον Σταυρόν... δράμετε (=τρέξτε) υπό τας σημαίας ημών. Η ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει απανταχού της Ηπειρωτικής ακτής... Αι σημαίαι ημών φέρουσιν ένα Σταυρόν κι ένα στέφανο εκ δάφνης. Ελευθερία! Θρησκεία! Πατρίς! Ιδού το έμβλημα ημών.»

Στην Αθήνα οι Τούρκοι βλέποντας την εξέγερση να γενικεύεται, εγκατέλειψαν την πόλη και κλείστηκαν στο Κάστρο (την Ακρόπολη). Ένοπλοι από τα περίχωρα εισπήδησαν το χαμηλό περιτείχισμα και σκόρπισαν στην πόλη πυροβολώντας και φωνάζοντας «Χριστός Ανέστη – Ελευθερία!».
Στις 28 Απριλίου υψώθηκε η επαναστατική σημαία στο διοικητήριο. Ήταν λευκή με κόκκινο σταυρό που τη διαιρούσε στα τέσσερα. Επάνω αριστερά έφερε τη γλαύκα της Αθηνάς και δεξιά δύο άγρυπνους οφθαλμούς. Κάτω ήταν γραμμένες οι λέξεις «Ή ταν ή επί τας» και στη μέση έφερε τις 16 κόκκινες γραμμές, τον ιερό δεσμό της Φιλικής Εταιρείας.


Στη Μακεδονία η βαρβαρότητα των Τούρκων, αλλά και η παρουσία ισχυρών δυνάμεων στρατού παρεμπόδιζαν την επανάσταση. Παρά ταύτα ο Εμμανουήλ Παπάς από τις Σέρρες, μυημένος στη Φιλική, με οδηγίες του Αλεξ. Υψηλάντη και της Εφορείας της Κωνσταντινουπόλεως ,είχε φροντίσει να προμηθευτεί όπλα και πολεμοφόδια και με το πλοίο του Χατζή Βισβίζη από την Αίνο της Θράκης και τη Λήμνο, έφθασε στις 23 Μαρτίου στον Άθω. Οι κάτοικοι της Χαλκιδικής ξεσηκώθηκαν και η σημαία του Σταυρού με το Φοίνικα στήθηκε στην Κασσάνδρα και τα Μαδεμοχώρια.

Αργότερα, κατά την επανάσταση της Νάουσας το 1822, υψώθηκε σημαία Ελληνική με τον αναγεννώμενο Φοίνικα και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα» από τη μία πλευρά και το «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» από την άλλη.


Σημαία του χωριού Λάβαρα στον Έβρο, που υψώθηκε στις 02/05/1821. Παρόμοια σημαία υψώθηκε και στη Σαμοθράκη.


Σημαία Νάουσας, 1822, στη μια της πλευρά ο Αναγεννώμενος Φοίνικας, στην άλλη "Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος".

Όσον αφορά στην Κύπρο, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθήνας διασώζεται η σημαία του Κυπριακού σώματος που συμμετείχε στον Αγώνα. Είναι λευκή με γαλάζιο σταυρό και φέρει την επιγραφή «Σημαία Ελληνική Πατρίς Κύπρου». Μία σημαία που συγκινεί.

Παρόμοια σημαία είναι και των εθελοντών από τη Μακεδονία, με την επιγραφή «Σημαία Ελληνική - Νικόλα Τσάμης», και άλλη με την Αθηνά πρόμαχο εντός κλάδων ελαίας στο κέντρο του σταυρού.


Στην Κρήτη η πρώτη επαναστατική σημαία υψώθηκε στις 14 Ιουνίου 1821, από τον Γεώργιο Δασκαλάκη στην Ανώπολη των Σφακίων. Χρησιμοποιήθηκε στο Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου το 1866. Φέρει τον σταυρό με το ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ και τα αρχικά: Κ (Κρήτη), Ε (Ένωση), Ε (Ελευθερία) ή Θ (Θάνατος).


Σημαία της Κρητικής Επανάστασης του 1866. Φέρει την επιγραφή: ΕΝΩΣΙΣ Η ΘΑΝΑΤΟΣ και τα αρχικά Α.Σ. του ονόματος του οπλαρχηγού Αντωνίου Σήφακα.

Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας.


Σημαία με την επιγραφή ΕΝΩΣΙΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ανήκε στον ιερέα και οπλαρχηγό Eμμανουήλ Παπαμαλέκο (1864-1917), από τους πρωταγωνιστές της κρητικής επανάστασης το 1895. Το 1889 σχημάτισε αντάρτικο σώμα στην επαρχία Αποκορώνου της Κρήτης και πολέμησε ηρωικά κατά την πολιορκία του Βάμου, τον Μάιο του 1896. 1,02 x 1,35 μ.
Δωρεά οικογένειας Eμμανουήλ Παπαμελέκου (ΓΕ 8400) ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οι επαναστατικές σημαίες φέρονταν πάνω σε ξύλινο κοντάρι και είχαν σχήμα όπως οι σημερινές. Τα σύμβολα και τα γράμματα, τα αποτύπωναν ειδικοί, οι πασματζήδες, ή ζωγραφίζονταν πρόχειρα από κάποιον που είχε την ικανότητα, ή κατασκευάζονταν χωριστά και επιρράβονταν στη σημαία. Το κοντάρι, στο επάνω άκρο του είχε σφαίρωμα με σταυρό ή μόνο σταυρό σιδερένιο και κάτω σιδερένια αιχμή για να μπήγεται στο έδαφος η σημαία. Ο σιδερένιος σταυρός κατασκευάζονταν έτσι ώστε η επάνω απόληξή του να είναι μεγαλύτερη από τις πλάγιες κεραίες και καθώς λέπταινε και γινόταν πιο μυτερή, σχημάτιζε είδος λόγχης, γιατί η σημαία χρησίμευε και για όπλο στη μάχη σώμα με σώμα. Άλλα κοντάρια έφεραν μόνο μία σιδερένια λεπίδα λεπτή και μακρά, πραγματική αιχμή δόρατος και πάνω σ' αυτήν σχηματιζόταν διάτρητος ο Σταυρός.

Κάθε οπλαρχηγός έκανε αγιασμό για την καινούργια του σημαία και έστηνε συνήθως έναν ξύλινο σταυρό μεγάλων διαστάσεων, που προσκυνούσαν και ασπάζονταν οι οπλοφόροι, ορκιζόμενοι υπέρ πίστεως και πατρίδος στη σημαία. Τα λάβαρα των εκκλησιών και οι εικόνες των αγίων που τα κρατούσαν ιερείς ή χωρικοί, βοηθούσαν στη στρατολογία. Οι Έλληνες ονόμαζαν τις πολεμικές τους σημαίες μπαϊράκια, αλλά οι τούρκοι τις αποκαλούσαν καταφρονητικά παλιόπανα ή πατσαβούρες. Οι μπαϊρακτάρηδες ή φλαμπουριάρηδες (σημαιοφόροι), διαλέγονταν ανάμεσα στους πιο γενναίους αλλά και τους πιο μεγαλόσωμους και δυνατούς, γιατί η θέση ήταν τιμητική, αλλά και δύσκολη.
Ενδεικτικά ο Φωτάκος αναφέρει για το σημαιοφόρο του Παπαφλέσσα: «Καθώς έβλεπαν οι Έλληνες τις σημαίες και τους στρατιώτες εσήμαινον των εκκλησιών τα σήμαντρα και οι μεν ιερείς έβγαιναν ενδεδυμένοι τα ιερά άμφια και με το ευαγγέλιον ανά χείρας, οι δε χριστιανοί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, επαρακαλούσαν τον Θεόν να τους ενδυναμώνει. Ο Αρχιμανδρίτης μάλιστα φορούσε μιαν περικεφαλαίαν και δια τούτο τον εκοίταζαν με πολλήν περιέργειαν οι άνθρωποι και τον εδέχοντο με μεγάλην υποδοχήν. Είχε δε σημαιοφόρον έναν καλόγερον Θεόρατον, Παπατούρταν ονομαζόμενον, ο οποίος εκράτει ένα μεγάλο σταυρό υψηλά εις τα χέρια και επήγαινε πάντοτε μπροστά εις το στράτευμα. Ο κόσμος εγένετο τοίχος, και έκαμε το σταυρό του καθώς επέρνα ο καλόγερος με τον σταυρόν».

Ο ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ

Στρατιωτικό σώμα που ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Φωξάνη, πόλη στα όρια της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821 και συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και της Οδησσού κυρίως.
Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και του ελληνικού στρατού γενικότερα. Ο Υψηλάντης πίστευε πως οι νεαροί αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ψυχή του στρατού του.
Γι’ αυτό τους έδωσε το όνομα του Ιερού Λόχου των Θηβών.
Οι άνδρες του Ιερού Λόχου ήταν πεζοί, εφοδιασμένοι με καραμπίνες και ξιφολόγχες. Έφεραν στολές από μαύρο ύφασμα με τρίχρωμο εθνόσημο. Στο κάλυμμα της κεφαλής κάτω από το λοφίο υπήρχε η φράση Ελευθερία ή Θάνατος και το σήμα της νεκροκεφαλής με χιαστό σχήμα οστών σαν σύμβολο της νίκης πάνω στον θάνατο.

Η σημαία του Ιερού Λόχου ήταν τρίχρωμη, το κόκκινο συμβόλιζε τον πατριωτισμό, το λευκό την αδελφοσύνη και το μαύρο τη θυσία.
Στη μία πλευρά της σημαίας αναγραφόταν το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ και υπήρχε η εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Στην άλλη πλευρά υπήρχε η εικόνα του Φοίνικα αναγεννώμενου από τις φλόγες και αναγραφόταν ΕΚ ΤΗΣ ΣΤΑΚΤΗΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ.

Διοικητής του Ιερού Λόχου διορίστηκε ο Γεώργιος Καντακουζηνός –ο οποίος σύντομα παραμερίστηκε από τον Υψηλάντη– και υπασπιστής ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας. Εκατόνταρχοι του Ιερού Λόχου ήταν ο Σπυρίδων Δρακούλης από την Ιθάκη, ο Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Σούτσος, αδελφός του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης, ο Πελοποννήσιος Ανδρόνικος, ο Ρίζος από τα Ιωάννινα και ο Χιώτης Ιωάννης Κρόκιας.
Στην Φωξάνη, οι σπουδαστές που δεν είχαν καμμιά στρατιωτική εμπειρία, άρχισαν να γυμνάζονται και να εκπαιδεύονται στην χρήση των όπλων και της λόγχης.


Tο σπαθί του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου.
Δώρο ανωνύμου Έλληνα, αγοράστηκε από τον Δανό BrØns Hausen, τον μεγαλύτερο ιδιώτη συλλέκτη αγχεμάχων όπλων στον κόσμο.
Πρόκειται για ένα πολυτελές όπλο με λάμα Carabella 18ου αιώνος από την Πολωνία, μία από τις καλύτερες λάμες της Ευρώπης. Το θηκάρι διακρίνεται για την υψηλή καλλιτεχνικής ποιότητας επεξεργασία, έργο μεγάλου Ηπειρώτικου εργαστηρίου. Η θήκη όσο και η λαβή είναι ασημένια και μερικώς επιχρυσωμένη.


Σημαία του οπλαρχηγού Σάββα Καμινάρη ή Φωκιανού,που υποσχέθηκε ν΄ακολουθήσει τον Υψηλάντη, αλλά σύντομα τον πρόδωσε.


Στο κέντρο, λευκή σημαία με ερυθρό σταυρό των "Συνταγματικών" (αντικυβερνητική παράταξη) της Περαχώρας, 1832. Φέρει σφραγίδα με τη μορφή της Αθηνάς και την επιγραφή: ΕΝΩΣΙΣ / ΣΥΝΤΑΓΜΑ.
Αριστερά και δεξιά, σημαίες Συνταγματικών της Περαχώρας μετά το 1822. Από τις ιδιαίτερες σημαίες που συνέχισαν να κυματίζουν περιστασιακά, παρά το νόμο που θεσπίστηκε για την μη χρήση των συγκεκριμένων σημαιών.

ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Οι επαναστατικές σημαίες των ναυτικών νήσων ήταν διαφορετικές από εκείνες της ξηράς, αλλά διαφορετικές και μεταξύ τους.
Όλες όμως ανεξαιρέτως έφεραν τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας.
Οι Σπέτσες, κινήθηκαν πρώτες με τους Μποτασαίους και τον Γεώργιο Πάνου, μυημένους στη Φιλική. Στις 2 και 3 Απριλίου ύψωσαν με μεγάλη τελετή και κανονιοβολισμούς τη σημαία της ελευθερίας στα πλοία τους. Η σημαία της ελευθερίας κυμάτιζε σε όλα τα πλοία και στους εξώστες πολλών σπιτιών. Την ημέρα αυτή είχε φθάσει ο Χρυσοσπάθης και άλλοι εταιριστές οι οποίοι ενθουσιάστηκαν, ανέβηκαν στο δώμα ενός σπιτιού στην αγορά και άρχισαν να τραγουδούν με δυνατή φωνή το Θούριο του Ρήγα Φερραίου. «Δεύτε παίδες των Ελλήνων». Αυτό ενθουσίασε το λαό και με δάκρυα στα μάτια όλοι έτρεχαν να δώσουν τον υπέρ πίστεως όρκο. Αμέσως οι Σπετσιώτες όπλισαν τα πλοία τους και έσπευσαν να αποκλείσουν από τη θάλασσα τα φρούρια του Μοριά.

Η σημαία των Σπετσών ήταν χρώματος κυανού και γύρω περιβαλλόταν από ταινία ερυθρά (ποταμός αίματος). Στο μέσο έφερε σταυρό που πατούσε σε μια ανεστραμμένη ημισέληνο. Από τη βάση του σταυρού υψώνονταν στη μία πλευρά άγκυρα, γύρω της ήταν τυλιγμένο ένα φίδι, που του έτρωγε τη γλώσσα μια κουκουβάγια. Στην άλλη πλευρά είχε λόγχη και έφερε την επιγραφή «Ελευθερία ή Θάνατος».
Τα σύμβολα και η επιγραφή ήταν ερυθρού χρώματος. Ο σταυρός δήλωνε την δικαιοσύνη του αγώνα, η ανεστραμμένη ημισέληνος την μελλοντική πτώση του Οθωμανικού κράτους, η άγκυρα την σταθερότητα του αγώνα, το φίδι την ιερότητα του σκοπού και η κουκουβάγια την φρόνηση στην διεξαγωγή του αγώνα. Τα σύμβολα αυτά προέρχονταν από τη Φιλική Εταιρεία και σε διάφορες μορφές υπάρχουν στα εφοδιαστικά των Φιλικών.

Η Φιλική Εταιρεία ήταν η σημαντικότερη από τις μυστικές οργανώσεις που σχηματίστηκαν για την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων.
Ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ.
Τέταρτο μέλος της, μυήθηκε ο Αντώνιος Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη.
Επίσης από τα πρώτα μέλη που μυήθηκαν ήταν και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (και μάλιστα κατά ορισμένες πηγές υπήρξε συνιδρυτής, πριν τον Ξάνθο που μυήθηκε αργότερα).
Οι Φιλικοί αφού μυούνταν στην Εταιρεία έδιναν όρκο πίστης και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις.
Ο μυστικός χαρακτήρας της εξηγεί εν μέρει τον περιορισμένο και αμφίσημο χαρακτήρα των τεκμηρίων που άφησε πίσω της.
Με το ξέσπασμα άλλωστε της Επανάστασης, παύει κάθε αναφορά σ΄ αυτήν, σαν άξαφνα οι Έλληνες να την αποκήρυξαν.
Και τούτο, για να μην προκαλέσουν την οργή των Ευρωπαίων για τον αγώνα, την ώρα που η φιλία και η στήριξη τους ήταν μεγίστης σημασίας.
Ξεκινώντας την Επανάσταση, οι Έλληνες ένιωθαν την ανάγκη να διαλύσουν κάθε υπόνοια των Ευρωπαίων, πως η δική τους εξέγερση σχετιζόταν με τους ανατρεπτικούς γιακωβίνους ή καρμπονάρους. Ήθελαν να πείσουν τους πάντες, πως μοχθούν για μια αποκλειστικά και μόνο εθνική επανάσταση, που καμμιά δεν έχει σχέση με κοινωνικούς ταραξίες.
Αυτή η τάση είναι η πιο πιθανή εξήγηση για τον παραμερισμό του ονόματος και του εμβλήματος της Φιλικής Εταιρείας, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τα συντηρητικά κραταιά μέλη της Ιεράς Συμμαχίας ως μια ανατρεπτική οργάνωση, που ταράζει τα ήσυχα νερά της Παλινόρθωσης.

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε μέσα σε πολύ συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες στις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς ελληνικό ή άλλο προηγούμενο ή παράλληλο, κατορθώνοντας με συγκεκριμένες οργανωτικές, ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές, να ξεκινήσει τον αγώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, είχε επικρατήσει η άποψη ότι οι Έλληνες μπορούσαν και όφειλαν να διεκδικήσουν την πολυπόθητη εθνική ελευθερία μόνοι τους, χωρίς πλέον να ελπίζουν σε μια έξωθεν βοήθεια, αλλά προσδοκώντας την συσπείρωση του γένους. Του γένους που επιθυμούσε να μετουσιωθεί σε έθνος.


Εφοδιαστικό έγγραφο μυήσεως μελών στη Φιλική Εταιρεία, γραμμένο σε κώδικα.


Εφοδιαστικό Φιλικών. Είδος μυστικής ταυτότητας των μελών της Φιλικής Εταιρείας, όπου τα στοιχεία, ο βαθμός του μέλους και η χρονολογία μύησης καταγράφονται με κρυπτογραφικό τρόπο.


Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας. «Εις το όνομα της μελλούσης σωτηρίας Καθιερώνω Ιερέα Φιλικόν και αφιερώνω εις την αγάπην της Φιλικής Εταιρείας και εις την υπεράστησιν των Μεγάλων Ιερέων των Ελευσίνιων τον συμπολίτην κυρ Βαγγέλη Κεφαλληναίον, ετών τριάντα οκτώ, επαγγέλματος εμπορικού, ως θερμόν υπερασπιστήν της Εταιρείας και της πατρίδος κατηχηθέντα και ορκωθέντα παρ’ εμού (Σ.Κ.) 9, Πάτρα, έτει των Φιλικών, 24 Ιανουαρίου». Δημοσιεύεται στο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), «Η Φιλική Εταιρεία», Αθήνα, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 159.

Στα Ψαρά, την ημέρα του Πάσχα έφθασε το Σπετσιώτικο πλοίο του Τσούπα, έχοντας υψωμένη τη σημαία της ελευθερίας. Ο ενθουσιασμός ήταν ακράτητος και την ίδια ημέρα συγκεντρώθηκε ο λαός στο Δημογεροντείο, κατέβασε την τουρκική σημαία και την καταξέσχισε. Όλα τα οθωμανικά σύμβολα καταστράφηκαν κι όλοι εύχονταν «Χριστός ανέστη, Ελλάς ανέστη».
Στις 20 Απριλίου αποφασίστηκε κι επίσημα η επανάσταση και ορίστηκε να εκπλεύσουν τα πλοία αρματωμένα, αφού προηγουμένως τελέστηκε λιτανεία και ανυψώθηκε η σημαία της ελευθερίας. Μαζεύτηκαν όλοι στο ναό του Αγίου Νικολάου, άνδρες, γυναίκες, νέοι και γέροντες ψάλλοντας και δοξολογώντας για την ευόδωση του ιερού σκοπού. Ύστερα από τη λιτανεία οι ιερείς ντυμένοι με τα ιερατικά τους άμφια, βγήκαν από το ναό ακολουθούμενοι από το πλήθος που φώναζε «Κύριε ελέησον» και κατευθύνθηκαν στο οίκημα της Δημογεροντίας, όπου οι ιερείς έκαναν δέηση υψώνοντας την σημαία στο κατάστημα.


Σημαία του πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη, με πέντε οριζόντιες γραμμές και λευκό σταυρό. Διαστ.: 1,28Χ2,70 μ.

Την ίδια στιγμή υψώνονταν οι σημαίες στα πλοία με συνοδεία πυροβολισμών. Με την τελετή αυτή έδωσαν όλοι, ενώπιον του Θεού τον όρκο «Ελευθερία ή Θάνατος».
Η σημαία των Ψαρών ήταν λευκή, και είχε γύρω της κόκκινη ταινία (ποταμός αίματος). Υπήρχε σταυρός, στα δεξιά του άγκυρα και γύρω της τυλιγμένο ένα φίδι. Πάνω από το κεφάλι του φιδιού, ένα πτηνό, που δάγκωνε τη γλώσσα του ερπετού. Στα αριστερά είχε λόγχη, και στο κάτω μέρος, δεξιά και αριστερά του σταυρού ήταν γραμμένο το «Ή ελευθερία ή Θάνατος». Τα σύμβολα και τα γράμματα ήταν ερυθρά.


Το σήμα του ναυάρχου ήταν κι αυτό λευκό, τρίγωνο όμως με ταινία ερυθρά γύρω γύρω, στο μέσο του σήματος υπήρχε σταυρός, στα δεξιά και στα αριστερά του οποίου ήταν γραμμένο το «Εν τούτω νίκα» με κόκκινα γράμματα.

Στην Ύδρα είχαν φθάσει οι πληροφορίες για την επανάσταση στη Πελοπόννησο και την πολιορκία των φρουρίων. Οι αναγγελίες για τις επιτυχίες του Αλέξανδρου Υψηλάντη θέρμαιναν τα πνεύματα, οι πρόκριτοι όμως δίσταζαν. Ο Αντώνιος Οικονόμου, από τους δευτερεύοντες τότε πλοιάρχους, μόλις είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Φιλόπατρις και ενθουσιώδης βρήκε τότε την ευκαιρία, χτύπησε τις καμπάνες και κάλεσε το λαό στ' άρματα. Με τους ναύτες του κατέλαβε τα πλοία και κατήργησε τον διοικητή της νήσου Ν. Κοκοβίλα. Οι πρόκριτοι φοβισμένοι, με έγγραφό τους του παραχώρησαν την εξουσία (31 Μαρτίου).



Σημαία Σαχτούρη


Σημαία της Ύδρας με τις επιγραφές Ή TAN Ή EΠI TAN και Ή NIKH Ή ΘANATOΣ. 0,66x0,68 μ. (ΓΕ 8392)
ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


Σημαίες του Aνδρέα Μιαούλη, λευκή με κίτρινο σταυρό στη μέση, πάνω στον οποίο αναγραφόταν η φράση "Ελευθερία ή Θάνατος" και η χρονολογία 1821, και λευκή με κυανό σταυρό.

Στις 16 Απριλίου, ο Οικονόμου, οι πρόκριτοι, οι πλοίαρχοι και ο λαός, με δοξολογία για την έναρξη του εθνικού αγώνα και με πομπή περιφανέστατη, «απείρων κροτούντων τηλεβόλων, καθιέρωσαν την σημαίαν της ελευθερίας». 'Οταν τελείωσε η τελετή τα παληκάρια έφεραν τη σημαία στον αρχιερέα της νήσου Γεράσιμο κι αυτός ανέβηκε στο διοικητήριο και την έστησε εκεί όπου ήταν υψωμένη πρωτύτερα η τουρκική.
Η σημαία της 'Υδρας ήταν χρώματος γκρίζου και έφερε τα σύμβολα της Φιλικής, το σταυρό, το φίδι και την κουκουβάγια που συμβόλιζαν την ιερότητα του αγώνα, τη δικαιοσύνη και τη φρόνηση με την οποία έπρεπε να διεξαχθεί ο αγώνας.
Μερικοί Υδραίοι έβαζαν στις σημαίες τους και το σπαρτιατικό «Ή ταν ή επί τας» το οποίο ερμηνεύονταν από αυτούς με το «Ή ελευθερία ή με το πλοίο και τη σημαία εις τον πυθμένα της Θάλασσας».

Στη Σάμο υψώθηκαν τρεις διαφορετικές σημαίες.
Στο Βαθύ, όπου αγκυροβόλησαν δύο Σπετσιώτικα πλοία και έριξαν μερικές κανονιές προς τιμήν της επαναστατικής τους σημαίας, ηλέκτρισαν με την παρουσία τους τα πνεύματα και έδωσαν την αφορμή στον Κ. Λαχανά να επαναστατήσει στις 17 Απριλίου. «Εν μέσω κωδωνοκρουσιών και αλλαλαγμών και ελπίδων ανεπετάσθη (υψώθηκε) μετά προηγηθείσαν εκκλησιαστικήν τελετήν η της ελευθερίας σημαία».


Σάμος, Κ. Λαχανάς

Ηγεμονίας Σάμου

Σημαία Σάμου, 1821

Ήταν κυανή και είχε στο μέσον λευκό σταυρό επί ερυθράς ημισελήνου ανεστραμμένης. Εκατέρωθεν του σταυρού υπήρχε λόγχη με σπόγγο από τη μία και άγκυρα από την άλλη και η επιγραφή «Ή ελευθερία ή θάνατος.»
Η επανάσταση στη Σάμο γενικεύτηκε στις 26 Απριλίου και ο Λυκούργος Λογοθέτης οργάνωσε χιλιαρχίες από τα τέσσερα τμήματα της νήσου. Στις 8 Μαΐου ύψωσε και επίσημα τη σημαία της εθνεγερσίας στο Καρλόβασι «μετά τελετής αρχιερατικής, παρόντος του κλήρου, των στρατιωτικών σωμάτων και πλήθος λαού». Η σημαία αυτή ήταν γκριζωπή και έφερε στο μέσον τον σταυρόν πάνω σε ημισέληνο. Στις δύο πλευρές του είχε λόγχη και καλάμι με σπόγγο. Προς τα πάνω και μέσα τα αρχικά ΗΕΑ - ΗΘΣ και κάτω τον Φοίνικα που ορμούσε και κατασποάραζε ένα φίδι.
Αλλά υπήρχε και άλλη επίσημη σημαία της κυβερνήσεως. Αυτή ήταν λευκή και είχε στο μέσο τις 16 στήλες, τον ιερό δεσμό, σύμβολο της Φιλικής Εταιρείας, και από τις δύο πλευρές προς τα πάνω έφερε τα αρχικά ΗΕΑ - ΗΘΣ.
Την ίδια εποχή επαναστάτησαν και τα άλλα νησιά, ιδιαίτερα των Δωδεκανήσων. Πρώτη η Κάσσος όπου υψώθηκε η σημαία της ελευθερίας με τελετή εκκλησιαστική. Ακολούθησαν τα άλλα νησιά, η Κάρπαθος, η Χάλκη, η Τήλος, η Νίσυρος, η Κάλυμνος, η Λέρος, η Πάτμος και η Αστυπάλαια.


«Σχέδιον δια την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται απο τον Δημήτριον Γουδήν, όπου πρώτος ύψωσε στο πλοίο του, τη σημαία της ελευθερίας, στις Σπέτσες στις 2 Απριλίου 1821.

Στις σημαίες της επαναστάσεως, ιδιαίτερα τις ναυτικές, εκτός από το Σταυρό πάνω στην ανεστραμμένη ημισέληνο, υπάρχει και η άγκυρα, σύμβολο της σταθερής απόφασης για την ελευθερία . Υπάρχει ακόμα αετός που με το ράμφος τρώει τη γλώσσα φιδιού. Το φίδι είναι εχθρός των αετών, γιατί μόνο αυτό φθάνει ως τη φωλιά τους και τρώει τα αυγά τους, δηλαδή καταστρέφει τη γενιά τους (το Γένος). Ο συμβολισμός είναι προφανής στις Φιλικές αλληγορικές παραστάσεις. Η πάλη του αετού με το φίδι από τις πιο παλιές εποχές συμβολίζει ακόμα τον αγώνα των δυνάμεων του καλού με τις χθόνιες δυνάμεις. Σε άλλες όμως περιπτώσεις το φίδι είναι σύμβολο δικαιοσύνης, όταν μάλιστα δεν υπάρχει αετός αλλά κουκουβάγια, που συμβολίζει τη σύνεση.

Τα σημεία των εφοδιαστικών της Φιλικής Εταιρείας που χρησιμοποιούνται στις πρώτες επαναστατικές σημαίες υποδηλώνουν: η ημισέληνος ανεστραμμένη τη μέλλουσα πτώση του Οθωμανικού κράτους, η άγκυρα τη σταθερότητα του αγώνα, το φίδι την ιερότητα του σκοπού, ο σταυρός τη δικαιοσύνη και η κουκουβάγια τη φρόνηση με την οποία πρέπει να διεξαχθεί ο αγώνας.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η δημιουργία του πολεμικού στόλου των επαναστατημένων αγωνιστών, είναι μοναδικό παράδειγμα στην Ιστορία, και οφείλεται κατά πρώτο λόγο στο ναυτικό δαιμόνιο του Έλληνα. Κληρονόμος μακραίωνης ναυτικής παράδοσης ο λαός μας, ζούσε ανέκαθεν στη θάλασσα κι από τη θάλασσα. Οι νησιώτες τού Αιγαίου και οι κάτοικοι των παραλίων ήσαν από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους γεννημένοι ναύτες, ζυμωμένοι με την άλμη της θάλασσας, που τους προσέφερε πάντα τα μέσα του βιοπορισμού κι όχι σπάνια του πλουτισμού τους.

Το βασικό αυτό χαρακτηριστικό του Ελληνικού γένους ήταν τόσο βαθειά ριζωμένο, ώστε ούτε ή μακρά δουλεία μπόρεσε να το εξαλείψει.
Αντίθετα οι τούρκοι, λόγω της νομαδικής τους καταγωγής από τα υψίπεδα της Ασίας, ήσαν μεν σκληροί πολεμιστές, περιφρονούσαν όμως το εμπόριο θεωρώντας το κατώτερη ενασχόληση, κι έβλεπαν εχθρικά και τη θάλασσα.
Γι' αυτό και το θαλάσσιο εμπόριο της αχανούς Αυτοκρατορίας, που θεμελιώθηκε στα ερείπια της Βυζαντινής, παρέμεινε σε άλλων χέρια και σε άλλων πλοία.
Πλοία που από «τρεχαντήρια» και «σαχτούρια», έγιναν «λατινάδικα» χωρητικότητος 100 - 150 τόνων, αργότερα «βρικογολέττες» και «βρίκια» (πάρωνες).


Βρίκι

Καραβοσαϊτιά

Σαϊτιά

Λατινάδικο


Πολάκα

Η εξέλιξη αυτή έγινε στη διάρκεια του IH' αιώνα, μετά τα μέσα του οποίου, τα ελληνικά πλοία των νήσων εναυσιπλόουν υπό την καλουμένη ραγιάδικη (όπως πιο πάνω αναφέρεται) στο Αιγαίο. Στο Ιόνιο χρησιμοποιούσαν και μιαν αυτοσχέδια σημαία δικής τους εμπνεύσεως φέρουσα την εικόνα της Παναγίας, για ν΄ αποφύγουν ως χριστιανικά την δίωξη των Ιπποτών της Ρόδου.

Οι Έλληνες δεν σταμάτησαν τις ναυτικές πολεμικές ή εμπορικές δραστηριότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά είχαν αναπτύξει ένα πολύ αξιόλογο στόλο από καλά κατασκευασμένα και εξοπλισμένα πλοία, που ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες της επιτυχίας της Ελληνικής επανάστασης. Στην αρχή της επανάστασης του 1821 η Ελλάδα διέθετε 1000 περίπου μικρά και μεσαία εμπορικά πλοία και μια δύναμη 18.000 ναυτικών.

Είναι πράγματι συγκινητικό το γεγονός, ότι όλα σχεδόν τα ονόματα των πλοίων προέρχονται από την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Η συνέχεια του γένους, η άντληση δύναμης και υπερηφάνειας από τη μακραίωνη ιστορία των Ελλήνων, η αρχαιοελληνική παράδοση, πέρα από το όνομα του καραβιού, γίνεται κι ανθρωπόμορφο ακρόπρωρο.


Ναυτική Σημαία των Ελλήνων κατά την Επανάσταση

Το Ακρόπρωρον, είναι η γλυπτή διακοσμητική παράσταση ανθρωπόμορφων θρησκευτικών ή εθνικών συμβόλων, η οποία στόλιζε την άκρη της πλώρης των πλοίων.
Λεγόταν επίσης και «αντιπρόσωπον», γιατί αντιπροσώπευε και προσωποποιούσε το πλοίο. Αποτελούσε την ταυτότητα και το σήμα του πλοίου, το «επίσημον», κι έδινε το όνομά του σ΄ αυτό. Ήταν επίσης το διακριτικό με το οποίο αναγνωριζόταν ο κυβερνήτης του. Η θέση του ήταν μπροστά στην πλώρη.
Οι μορφές των ακροπρώρων ανταποκρίνονταν στην ονομασία του πλοίου, τόσο στα εμπορικά, όσο και στα πολεμικά. Στις πολεμικές συγκρούσεις, η ήττα και η αιχμαλωσία του πολεμικού πλοίου, χαρακτηρίζεται από την απόσπαση του ακροπρώρου και των άλλων στολισμάτων από τον εχθρό, τα οποία αφιερώνονταν από το νικητή στους ναούς. Σπάνια έλειπαν αυτά τα διακριτικά και διακοσμητικά στοιχεία από ένα πλοίο, γιατί σ΄ αυτή την περίπτωση, το πλοίο αναφερόταν ως «αχάρακτον» ή «άσημον», ασήμαντο δλδ μέρος ενός στόλου.


Ακρόπρωρο της κορβέτας ΚΑΡΤΕΡΙΑ.
Η Καρτερία ήταν το πρώτο ατμοκίνητο πολεμικό πλοίο στην ιστορία,το όνομά του προέρχεται από την αγγλική ονομασία ‘Perseverance’. Ήταν ταυτόχρονα ατμόπλοιο και ιστιοφόρο.

Προέρχεται από το μπρίκι 16 πυροβόλων ΆΡΗΣ, του υδραίου Αναστασίου Τσαμαδού. Τον Απρίλιο του 1825, το πλοίο αποκλείστηκε από τον οθωμανικό στόλο στον όρμο του Ναυαρίνου και ο πλοίαρχός του Αν. Τσαμαδός σκοτώθηκε στη Σφακτηρία. Το πλοίο όμως, με κυβερνήτη τον Νικόλαο Βότση, επιχείρησε ηρωική έξοδο και διασώθηκε. Μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιήθηκε για πολλές δεκαετίες ως εκπαιδευτικό πλοίο της σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Ακρόπρωρο του πλοίου ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ του Ιάκωβου Τομπάζη


Ακρόπρωρο του πλοίου ΆΡΗΣ του Ανδρέα Μιαούλη

Aκρόπρωρο του πλοίου ΣΟΛΩΝ του Γεωργίου Πάνου
Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο


Ακρόπρωρο του πλοίου ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ του Κωνσταντίνου Μπάμπα από τις Σπέτσες
Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Ακρόπρωρο του πλοίου AΓΑΜΕΜΝΩΝ της Μπουμπουλίνας


Ακρόπρωρο του πλοίου ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ του Δημ. Βούλγαρη από την Ύδρα με κυβερνήτη τον Αντ. Κριεζή.
Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Ακρόπρωρο του πλοίου ΛΕΩΝΙΔΑΣ του Χατζηγιάννη Μέξη από τις Σπέτσες.
Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Σηματολόγιο των προ και μετά την επανάσταση Βιβλίων, που περιείχαν την ερμηνεία και την αντιστοιχία των ναυτικών σημάτων, τα σήματα και τα σύμβολα που χρησιμοποιούσαν για την ακριβή συνεννόηση μεταξύ πλοίων διαφορετικής εθνικότητας, τα «κατατεθέντα» σήματα:


Κώδικας ναυτικών σημάτων, πιθανότατα του Ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη.


Σηματολόγιο της ναυαρχίδας του Γιακουμάκη Tομπάζη ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, Μουσείο Μπενάκη. Σέπια και υδατογραφία σε χαρτί, 0,33x0,23 μ. Δωρεά Στέφανου Ξενόπουλου

Νικολής Αποστόλης

Σηματολόγιο του Ναυάρχου των Ψαρών Νικολή Αποστόλη


Σελίδα από το Σηματολόγιο του ηρωικού πλοίου ΆΡΗΣ

Σηματολόγιο του πλοίου ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ


Το πλοίο «Αχιλλέας» θα πλεύσει για την «Ελευθερία και Ανεξαρτησία του ελληνικού Εθνους», Yδρα, 1821.

Αυτό είναι το ιερό πανί το γαλανό και τ' άσπρο,
κομμάτι από ανοιξιάτικο και ξάστερο ουρανό,
που είναι λευκό σαν τον αφρό του κύματος που ανθίζει
σε περιγιάλι ολόγλυκο, σε πέλαο μακρινό.
Αυτό είναι το ιερό πανί, που, όταν περνάει μπροστά μας,
υγραίνονται τα βλέφαρα και σπαρταρά η καρδιά μας.

Απόσπασμα από το ποίημα του Στέφανου Δάφνη
«Ύμνος της σημαίας»