ΑΡΘΡΑ - ΚΕΙΜΕΝΑ - ΣΚΕΨΕΙΣ

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)

Βασική προϋπόθεση για την ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου:

- Να μην είναι άσεμνο, δυσφημιστικό, απειλητικό, προσβλητικό, υποτιμητικό, να μην περιλαμβάνει δηλαδή, χυδαιότητες και ύβρεις.
- Να είναι γραμμένο στα ελληνικά, και όχι σε greeklish.
- Αν είναι γραμμένο σε άλλη γλώσσα, να συνοδεύεται από την ελληνική του μετάφραση.
Μπορείτε να στέλνετε τα κείμενά σας στο e-mail: admin@ellas2021.eu

Περιεχόμενα
• Να φτιάξουμε «Φροντιστήρια Ελληνισμού»
• Εθνική συνείδηση, το κατακόκκινο μήλο και τα σκουλήκια.
• Η διεθνής σημασία του 1821.
• Έθνος, κράτος και κατανόηση απλών εννοιών.
• Ο ρόλος της Αρχαιότητας το 1821
• Κείμενα Ι. Καποδίστρια 1806-1831 περί ιδιογενούς εκπαίδευσης και εθνικής ανεξαρτησίας.
• ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΝΟΧΛΕΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ;
• Η 25η Μαρτίου
• Πατριδογνωσία
• Στα μαθητικά μου χρόνια...
• Το Ελληνικό θαύμα

Να φτιάξουμε «Φροντιστήρια Ελληνισμού»

6-10-2020

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.

Ό,τι και να γράφουμε τόπο δεν πιάνει. Γι’ αυτό καλύτερα να στραφούμε στις πατραγαθίες και δη στο «άγιο βήμα» της ιστορίας μας, την Αγιασμένη Επανάσταση του ’21. Από εκεί πρέπει να πιάσουμε το νήμα… Παρηγορία και θάρρος. Μοσχοβολούν τα καριοφίλια και τα πετραχήλια. Να αρχίσει να βροντολαλεί και πάλι στην καρδιά του Ελληνισμού το μπαρούτι του Εικοσιένα, τώρα που πολλά «θερία πολεμούν να μας φάνε»…

Όταν έφτασε στην γυναίκα του Μάρκου Μπότσαρη, το πικρό μαντάτο για τον ηρωικό θάνατο του άνδρα της, έτυχε να χτενίζει τον γιο της, τον Δημήτριο, αγόρι έντεκα ετών. Άρχισε να μοιρολογεί. Ο μικρός Σουλιώτης δεν την άφηνε να κλαίει. Ο πατέρας, της έλεγε, σκοτώθηκε για την πατρίδα και η ψυχή του θα πάει στον παράδεισο. Μην κλαις! Να μην φορέσεις μαύρα και να με αφήσεις να πάω στον θείο μου, (τον Νότη Μπότσαρη), να πολεμήσω μαζί του. Να μου δώσεις άρματα και άλογο, μπορώ να τα κρατώ. Θέλω να πάρω εκδίκηση για το αίμα του πατέρα μου…

Όσοι αγαπούν την πατρίδα μας, αυτό το «πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τους αγώνες του λαού της, την θάλασσα και το φως του ήλιου» (Σεφέρης), θλίβονται και πικραίνονται για το τωρινό κατάντημά της.

Τα συμπτώματα της παρακμής είναι εμφανέστατα. Κράτος – ζήτουλας της οικουμένης, τετρομαγμένο και δανειοσυντήρητο. Πολίτες, ένας ολόκληρος λαός, πανικοβλημένοι, απογοητευμένοι και, το χειρότερο, που δεν σέβονται, δεν συμπονούν, δεν αγαπούν την πατρίδα τους. Σεργιανίζουν οι Τούρκοι στο Αιγαίο, μαγαρίζουν τα αίματα του Κανάρη και απαντάμε με απειλή κυρώσεων, που θα λάβουν οι Ευρωπαίοι, τους οποίους γονυπετώς εκλιπαρούμε. Και δεν το κάνουν, γιατί ξέρουν ότι μας κυβερνούν προσκυνημένοι. Και ο πολύς λαός, το ασκέρι, ξεφυσά με ανακούφιση. Πήραμε παράταση. Τα πάρτι στην Μύκονο, στην παραλιακή των Αθηνών, θα συνεχιστούν. Το ξεφάντωμα δεν θα αναβληθεί…

Ταυτίζουν οι μελλοθάνατοι γλεντοκόποι την πατρίδα, με το κράτος της μίζας, της αναξιοκρατίας, του σαλταδορισμού, της τεμπελιάς, της αργομισθίας. Είναι τέτοιο σίγουρα, φρόντισαν γι’ αυτό οι ανθυπομετριότητες που το κυβέρνησαν και το κυβερνούν, που αντί να αναδείξουν και να καλλιεργήσουν τα προτερήματα του λαού, ξέβρασαν τα ελαττώματά του.

Όμως άλλο είναι η πατρίδα μας. Είναι ο τόπος των πατέρων μας, είμαστε γραμμένοι στα μητρώα της, της ανήκουμε, δεν μας ανήκει. Είμαστε παιδιά της και κανένα παιδί δεν απαρνιέται την μάνα του, γιατί έτυχε να πέσει, (οι γέροντες γονείς πέφτουν, αλλά δεν ξεπέφτουν), να χάσει τα πλούτη της, τα φτερά της τα πρωτινά, τα μεγάλα.

Ο γιος του αθάνατου Μάρκου Μπότσαρη, ο Δημήτριος, δεν κλαίει, δεν οδύρεται. Όχι. Γυρεύει άρματα για «γδικιωμό», να πάρει το αίμα του πατέρα του πίσω. Καμαρώνει που σκοτώθηκε ο πατέρας του για την πατρίδα και παρηγοριέται που θα πάει στον παράδεισο. Ομολογία πίστεως και φιλοπατρία αταλάντευτη. Ποιος του τα έμαθε; Γονιοί και δάσκαλοι του δίδαξαν παιδεία…σουλιώτικη. Γράμματα αντίστασης, γράμματα ελευθερίας.

Σε έναν ωραίο, παλιό τόμο με τίτλο «Μνήμη Σουλίου», έργο του 1971, περιέχεται μια ομιλία του Γ. Αθανασιάδη, το 1957, αφιερωμένη στον αγέρωχο πολέμαρχο του Σουλίου, Νότη Μπότσαρη, τον αρχηγό της Φρουράς του Μεσολογγίου. Διαβάζω στον επίλογο του κειμένου:

«Η προβολή ενώπιον των νεωτέρων γενεών του Έθνους ιστορικών προσωπικοτήτων της ολκής του Νότη Μπότσαρη αποτελεί το καλύτερο δίδαγμα για την διάπλαση του χαρακτήρος των». (σελ. 197). Σωστά. Με τους Μποτσαραίους διαπλάθεις χαρακτήρα και όχι με την «Σόνια» την γάτα που αποτελεί πρότυπο ηρωϊσμού στα βιβλία Γλώσσας του Δημοτικού. (Β΄ τεύχος, Γλώσσα Στ΄ Δημοτικού, σελ. 62). Η Παιδεία μας είναι βαριά και θέλει γερά χέρια για να την κρατήσεις. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν. Με τις γάτες και με κείμενα που υμνούν την ηττοπάθεια, δεν μορφώνεις «γερούς» Έλληνες, αλλά γερασμένους καλοπερασάκηδες.

Δύο μόνο επεισόδια θα αναφέρουμε από την ζωή του ένδοξου καπετάνιου. Τον Απρίλιο του 1804 στο Μοναστήρι του Σέλτσου, έγινε ο ξακουσμένος «χαλασμός των Μποτσαραίων». Σκοτώθηκαν πολλοί, μεταξύ αυτών και η περίφημη κόρη του Νότη, Λένω (Ελένη) Μπότσαρη. Διαβάζω: «Ο Νότης κείτεται στο πεδίο της μάχης, διάτρητος από τις πληγές πνιγμένος στο αίμα κατάμαυρος από το μπαρούτι. Εφτά πληγές είχε και την σοβαρότερη στο δεξί μάτι. Την ώρα εκείνη η κόρη του η Λένω, λεβεντοκόριτσο 22 χρονών, λυγερή, ξανθή, ήρθε μετά τον ηρωικό θάνατο του θείου της Νίκηζα, με τον οποίο συμπολεμούσε, και βρήκε τον πατέρα της μισοπεθαμένο. Με το ματωμένο γιαταγάνι στο χέρι, έσκυψε και τον ρώτησε:

-Τι να κάνω πατέρα;

Παιδί μου ήρθε η ώρα σου. Σκοτώσου! Της αποκρίθηκε ψιθυριστά». Χίμηξε η Λένω με το γιαταγάνι, αναμέρισε τους εχθρούς και πνίγηκε στον Αχελώο, για να μην την μαγαρίσουν, κατά το “λαμπρό” τους συνήθειο, οι αντίχριστοι Μωχαμετάνοι.

Παρελαύνουν οι υπουργοί στο «Παιδείας». Έρχονται και παρέρχονται. Και το μόνο που απομένει είναι η σκιά τους, το σκοτάδι που παραλαμβάνουν, το παραδίδουν στον διάδοχό τους. Ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Αν είχαν φρόνιμα ελληνικό θα καθιέρωναν τα «σουλιώτικα γράμματα».

Σουλιώτικα γράμματα είναι να επαναφέρεις στους τοίχους των σχολείων τα κάδρα των ηρώων του Εικοσιένα, τώρα που θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Παλιγγενεσία.

Σουλιώτικη παιδεία είναι να ετοιμάσεις Ανθολόγιο για το δημοτικό σχολείο, όπου θα περιέχονται λόγια και επεισόδια των αγωνιστών, σαν αυτά που προανέφερα.

Σουλιώτικα γράμματα είναι να διδάξεις στα παιδιά την κολοκοτρωναίικη εθνική διδαχή: «Όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος».

Και εφόσον το κράτος είναι αιχμάλωτο και βασιλεύει το «ψευτορωμαίικο», παιδεία για Ελληνόπουλα που θα σκέφτονται και θα πράττουν όπως ο γιος του Μάρκου Μπότσαρη ή του Μιχαήλ Μελά και του Πιερή Αυξεντίου, κατορθώνεις, αν ιδρύσεις «Φροντιστήρια Ελληνισμού», όπου θα διδάσκονται τα τιμαλφή της Γλώσσας, της Ιστορίας και της Ορθοδοξίας. Για παιδιά Δημοτικού, με δασκάλους που δεν «παρουσιάζουν συμπτώματα» αφιλοπατρίας και εκκλησιομαχίας, αλλά είναι υγιείς, με «ψυχή και Χριστό». Δίπλα στα φροντιστήρια αγγλικών και γερμανικών, να ανοίξουν και τα, επαναλαμβάνω, «Φροντιστήρια Ελληνισμού». Διότι, μας κανοναρχεί ο Ρήγας, «εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή με την οποία λάμπουν τα ελεύθερα έθνη». Αλλά ποιων γραμμάτων; Του Σουλίου, της Μάνης, των Σφακίων, της Πίνδου, του Μαχαιρά και του Άθω…

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

Από εδώ.

Εθνική συνείδηση, το κατακόκκινο μήλο και τα σκουλήκια.

14.09.2020

Υπάρχει άραγε κάποια ιδιαίτερη, διαρκής ανάγκη των ιστορικών να διευρύνουν τη δράση τους, τη θεματολογία, ακόμα καλύτερα την προβληματική τους, με στόχο να μας δώσουν νέες αναπαραστάσεις του παρελθόντος; Υπάρχει κάποιος λόγος που συντάσσονται ορισμένοι συγγραφείς, λογοτέχνες και λοιπές συναφείς κατηγορίες στην αναζήτηση νέων ερμηνειών του παρελθόντος μας έτσι που να οδηγηθούμε σε μια συνολική αμφισβήτηση της διαδρομής μας ως έθνους;
Ναι, αν το παρελθόν εξακολουθεί να επηρεάζει τις συνθήκες του παρόντος.
Η «ιστορική σκέψη» και ο συναφής προβληματισμός, αν διαθέτεις τις τεχνικές, τα εργαλεία, τη γνώση και κυρίως αν ο σκοπός σου είναι πολύ συγκεκριμένος και το ζητούμενό σου πολύ ξεκάθαρο, είναι ένα θαυμάσιο μέσο για να αλλοιώσεις την εθνική μνήμη, να ερμηνεύσεις κατά το δοκούν τα γεγονότα, να απαλείψεις ό,τι ενοχλητικό δεν εξυπηρετεί το αφήγημα και να φωτίσεις ό,τι βολεύει το επιδιωκόμενο.
Είναι ένα πολύ δραστικό εργαλείο για να στοχεύσεις το παρόν και το μέλλον ενός λαού, επιβεβαιώνοντας ή καταρρίπτοντας επιλογές και συστηματοποιήσεις του παρελθόντος του.
Οι ποικίλες και μεταξύ τους ανταγωνιστικές λειτουργίες της ιστοριογραφίας, η νομιμοποίηση, η κριτική, ακόμα και η ριζική αμφισβήτηση, η επικράτηση ή η απόρριψη μιας τάσης, έχουν μια μοναδική, τεράστια αξία: παράγουν πολιτική.
Γι΄αυτό, πολιτική και πολιτικοί, θέλουν συχνά να εποπτεύουν την ιστοριογραφική παραγωγή, ή τουλάχιστον να έχουν λόγο γι΄ αυτήν.
Αθέμιτο;

Υπάρχει και χειρότερο.

Οι εκάστοτε ιστοριογραφικές ερμηνείες του παρελθόντος, συστηματικά και μεθοδικά να καθοδηγούνται από ιδιότυπους θεσμούς, επιτροπές ή παρεούλες, ώστε να διαμορφώνουν ένα παρόν κι ένα μέλλον, στο οποίο πολιτικοί, εκπαιδευτικοί και έντιμοι ερευνητές να μην έχουν λόγο.
Στην εθνική υπόσταση ενός πληθυσμού, υπάρχει πάντα μια πρωταρχική ιστορική αναφορά, που λειτουργεί σαν καθρέφτης μέσα στον οποίο αναγνωρίζουν τον εαυτό τους όλα τα μέλη της εν λόγω κοινωνίας με τον ίδιο τρόπο. Είναι αδιάφορο αν αυτή η ιστορική αναφορά είναι πλήρως ή μερικώς αληθής ή επινοημένη. Σημασία έχει ότι είναι κοινά αποδεκτή, ακόμα καλύτερα, είναι αυτονόητη για τον καθένα.
Η εθνική ιδεολογία θα υποστηρίξουν κάποιοι, δεν είναι παρά ανακάλυψη της ευρωπαϊκής διανόησης της νεώτερης ιστορικής περιόδου, που συστηματοποίησαν επαναστάτες και γαλλικός διαφωτισμός. Πρόκειται για τους ωραιότερους μύθους που εμπνεύστηκε ποτέ η ανθρωπότητα, επιδιώκοντας την επιβεβαίωση μιας ιστορικής συνέχειας.
Οι Άγγλοι κι ο βασιλιάς Αρθούρος, οι Γάλλοι με τους Γαλάτες τους, η Ρώμη με τους γιούς της λύκαινας, οι Έλληνες με την αρχαιότητα και το δωδεκάθεό τους.
Είναι μύθοι; Είναι δημιουργήματα έμπνευσης;

Ακόμα κι έτσι, έχουν ένα σημαίνον, βαθύτατο, κοινό νόημα: Μέσα απ΄ αυτούς, δηλώνεται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, η διαρκής, αδιάλειπτη παρουσία του συγκεκριμένου πληθυσμού στο διεκδικούμενο σημείο του πλανήτη και η αληθής, από καρδιάς πεποίθηση ότι ο τόπος του ανήκει κι εκείνος ανήκει στον τόπο του.
Πρόκειται για θεμελίωση δικαιώματος πλήρους ελέγχου της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, που πέρα από διαδικασίες επαναστατικές ή πολιτικές, ορίζεται ως εθνική επικράτεια.
Αυξομειώσεις αυτής της εθνικής επικράτειας είτε με πολέμους, είτε με συμφωνίες, είτε με ανταλλαγές εδαφών, κι αυτές στους θεμελιώδεις μύθους θα υπαχθούν και μέσω αυτών θα επιδιωχθεί η νομιμοποίηση των διαφοροποιήσεων προς εαυτόν και τους άλλους.
Αλλά πού το παράδοξο να εμπνευστούν οι δικοί μας πρόγονοι από την ελληνική αρχαιότητα;
Ποιος και πώς μπορεί να αρνηθεί τη συνεχή, αδιατάρακτη συνέχεια και συγγένεια;
Ποιος μπορεί να μας στερήσει την ιστορική αναφορά;
Ποιος θα αμφισβητήσει το απόλυτα φυσικό και αυτονόητο: στα χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση, να στραφούμε στην ιστορία μας προκειμένου να αναπροσδιοριστούμε;
Προεπαναστατικά από κείνους αντλήσαμε ηρωικά παραδείγματα, επαναβεβαίωση αξιών και καταγωγής υπερηφάνεια.
Η αναδυόμενη εθνική ιδέα, ουδενός μύθου είχε χρείαν.
Οι μύθοι και οι αντιγραφές, δεν δημιουργούν επαναστάσεις.
Γιατί κι αυτό ανερυθρίαστα υποστηρίχθηκε. Ότι δηλαδή, οι Έλληνες απλώς αντέγραψαν, επιτυχώς ή όχι τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό.
Από πού άντλησε φως, ο διαφωτισμός των Ευρωπαίων και ποίαν είχαμε εμείς ανάγκη δανείου;

Αυτό το έθνος είχε ανέκαθεν ισχυρότατα εσωτερικά ερείσματα.
Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα, όπως είπε κι ο Σεφέρης.
Η αδιάλειπτη παρουσία των ελληνικών πληθυσμών στη γη των πατέρων τους και το κλέος της αρχαιότητας, ήταν περιουσία κατοχυρωμένη και ομολογημένη.
Η ιστορία μας, υπήρξε το μέγα στήριγμα, το θεμέλιο της ελληνικής επανάστασης.
Και το ισχυρότερο όπλο μας υπήρξε το παρελθόν μας.

Το προεξάρχον κριτήριο που ένωσε και ανέστησε ένα έθνος, η ηθική και ψυχική κινητήρια δύναμη που δημιούργησε μιαν επανάσταση χωρίς προηγούμενο, μια στρατιωτική και πολιτική δράση που οδήγησε σε απρόσμενες συμμαχίες, προκάλεσε τη συγκίνηση και το θαυμασμό λαών και ηγεσιών και γέννησε το γνωστό κύμα αλληλεγγύης που αποκαλέσαμε «φιλελληνισμό» .
Άλλωστε η επανάσταση ξεκίνησε από μηδενική θεσμική βάση, με υποτυπώδεις οργανωτικές διαδικασίες κι ένα μόνο εξαρχής κριτήριο.
Το πρόταγμα «έθνος ελεύθερο», που η δύναμή του αποδείχτηκε μεγαλύτερη απ΄ όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Πίσω και πάνω και πριν απ΄όλα, η εθνική μας συνείδηση.
Αυτή που πολύ πριν διαμορφωθούν οι συνθήκες, συνέβαλε στην παραγωγή τους.
Στο βαθμό που έμενε ζωντανή, καθόριζε την εθνική ταυτότητα, διαφοροποιούσε τον Έλληνα από τους υπόλοιπους υπόδουλους, τον ωθούσε να διεκδικήσει από το 15ο ακόμα αιώνα, από την επομένη της Άλωσης, ως το μεταίχμιο 18ου και 19ου αιώνα κι από κει ως την καθιέρωση του ελληνικού έθνους-κράτους, τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτονομία της ύπαρξης του.
Ευρύτερα ακόμα, η τρισχιλιετής συνέχεια του, του επιτρέπει με απόλυτα φυσικό τρόπο, να εντάξει στη διεύρυνση της εθνικής του επικράτειας, τόσο τους αυτοκρατορικούς θεσμούς του Βυζαντίου, όσο και το οικουμενικό Πατριαρχείο.
Τώρα αν τούτα όλα δεν είναι παρά θεμελιωτές μύθοι, παραμένουν πάντοτε αναγκαίοι.

Σήμερα παρά ποτέ.

Κι αν οι ιστορικοί συμβολισμοί του έθνους, θα έπρεπε όλο και περισσότερο, να πηγάζουν από μια ρεαλιστική και οπωσδήποτε σύνθετη ιστορική γνώση, η εθνική συνείδηση θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με το σεβασμό που αρμόζει στο πολυτιμότερο κεφάλαιο αυτού και κάθε άλλου λαού.

Αύρα Ζ.Α.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ 1821

13.09.2020

Πέρα από το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν δημιούργησε κανένα νεοελληνικό έθνος, διότι το έθνος ουδέποτε έπαψε να υπάρχει, ώστε να έχει ανάγκη να «δημιουργηθεί» εκ νέου, πέρα από τη δημιουργία του Εθνικού Ελληνικού Κράτους, η των Ελλήνων ΄Εγερσις, είχε και τεράστια διεθνή σημασία, αφού αποτέλεσε την αφορμή για μια σειρά εξελίξεων, που διαφορετικά ο κόσμος δεν θα έβλεπε, παρά μετά από πολλά χρόνια και πολλές προσπάθειες.

Μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ (Ιούνιος 1815), η Ευρώπη γνώρισε μια καταθλιπτική, αντιδραστική οπισθοδρόμηση. Οι πρώην φεουδάρχες απαιτούσαν την επιστροφή των κτημάτων τους στη Γαλλία, πλήθος «διανοουμένων» ζητούσαν ανοιχτά να μην μορφώνονται τα πλατιά λαϊκά στρώματα, ενώ ο Πάπας και η Καθολική Εκκλησία, βοηθούσαν με κάθε τρόπο τους ευγενείς να καταπνίξουν το δημοκρατικό πνεύμα.

Το Σεπτέμβριο του 1815 ιδρύεται η Ιερά Συμμαχία από τους μονάρχες Αυστρίας, Πρωσσίας και Ρωσσίας, στην οποία συμμετέχει άτυπα και η Αγγλία.

Ψυχή της Συμμαχίας, ο Αυστριακός καγκελάριος Μέττερνιχ.

Όταν ξέσπασαν επαναστάσεις στην Ισπανία (1820-1823) και στην Ιταλία (1820-1821), η καταστολή ήταν άμεση, με τα στρατεύματα της μοναρχικής Γαλλίας και της Αυστρίας αντίστοιχα.

Το Μάρτιο του 1821 ξεσπά η Επανάσταση στο Μοριά. Μέσα σε λίγους μήνες, οι Ελληνες με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη, παίρνουν την Τριπολιτσά, καταφέροντας βαρύτατο πλήγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το καλοκαίρι του 1822 συντρίβεται ο Δράμαλης στα Δερβενάκια, την ίδια χρονιά ο Κανάρης πυρπολεί τη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου.

Ο Μέττερνιχ από την πρώτη στιγμή τάχθηκε φανατικά εναντίον της Επανάστασης των Ελλήνων, στο Συνέδριο της Βερόνας (φθινόπωρο του 1822), έδωσε αγώνα σκληρό, ώστε να πεισθούν οι άλλοι μονάρχες ότι πρέπει πάραυτα να κατασταλεί ο αγώνας των Ελλήνων, όπως συνέβη με την Ιταλία και την Ισπανία.

Όταν δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα σύμφωνα με την επιθυμία του, συμβούλευσε το σουλτάνο να ζητήσει τη βοήθεια του υποτελούς του κυβερνήτη της Αιγύπτου Μοχάμεντ Αλή, ο οποίος και έστειλε τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825).

Αν και ο Τσάρος φοβόταν και ενοχλείτο από τα επαναστατικά κινήματα, ήταν πολλοί οι αξιωματικοί του ρωσσικού στρατού, που έδειχναν φανερά τη συμπάθειά τους για τον ελληνικό αγώνα. Όπως ομολόγησε άλλωστε « Ανάμεσα σε όλους τους Ρώσσους, είμαι ο μόνος που δεν συμπαθώ το ελληνικό κίνημα, γιατί η υπεράσπισή του, θα ήταν ο θρίαμβος των επαναστατικών ρευμάτων».

Ακόμα κι αυτός όμως, αναγκάστηκε ν΄αλλάξει άποψη, καθώς το αντιτουρκικό μέτωπο στη Ρωσσία, γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Εξάλλου ο Καποδίστριας με την υψηλή του θέση, έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να επηρεάσει προς μια θερμή φιλελληνική κατεύθυνση.

Έτσι το 1823 η Ρωσσία πρότεινε να δημιουργηθούν τρεις αυτόνομες –αλλά όχι ανεξάρτητες- ελληνικές ηγεμονίες σε Μοριά, Στερεά και Θεσσαλία.

Μετά την αυτοκτονία του τουρκόφιλου ΥΠΕΞ της Αγγλίας Κάστερλιγκ, ο διάδοχός του Κάννιγκ, τοποθετείται υπέρ της Ελλάδας, σκοπεύοντας να τη χρησιμοποιήσει σαν ανάχωμα απέναντι στη Ρωσσία, ενώ τα πλάνα του Μέττερνιχ έχουν πλέον χρεωκοπήσει και στην ουσία η Ιερά Συμμαχία έχει δραματικά και τελεσίδικα διασπαστεί.

Η μικρή Ελλάδα που γεννιέται, δημιουργεί αναταράξεις, εξελίξεις και δυναμικές διαφοροποιήσεις στο ευρωπαϊκό σκηνικό, επηρεάζει εσωτερικές αλλαγές χωρών και αποτελεί παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχεδιασμούς και συμφέροντα.

Η μικρή φλόγα εξελίσσεται σε πυρκαγιά που καίει και ταυτόχρονα φωτίζει, ώσπου το 1827, Αγγλία, Ρωσσία και Γαλλία συμφωνούν για μιαν ανεξάρτητη Ελλάδα και ακολουθεί η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου συντρίβεται ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος.

Για να φτάσει το 1828, όπου η Ρωσσία κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία και της καταφέρει βαρύτατα πλήγματα.

Αναφορές, βιβλιογραφία και μελέτες γύρω από την διεθνή ιστορική σημασία της Επανάστασης των Ελλήνων, πάρα πολλές.
Αρκετές ώστε να μην επιτρέπουν στους υποστηρικτές του ραγιαδισμού και τους αρνητές της λαμπρής ιστορίας του έθνους να ομιλούν.
Ωστόσο εδώ, θα παραθέσω μονάχα ένα μικρό απόσπασμα της σοβιετικής ιστοριογραφίας:
« Η ελληνική επανάσταση, είχε μεγάλη προοδευτική σημασία. Ήταν ένα αστικό επαναστατικό κίνημα εναντίον της φεουδαρχίας και της αντίδρασης. Από την άλλη, το κίνημα αυτό, χτύπησε άμεσα την Ιερά Συμμαχία. Ως τότε τα κράτη της Ιεράς Συμμαχίας ήταν πάντα σύμφωνα, αλλά με την Ελληνική Επανάσταση ξέσπασαν ανάμεσα τους σοβαρές διαφωνίες, που ως ένα βαθμό βοήθησαν να εξασθενίσει η αντιδραστική αυτή οργάνωση».
(Παγκόσμια Ιστορία, Α.Ε. της ΕΣΣΔ,τόμος ΣΤ1, σελίδα 207,ελληνική έκδοση 1960)

Αύρα Ζ.Α.

Έθνος, κράτος και κατανόηση απλών εννοιών.

Bernhard Ornstein, 17.08.2020

Σε ολόκληρη την ιστορία του Ελλαδικού χώρου, υπήρξαν διάφορες εκφάνσεις του ελληνικού έθνους, ανάλογες με τα δεδομένα της εκάστοτε εποχής. Προφανώς και δεν υπήρχε απόλυτη συνέχεια σε όλα τα επίπεδα. Και λέγοντας επίπεδο, εννοώ βιολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό, γλωσσολογικό και γεωγραφικό.

Για να προλάβω τυχόν παρεξηγήσεις, η εξέλιξη του ελλαδικού πληθυσμού από την προϊστορία και έως σήμερα, ήταν η πλέον συνεχής και δεμένη με τους ισχυρότερους κρίκους, αν συγκριθεί με την όποια άλλη ιστορική εξέλιξη, οποιουδήποτε άλλου έθνους στον πλανήτη. Συγκριτικά λοιπόν, όσο και αν επισημαίνω ότι υπήρχαν διαφορετικές εκφάνσεις του έθνους στα χιλιάδες χρόνια της ιστορίας του και με δεδομένες κάποιες αναγκαστικές προσμίξεις, τηρουμένων των αναλογιών, το έθνος ήταν και είναι ένα.

Για να γίνει ακόμα πιο σαφές:
Τέλεια και γραμμική εξέλιξη, χωρίς βιολογικές, πολιτισμικές και πολιτικές προσμίξεις, απλά δεν υφίσταται, για καμιά ομάδα-έθνος-τσούρμο-λαό (ή όπως αλλιώς θέλει κανείς να το πει) σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Αν όμως υπάρχει ένα έθνος που να έχει το μικρότερο δυνατό βαθμό προσμίξεων σε σχέση με τα υπόλοιπα, τότε αυτό είναι το ελληνικό.

Τόσο απλά.

Οπότε η προσπάθειά μου να είμαι ακριβής και να αποφεύγω τις ωραιοποιήσεις της ιστορίας μας, ας μην αλλοιωθεί-παρεξηγηθεί-χρησιμοποιηθεί από ανιστόρητους ή κακόβουλους ως επιχείρημα προς στήριξη ανυπόστατων θεωριών όπως π.χ. δημιουργίας νεοελληνικού έθνους(!), μη συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και άλλα τέτοια φαιδρά.

Έχοντας διευκρινίσει την θέση μου, μπορώ πλέον να σχολιάσω πιο ελεύθερα τα προβληματικά σημεία πάνω στα οποία πατούν κάποιοι, για να διαστρεβλώσουν την ιστορία.
Διότι υπάρχουν πατήματα.
Αυτό ας μην το παραβλέπει κανείς, θα ήταν επίσης ανιστόρητο.

Ας εξετάσουμε λοιπόν μερικά ιστορικά δεδομένα, που δεν βλέπω πώς θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει, ανεξαρτήτως των γνώσεων και πτυχίων του:

Α. Το Ελληνικό κράτος (ή οι ελληνικές κρατικές οντότητες ή οι συνασπισμοί), έπαψε να υφίσταται από το 144 π.Χ.
Αυτό δεν αμφισβητείται.

Β. Βυζαντινή αυτοκρατορία ή Βυζαντινό κράτος ή Βυζαντινό έθνος δεν υπήρξε ποτέ.
(ο όρος Βυζάντιο χρησιμοποιήθηκε από τους ιστοριογράφους πολύ αργότερα, τον 18ο αιώνα αν θυμάμαι καλά)

Γ. Το γεγονός ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κυβερνήθηκε και από Ελληνικής καταγωγής αυτοκράτορες, δεν την καθιστά ελληνική αυτοκρατορία. (θα το ήθελα κι εγώ πολύ, αλλά δεν ισχύει.)

Τα παραπάνω όμως, προφανώς και ΔΕΝ σημαίνουν πως δεν υπήρχε ελληνικό έθνος, από το 144 π.Χ έως το 1821.
Εδώ είναι η κακόβουλη τρίπλα που κάνουν αυτοί που θέλουν να παραποιήσουν την αλήθεια: Πατούν σε κάποια –όντως αληθινά- στοιχεία, που όμως αποτελούν μικρό ποσοστό αλήθειας, σε μια μεγάλη, λανθασμένη συνολικά θεώρηση.

Πιο αναλυτικά:

Το σύνολο των χαρακτηριστικών που καθιστούν μια ομάδα ανθρώπων έθνος, είναι τα εξής:

1. Πλειοψηφικά συγγενή φυλετικά χαρακτηριστικά
2. Πλειοψηφικά κοινή γλώσσα
3. Ύπαρξη εθνικής συνείδησης
4. Απουσία θρησκευτικών προστριβών στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινής ιστορικής γραμμής, μεταξύ της εν λόγω ομάδας. (προφανώς και η αλλαγή θρησκείας επιτρέπεται, αρκεί να αποτελεί επιλογή ή έστω αναγκαστική παραδοχή της πλειοψηφίας. Απλό είναι ε?)
5. Πλειοψηφικά κοινή ιστορική μνήμη

Σ΄ αυτή τη βάση -που θεωρώ λογική- μπορούμε να δούμε τις κυριότερες σχολές:

Α. Η αρχαιοελληνική
Κατά κύριο λόγο εκφράζεται από τον Ηρόδοτο:
«όμοιο αίμα και όμοια γλώσσα έχουν οι Έλληνες και τους ίδιους ναούς θεών και θυσίες κάνουν κοινές και τα ήθη τους μοιάζουν»

Β. Η Γερμανική
(δεν θα την αναλύσω, αλλά δίνει μεγαλύτερο βάρος στα φυλετικά και γλωσσολογικά χαρακτηριστικά)

Γ. Η Γαλλική
(επίσης δεν θα αναλύσω, αλλά δίνει μεγαλύτερο βάρος στον αυτοπροσδιορισμό του ατόμου και στη βούλησή του να ενταχθεί σε ένα έθνος)

Κατά την γνώμη μου, οι ορισμοί αυτών των σχολών, μπορούν να συνυπάρξουν.
Το κοινό συστατικό, είναι ότι τα ευρύτερα χαρακτηριστικά, καθορίζονται από την πλειοψηφία.
Σε πολιτισμένες συνθήκες, οι μειοψηφίες, είτε συγκατοικούν, είτε απορροφώνται.
Σε σκληρότερες συνθήκες, αποβάλλονται ή «εκκαθαρίζονται» (βλ. Γενοκτονίες ή ομαδικές απελάσεις).
Εξαιρετικά λυπηρά τα τελευταία, αλλά ιστορικά υπαρκτά.

Καταληκτικά,
το ελληνικό έθνος στοιχειοθετείται και από τους τρεις ορισμούς και μάλιστα είναι από τα ελάχιστα έθνη που υπάρχουν σε τόσο συμπαγή -επιτρέψτε μου τον αδόκιμο όρο- μορφή στη σημερινή εποχή.

Όποιοι ηθελημένα ή αθέλητα, μπερδεύουν τον όρο «έθνος» με τον όρο «κράτος», είτε είναι αγράμματοι και ανιστόρητοι, είτε έχουν κακόβουλες προθέσεις και κρυφή ατζέντα, εναντίον του ελληνικού έθνους.

Και κάτι ακόμα.
Οι όροι ναζισμός και φασισμός (καθ’ ολοκληρίαν αρνητικές έννοιες, για να προλάβω παρεξηγήσεις), αποτελούν ουσιαστικά κρατικές-κυβερνητικές τακτικές, που βασίζονται σε ακραίες μορφές του εκάστοτε τοπικού ιδεολογικού εθνικισμού.
Σε καμμιά περίπτωση δεν χαρακτηρίζουν την έννοια του έθνους.
Έχουμε καταντήσει κι εδώ στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, να αλλοιώνουμε τις έννοιες, είτε λόγω ατζέντας, είτε λόγω ημιμάθειας και ιδεοληψίας.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εδαφική σύνδεση, είναι μεν απαραίτητη για να δημιουργηθεί, να εξελιχθεί και να αποκτήσει συνοχή ένα έθνος ,αλλά η απώλεια εδάφους δεν ακυρώνει την ύπαρξη ενός ΗΔΗ δημιουργημένου έθνους.
Φυσικά το πλήττει και το απειλεί, αλλά εν δυνάμει, το έδαφος επανακτάται.

Όταν αυτό συμβεί (η επανάκτηση εδαφών), δεν έχουμε δημιουργία έθνους.
Ούτε καν επαναλειτουργία.
Αυτά είναι γελοιότητες.
Αφορούν κρατικές οντότητες κάθε είδους και όχι εθνικές.
Το κράτος καταργείται και επαναδημιουργείται.
Με την ίδια ή με άλλη μορφή.
Το έθνος είτε έχει συνέχεια, είτε όχι.
Δεν καταργείται, ούτε επανασυντάσσεται.
Δεν επαναδημιουργείται.

Το ελληνικό, αποτελεί το κλασσικότερο παράδειγμα όλων των ορισμών μαζί.

Για την συνοχή του.
Για την αντοχή του στο χρόνο και στους αντιπάλους κάθε είδους.
Και το κυριότερο: Για την προσφορά του στην εξέλιξη της δημοκρατίας.
Ένας «εθνικισμός» και μάλιστα αρχαίος, που ουσιαστικά σημαίνει εξ’ ορισμού αυστηρότερος και πιο απόλυτος, δημιούργησε ουσιαστικά τη δημοκρατία.
Και άρα, τον πρόγονο της δυνατότητας ανοχής των μειοψηφιών.
Ενδιαφέρον, ναι;

Καλά μυαλά σε όλους μας.

Υ.Γ: Από τον Ίωνα:

Πολίτες και ραγιάδες...
Ο πολίτης είναι υπεύθυνος,
ο ραγιάς είναι ανεύθυνος και δεν θέλει να έχει ευθύνες.
Ο πολίτης απαιτεί και επιβάλει,
ο ραγιάς δεν απαιτεί,
απλά ζητιανεύει από την εξουσία ρουσφέτι.

Επομένως η αίσθηση της ατομικής ευθύνης και η εκτίμηση για τον εαυτό του που έχει ο καθένας, ξεχωρίζουν τον πολίτη από το ραγιά.
Εμείς, για πόσο καιρό ακόμα θα το παίζουμε ραγιάδες;
Γιατί έχω την εντύπωση ότι το παίζουμε ραγιάδες, δεν είμαστε ραγιάδες.
“Τί θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι αυτός που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του.
Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος – την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον δέρνεις κι ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει.“
— Ίων Δραγούμης

Ο ρόλος της Αρχαιότητας το 1821

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ, 11.02.2020

Είκοσι έξι αρχαία από τις συλλογές του μουσείου, μαζί με 26 έργα του 18ου και του 19ου αιώνα, προσωρινά δάνεια από άλλα μουσεία, ξεδιπλώνουν την «πολύτροπη εμπλοκή της Αρχαιότητας με την Επανάσταση». ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

«Είχα δύο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι’ ένα βασιλόπουλο ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες· τόση εντέλειαν είχαν. Οταν χάλασαν τον Πόρον, τα ’χαν πάρη κάτι στρατιώτες και εις τ’ Αργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλλαρα γύρευαν. Αντεσε κ’ εγώ εκεί, πέρναγα· πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα· “Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτήτε να βγουν από την πατρίδα μας. Δι’ αυτά πολεμήσαμεν”. (Βγάζω και τους δίνω τρακόσια πενήντα τάλλαρα.)· κι’ όταν φιλιωθούμεν με τον Κυβερνήτη, (ότι τρωγόμαστε), τα δίνω και σας δίνει ό,τι του ζητήσετε διά να μείνουν εις την πατρίδα απάνου».

Tα λόγια του Στρατηγού Μακρυγιάννη και η γνωστή του ρήση, έδωσαν το νόημα και τον τίτλο στη νέα έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ): «Δι’ αυτά πολεμήσαμεν» – Αρχαιότητες και Ελληνική Επανάσταση. Στις τρεις αίθουσες, βαμμένες στο χρώμα του γραφίτη, με τις δύο τεράστιες οθόνες, σε μια ατμόσφαιρα αυστηρή, δίχως μεγάλες σκηνογραφικές παρεμβάσεις, παρακολουθούμε ένα μουσειολογικό αφήγημα για τη σχέση των Ελλήνων με τις αρχαιότητες και την εθνική αφύπνιση που κορυφώθηκε στα χρόνια της Επανάστασης, φτάνοντας μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους και τα μέσα του 19ου αιώνα.

Είκοσι εξι αρχαία από τις συλλογές του μουσείου, μαζί με 26 έργα του 18ου και 19ου αιώνα, προσωρινά δάνεια (Βουλή, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Μουσείο Μπενάκη, Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Πινακοθήκη, Συλλογή Stephan Adler και Συλλογή Μιχάλη και Δήμητρας Βαρκαράκη), ξεδιπλώνουν την «πολύτροπη εμπλοκή της Αρχαιότητας με την Επανάσταση».

Προσέγγιση που, όπως λέει η διευθύντρια του μουσείου, δρ Μαρία Λαγογιάννη-Γεωργακαράκου, «φωτίζει εκλεκτικά την περιπετειώδη συνύπαρξη του αρχαίου κόσμου με τη νεότερη εποχή, αποκαλύπτοντας σημαντικές πτυχές της πολυσήμαντης σχέσης των αρχαιοτήτων με την Ελληνική Επανάσταση: την “ανακάλυψη” των λαμπρών μνημείων της Ελλάδας και τη συστηματική διαρπαγή και εμπορία τους από τους ξένους περιηγητές, την πολύτροπη σύνδεση της αρχαίας κλασικής παράδοσης με το κίνημα του φιλελληνισμού, την ενδυνάμωση της αυτοσυνείδησης των Ελλήνων και τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους για τη διεκδίκηση και την προστασία της αρχαίας κληρονομιάς».

Λέξεις-κλειδιά οδηγούν τον επισκέπτη στο επόμενο βήμα, και η «Κ» ξεκινάει την περιήγηση με οδηγό τη διευθύντρια του πρώτου μουσείου της χώρας, να μιλάει για την ιδεολογική προετοιμασία της Επανάστασης, τις φιλελεύθερες ιδέες που προετοίμασαν τον ξεσηκωμό του Γένους, την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, τους μεγάλους διαφωτιστές όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Φεραίος. Δύο φύλλα (το 4ο και το 7ο) από τη μνημειακή Χάρτα του παρουσιάζουν την αλληγορική μορφή της Ελλάδας, πλαισιωμένη από αρχαιοελληνικές παραστάσεις.

Στην προεπαναστατική εικονογραφία, η Ελλάδα εμφανίζεται υπόδουλη ανάμεσα σε αρχαιότητες, όπως η αλληγορική μορφή της, που παρουσιάζεται σε υδατογραφία, αλυσοδεμένη και ρακένδυτη κι ολόγυρα αρχαία. Δίπλα σε ένα αναθηματικό ανάγλυφο του 5ου αι. π.Χ, σε σχήμα ναΐσκου, και ένα αγαλμάτιο της Αθηνάς, προσέχουμε την εικονογράφηση έκδοσης, που αναφέρεται στους Ελληνες της διασποράς, Dimo Stephanopoli και τον ανιψιό του Nicolo. Μανιάτες που ζούσαν στην Κορσική, το 1797 ήρθαν στην Ελλάδα απεσταλμένοι του Ναπολέοντα Βοναπάρτη για να δουν τις επαναστατικές διαθέσεις των Ελλήνων. Στο Γύθειο, σε ένα ανάγλυφο από ναό της Νίκης, αναγνώρισαν τη μορφή της Ελευθερίας και την επιγραφή «Νίκη ή θάνατος». Το ανάγλυφο βέβαια, επιστρέφοντας, προσφέρθηκε ως δώρο στον Βοναπάρτη…

Ο θαυμασμός για την Ελλάδα και τα μνημεία της, θυμίζει η διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, συνοδευόταν και από λεηλασίες και λαφυραγώγηση. Στα τέλη του 18ου αι. αρχές 19ου, το κυνήγι των αρχαίων και η διαρπαγή τους γενικεύτηκε. Ανάμεσά στους άρπαγες ήταν και μέλη επιστημονικών αποστολών και διπλωματικοί εκπρόσωποι στην Υψηλή Πύλη. Δεν ήταν μόνο ο Ελγιν και ο πράκτοράς του Λουζιέρι, αλλά και ο Γάλλος πρέσβης, κόμης Σουαζέλ Γκουφιέ με τον δικό του πράκτορα Φοβέλ, που τροφοδοτούσαν το Βρετανικό Μουσείο και το Μουσείο του Λούβρου.

Ολοι έπαιρναν «ενθύμια»

Το ευρύ κοινό γνωρίζει όσα λαφυραγώγησε ο Ελγιν από μνημεία της Αθήνας, αλλά ανάλογα έπραξε στις Κυκλάδες και στην Πελοποννήσο. Στις Μυκήνες ζήτησε από τον εκπρόσωπο των Βρετανών στο Αργος, Θεοδωράκη Βλασσόπουλο, να ερευνήσει για λογαριασμό του και επ’ αμοιβή τον Θησαυρό του Ατρέα. Τα περισσότερα απ’ όσα βρήκε στη βιαστική ανασκαφή του ο Βλασσόπουλος, μεταφέρθηκαν σε ιδιωτική συλλογή και έπειτα, το 1816, πουλήθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο.

«Ενθύμια» έπαιρναν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, οι Ρώσοι, οι Ολλανδοί, οι Γενουάτες, οι Ενετοί, όπου μπορούσαν. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αι., ομάδα Βορειοευρωπαίων νεαρών καλλιτεχνών και αρχιτεκτόνων μοιράστηκε τις μεγαλύτερες έως τότε αρχαιολογικές ανακαλύψεις στον ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Αλλά και από τον ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες.

«Το παράδειγμα του Ελγιν στον Θησαυρό του Ατρέα ακολούθησε ο διοικητής του Μοριά, Βελή Πασάς, γιος του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος διενήργησε ανασκαφές το 1810 και ανακάλυψε νέα τμήματα από τους ημικίονες που κοσμούσαν την είσοδο. Από αυτά, τρία τμήματα μεταφέρθηκαν στην Ιρλανδία, όπου έπειτα από πυρκαγιά κατέληξαν σε κάποια αποθήκη, για να παρουσιαστούν ξανά το 1905 στο Βρετανικό Μουσείο», σημειώνουν στον εξαιρετικό κατάλογο της έκθεσης η κ. Μαρία Λαγογιάννη και ο κ. Θοδωρής Κουτσογιάννης, έφορος της Συλλογής Εργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Ομως, και άλλοι περιηγητές πήραν ό,τι μπορούσαν από τον Θησαυρό του Ατρέα, όπως ο Θείρσιος (Friedrich Thiersch). Το τμήμα κιονόκρανου που περισυνέλεξε βρίσκεται στην Καρλσρούη.

«Είναι ένα μνημείο διασκορπισμένο σε τρεις χώρες και έξι μουσεία στον κόσμο. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο των Μυκηνών και τα άλλα σε Μόναχο, Καρλσρούη, Βερολίνο και Βρετανία», λέει η διευθύντρια του ΕΑΜ, προτρέποντάς μας να προσέξουμε το ημερολόγιο του Παναγιώτη Σταματάκη.

Σπάζοντας τις αλυσίδες

Συνεχίζοντας την περιήγηση, στη δεύτερη αίθουσα η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η αλυσοδεμένη Ελλάδα των προεπαναστατικών απεικονίσεων σπάει τις αλυσίδες δίνοντας τη θέση της στην Ελευθερία. Η εικονογραφία με αρχαιοπρεπές στυλ ανταποκρίνεται στο κλίμα του καιρού, όπως στο έργο με την Ασήμω Λιδωρίκη. Η σύζυγος του φρούραρχου της Ακρόπολης, Ιωάννη Γκούρα, προβάλλεται στα Προπύλαια, έχοντας πεσμένο τον δυνάστη οθωμανό. Στη διπλανή λιθογραφία ο λόρδος Βύρων, με τη σκωτσέζικη στολή του, προβάλλεται ως ήρωας της Επανάστασης με αρχαιοπρεπές κράνος. Πρότυπα που ενέπνευσαν την εικονογραφία του φιλελληνισμού όπως ο μελανόμορφος αμφορέας που εικονίζει περικεφαλαία, «συνομιλούν» με τη μόδα της εποχής. Το επιτραπέζιο ρολόι είναι ένα από αυτά. Πολλές φιλελληνικές οργανώσεις υποστηρίζουν τον αγώνα των Ελλήνων ακόμη και με έρανο όπως εικονίζεται σε λιθογραφία του 1826, με σικάτες Παριζιάνες να συνεισφέρουν. Στην ίδια προθήκη εκτίθεται κι ένα πιάτο από φαγεντιανή με τον Σατωβριάνδο να προΐσταται του φιλελληνικού κομιτάτου στο Παρίσι.

Η επιτύμβια στήλη που εικονίζει ιππέα πάνω σε άλογο από την Ακαδημία Πλάτωνος (τέλη του 5ου αι. π.Χ.), χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για να αναπαραχθεί το θέμα του Γκιαούρ εναντίον του Χασάν, ενώ μία από τις ένδοξες στιγμές της αρχαίας Ελλάδας, η ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827, αποτυπώνεται σε γαλλική πορσελάνη, με λαβές που έχουν τη μορφή φτερωτών Νικών.

Παρακολουθούμε όμως και τι ακολούθησε λίγους μήνες μετά τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο, όταν αποβιβάστηκαν 15.000 Γάλλοι στρατιώτες στην Πελοπόννησο με τις διαταγές του στρατηγού Mαιζών για να προστατέψουν τους Ελληνες από την εκδίκηση των Τούρκων. Τότε οργανώθηκε και επιστημονική αποστολή με τα τμήματα αρχαιολογίας, αρχιτεκτονικής και γλυπτικής της Expedition scientifique de Moree, να καταγράφουν αρχαιότητες που δημοσίευαν σε μνημειακές εκδόσεις. Οπως η μαρμάρινη Σφίγγα - Αρπυια από τη Δήλο που βλέπουμε και οι επιτύμβιες στήλες από τη Σαλαμίνα και την Τήνο.

«Βεβαίως δι’ αυτά πολεμήσαμεν, αλλά πώς τα διασφαλίσαμε…» λέει η κ. Λαγογιάννη, τονίζοντας ότι το 1827 στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας απαγορεύθηκε με διάταγμα η εξαγωγή αρχαιοτήτων από την Ελλάδα. Θυμίζει επίσης την ίδρυση του πρώτου Εθνικού Μουσείου από τον Καποδίστρια, την προσπάθεια της χώρας να σώσει τα αρχαία της, αλλά και την τεράστια προσφορά της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

«Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο», ζωγραφικό έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη δεξιά μας και αριστερά η ανδρική κεφαλή από τις πρώτες ανασκαφές του 19ου αι., με τους στίχους του Σεφέρη «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια» στο επιτοίχιο, είναι τα εκθέματα πριν από την κορύφωση της έκθεσης.

Μπαίνοντας στην τρίτη αίθουσα προσπαθείς να συγκρατήσεις κάθε λεπτομέρεια από το θέαμα που κορυφώνεται απέναντι, τονισμένο ηχητικά με τη μουσική του Νίκου Ξανθούλη. Δύο φτερωτές νίκες από τον ναό της Αρτέμιδος στην Επίδαυρο, περιστρέφονται αργά στον αέρα, όπως προβάλλονται στην εγκατάσταση, ενώ στο κέντρο της αίθουσας, σε προθήκες από φιμέ πλέξιγκλας, οι Νίκες που εικονίζονται σε έξι ερυθρόμορφα αγγεία, ολοκληρώνουν το πυκνό αφήγημα για την Ελευθερία, γεμάτο υπαινιγμούς και συμβολισμούς γι’ αυτά που μας εμπνέουν και μας κινούν.

Φωτογραφίες: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Από τον ιστότοπο της Καθημερινής.

Κείμενα Ι. Καποδίστρια 1806-1831 περί ιδιογενούς εκπαίδευσης και εθνικής ανεξαρτησίας.

Γράφει και ανθολογεί ο Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου.

1. Πραγματική ελευθερία

Πριν από δύο αιώνες, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης και πραγματικός Εθνάρχης τής Νεωτέρας Ελλάδος, διετύπωσε επιγραμματικά στην αυτοβιογραφία του τήν μείζονα εθνική πρόκληση, που η ελεύθερη πλέον Ελλάδα έμελλε να αντιμετωπίσει τότε και έκτοτε, επί λέξει ως εξής:

“Ως Έλλην οφείλω μόνον εκείνην τήν ελευθερίαν να επιθυμώ, ήν οι Έλληνες ήθελον αποκτήσει διά τών ιδίων των δυνάμεων και διά τής προηγουμένης προόδου των εις τόν αληθή πολιτισμόν...”

Πώς όμως επακριβώς εννοιολογούσε ο Καποδίστριας τόν “αληθή πολιτισμόν”; Γιατί μάλιστα εκείνος ο Μεγάλος Έλληνας θεωρούσε ότι ένας τέτοιος (“αληθής”) πολιτισμός αποτελούσε μία εκ τών δύο θεμελιωδών προϋποθέσεων για τήν πραγματική ελευθερία τών Ελλήνων και για τήν βιώσιμη ανεξαρτησία τής Ελληνικής Πολιτείας; Κατ’ εννοιολογική δε αντιπαράθεση, ποιός είναι ο “ψευδής” πολιτισμός, ο οποίος σύμφωνα με τον Καποδίστρια όχι μόνον αντιτίθεται προς ζωτικά εθνικά συμφέροντα τής Ελλάδος, αλλά επί πλέον απειλεί και αυτήν ταύτη τήν επιβίωση τού ελληνικού Γένους, και επομένως δεν συνάδει με τήν μεγαλοσύνη τών Ελλήνων ως οικουμενικού έθνους;

2. “Σύμμετρος μάθησις”

Κατ' αρχήν, η ελληνική νεολαία θα μπορούσε να εμβαπτισθεί στον “αληθή πολιτισμόν” μόνον στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού συστήματος παιδείας (και όχι απλώς εκπαίδευσης). Τήν διαφορά μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης, ήτοι μεταξύ σφυρηλατήσεως ήθους πολιτών και προσκτήσεως (χρηστικών-τεχνικών) γνώσεων αντίστοιχα, ο Καποδίστριας τήν συνοψίζει επιγραμματικά σε επιστολή του προς τόν στενό του συνεργάτη σε θέματα Παιδείας Ανδρέα Μουστοξύδη, επί λέξει ως εξής:

“Τά σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής.”

Δηλαδή τό κατά Καποδίστρια ζητούμενο είναι η διά τής Παιδείας αγωγή τών νέων τής Ελλάδος σύμφωνα με τά ελληνικά ήθη και τήν ελληνορθόθοξη παράδοση. Θεωρούσε ότι οι όποιες τεχνικές γνώσεις είναι χρήσιμες ή και αναγκαίες, με τήν προϋπόθεση όμως ότι η προτεραιότητα προσδίδεται στη διάπλαση ήθους και στη σφυρηλάτηση τής εθνικής συνείδησης τών νέων σύμφωνα με τήν ελληνική παράδοση, ήτοι με τά “ήθη ημών” (και όχι ξενόφερτα “ήθη άλλων”), όπως διατυπώνει σε επιστολή του τό 1827 προς τόν Μισαήλ Αποστολίδη, εφημέριο τότε στη Βιέννη και μετέπειτα καθηγητή τού Πανεπιστημίου Αθηνών και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών:

“Άν η παρούσα γενεά δεν ενισχυθή δι’ ανθρώπων μορφωθέντων εν αρίστω σχολείω, ιδίως κατά τούς κανόνας τής αγίας ημών θρησκείας και τών ηθών ημών, αμφιβάλλω ότι θα δυνηθή να καταστή αξία τού προορισμού, όν φαίνεται ότι η Θεία Πρόνοια επιφυλάττει αυτή.”

Η έμφαση τήν οποία ο Καποδίστριας προσδίδει στη χριστιανική ελληνορθόδοξη παράδοση, ως θεμελιώδη συνιστώσα μιας εθνικής Παιδείας, δεν είχε τήν έννοια μιας μονομερούς θρησκευτικής αγωγής τών νέων τής Ελλάδος σε βαθμό δηλαδή δογματικού φανατισμού ή και θρησκοληψίας. Απεναντίας μάλιστα. Ο Καποδίστριας προσέβλεπε σε μια Παιδεία ισόρροπης αγωγής, διά “συμμέτρου μαθήσεως”, στο πλαίσιο τής οποίας οι νέοι τής Ελλάδος θα διδάσκοντο ισορρόπως πρωτότυπα κείμενα τής Κλασικής Γραμματείας (αρχαίους Φιλοσόφους και Τραγικούς), τήν Καινή Διαθήκη και Πατερικά κείμενα τής Ελληνορθοδοξίας, όπως επίσης και νεωτερικές επιστημονικές ή και επιστημονικοφανείς θεωρίες εκ τής Εσπερίας. Δηλαδή ο αντικειμενικός σκοπός τού Καποδίστρια ήταν τό έθνος να παραμένει ενωμένο όχι μόνον επί τή βάσει πίστεως, αλλά συνδυαστικά και επί τή βάσει γνώσεως, όπως ρητά και επιγραμματικά προσδιόρισε στη β΄ επιστολή τήν οποία απέστειλε στις 6 Νοεμβρίου 1827 προς τόν Ανδρέα Μουστοξύδη, επί λέξει ως εξής:

“Τό πρώτιστον και ουσιωδέστατον τών χρεών τής ελληνικής κυβερνήσεως είναι να προμηθεύση εις τό έθνος τήν διδασκαλίαν τής πίστεως, υπάρχον αυτό αφωσιωμένον μέν ομολογουμένως εις τήν εκκλησίαν του, αλλ᾿ από αισθήματος απλού, και ειμή τολμηρόν ειπείν, από εμφύτου ροπής. Τήν δε σήμερον χρειάζεταί τι περισσότερον, να ήναι δηλαδή ευσεβές και διά τού λογικού, ήτοι διά συμμέτρου μαθήσεως, ότι άνευ τής επικουρίας ταύτης ούτε ο κλήρος θέλει δυνηθή να κατεπαλαίση τούς νεωτερίζοντας περί τά τής πίστεως, ούτε η νεολαία να προφυλαχθή από τάς κενάς των απάτας.”

Η κατά Καποδίστρια εθνοενωτική λειτουργία τής Παιδείας επομένως πραγματούται όταν η εκπαίδευση τών νέων συντελεί στην ανάπτυξη τής ικανότητός τους προς συγκριτική ανάλυση και κριτική σκέψη επί τή βάσει τών (Αριστοτελικών) κανόνων τής λογικής σύμφωνα με τά κλασικά πρότυπα. Για τόν Καποδίστρια, αποτελούσε και αποτελεί επιτακτική εθνική ανάγκη η διά τής Παιδείας αναβάθμιση τής παραδοσιακής “αφοσίωσης” τού έθνους εις τήν Ελληνορθόδοξη εκκλησία του όχι απλώς και μόνον “από αισθήματος απλού ή από εμφύτου ροπής” αλλά και από εν γνώσει και επιγνώσει “ευσέβεια και διά τού λογικού”. Θεμελιώδη κλασικά εκπαιδευτικά πρότυπα (ανάπτυξη “τού λογικού”), αποτελούσαν τότε και έκτοτε τήν μοναδική ασπίδα τού έθνους κατά διχονοιών ή και εμφυλίων σπαραγμών, στους οποίους απειλείτο τό έθνος να καταβυθισθεί ή και καταβαραθρωθεί από εκάστοτε “νεωτερικές” επιστημονικές ή ψευδοεπιστημονικές ξένες (δυτικογενείς) θεωρίες και “από τάς κενάς των απάτας”.

3. Διαχρονική Ιστορία

Η βαθιά πεποίθηση τού Καποδίστρια περί μιας εθνικής Παιδείας στην οποία η θρησκευτική αγωγή θα διαδραματίζει κομβικό ρόλο για τήν διάπλαση τού ήθους τών Ελλήνων ως ελευθέρων πολιτών και παράλληλα για τήν σφυρηλάτηση τού εθνικού τους φρονήματος, όπως επίσης και για τήν εσαεί καταλαγή εμφυλιακών διχονοιών, εδράζετο στην ιστορική του γνώση όσον αφορά στην διαδρομή τού Ελληνισμού από την Άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως και έκτοτε. Ενδεικτικά, ο Καποδίστριας διετύπωσε τόν εξής επακριβή εννοιολογικό ορισμό όσον αφορά στις λέξεις «Ελλάδα» και «Ελληνικόν έθνος» στην εποχή του, αποκρινόμενος σε σχετική ερώτηση—επί λέξει εν μεταφράσει: “Τί πρέπει να εννοήσωμεν λέγοντες Ελλάδα σήμερον;”—σε συνέντευξή του προς τόν Άγγλο Ουΐλλμοτ Όρτον στο Παρίσι στις 3 Οκτωβρίου 1827, λίγες δηλαδή ημέρες πριν τήν Ναυμαχία τού Ναυαρίνου και καθόν χρόνο ο Καποδίστριας προετοίμαζε τήν κάθοδό του στην Ελλάδα για να ηγηθεί τού εθνοαπελευθερωτικού αγώνος ως πρώτος Κυβερνήτης και Εθνάρχης τής Νεωτέρας Ελλάδος:

“Τό Ελληνικόν έθνος σύγκειται εκ τών ανθρώπων οίτινες από αλώσεως τής Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες τήν ορθόδοξον πίστιν, και τήν γλώσσαν τών πατέρων αυτών λαλούντες, και διέμειναν υπό τήν πνευματικήν ή κοσμικήν δικαιοδοσίαν τής εκκλησίας των, όπου ποτέ τής Τουρκίας και αν κατοικώσι.”

Η ιστορική δε οπτική τού Καποδίστρια όσον αφορά στην επί αιώνες δυναμική εξέλιξη τού ελληνικού έθνους κατά τήν Τουρκοκρατία, συνοψίζεται με ενάργεια και με τόν πλέον επίσημο τρόπο, στην από 12 Δεκεμβρίου 1825 επιστολή του, τήν οποία απέστειλε από τήν Γενεύη προς τήν Προσωρινή Κυβέρνηση τής Ελλάδος—καθόν χρόνο δηλαδή η απελευθερωθείσα Ελλάδα σπαράσσετο από εμφύλιες διαμάχες εν μέσω τής λαίλαπος τής αιγυπτιοαφρικανικής εισβολής στην Πελοπόννησο—επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:

“Οι ειρημένοι [Τούρκοι], αφ᾿ ενός μέρους, παίζοντες αδιακόπως τά υλικά συμφέροντα και όλα τά πάθη, άτινα συνακολουθούσιν εκείνα, διήρεσαν, εμόνωσαν και ώπλισαν τούς πατέρες σας, τόν ένα κατά τού άλλου· αλλ' ούτοι [Έλληνες πατέρες σας] αφ᾿ ετέρου, ηνωμένοι διά τής εις Χριστόν και εις τήν Αγίαν του Εκκλησίαν σταθεράς πίστεώς των, αντέτειναν εις τήν ολεθρίαν μάστιγα εκείνων φυλάττοντες αγνάς τάς αρχάς και τά ήθη, άτινα μόνα συνιστώσιν έν έθνος διά τής ενώσεως ανθρώπων τινων, λέγω τήν θρησκείαν και δι᾿ εκείνης τήν γενικήν καταγωγήν του και τήν εκουσίαν υποταγήν του εις μίαν και τήν αυτήν πνευματικήν κυριότητα. Ισχυρά η Ελλάς δι᾿ εκείνης τής απείρου δυνάμεως, διήλθε τέσσαρας αιώνας διαφθοράς και παντοίων άλλων δυστυχημάτων, χωρίς να παύση ποτέ τού να σχηματίζη έθνος, και να υποτάσσηται εις τούς ιερούς νόμους τού θείου νομοθέτου μας· καθότι έχουσα Εκκλησίαν, είχε πνευματικούς ποιμένας, και εστηρίζετο εις τάς συμφοράς της διά τών παρηγοριών τού Ευαγγελίου· σχηματίζουσα δε έθνος, είχεν άνδρας γενναίους εις τά όρη της, διά να τήν υπερασπίζωνται, ομοίους εις τάς νήσους της, διά να τήν αναδείξουν εις τόν εξευγενισμένον κόσμον πεπαιδευμένους, διά να τή διατηρώσι τάς αναφοράς της με τήν παλαιάν εκείνην Ελλάδα, τής οποίας τό πνεύμα έφερε τό φώς τών επιστημών εις τήν Ευρώπην.”

Το ως άνω κείμενο τού Καποδίστρια, όσον αφορά στον εθνοενωτικό και εθνοπροσδιοριστικό ρόλο τής Ελληνορθοδοξίας επί Τουρκοκρατίας, αρκεί αυτό καθεαυτό για να καταρρίψει άπαξ διά παντός τόν μύθο ή πλάνη ένιων ιστοριογράφων ότι η «διαχρονική συνέχεια» τού ελληνικού έθνους είναι δήθεν σκόπιμη επινόηση (ή και εθνικιστικό ιδεολόγημα) τού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, εθνικού ιστορικού τής Νεωτέρας Ελλάδος: Ο Καποδίστριας συνέταξε τήν ως άνω επιστολή του προς τήν «Προσωρινήν Κυβέρνησιν τής Ελλάδος» τό 1825, ήτοι δεκαετίες πριν ο Παπαρρηγόπουλος συγγράψει και εκδόσει τήν Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους. Επομένως μπορεί ευλόγως και βασίμως να λεχθεί ότι ο Παπαρρηγόπουλος απλώς ανέδειξε, με τό μνημειώδες ιστορικό του έργο, τήν περί Ιστορίας τής Νεωτέρας Ελλάδος παρακαταθήκη τού Καποδίστρια.

Επί πλέον, η ως άνω επιστολή είναι ενδεικτική τού ότι η Καποδιστριακή ιστορική αναλυτική οπτική περί τού Ελληνικού έθνους επί Τουρκοκρατίας, ήταν η διεθνώς τότε παραδεδεγμένη και επικρατούσα ιστορική άποψη στα διπλωματικά υψίπεδα τών Μεγάλων Δυνάμεων, δεδομένου μάλιστα ότι όταν ο Καποδίστριας τήν συνέγραψε διατελούσε τύποις στην υπηρεσία τού Τσάρου ως επ' αορίστω αδεία υπουργός Εξωτερικών τής Ρωσίας.

4. Ελληνόγλωσση Παιδεία

Προφανώς, η εθνική ελληνοχριστιανική αγωγή που επαγγέλλεται ο Καποδίστριας έχει ως θεμελιώδη συνιστώσα τήν επαρκή διδασκαλία τής πατρογονικής γλώσσης στους νέους τής Ελλάδος, ήτοι τής γλώσσης τής κλασικής Γραμματείας, τής Αγίας Γραφής και τών Πατερικών κειμένων. Προς τούτο όμως απαιτούνται διδάσκαλοι με “έρωτα πρός τήν εθνικήν γλώσσαν”, κατά ρητή και επίσημη διατύπωση τού Καποδίστρια, σε υπόμνημά του προς τόν Υπουργό Εξωτερικών τής Αγγλίας Λόρδο Κάστλερη, κατά τήν διάρκεια τού Συνεδρίου τών Παρισίων τό 1815, επί λέξει ως εξής:

“Τό συμφέρον και η εθνική φιλοτιμία θα υποκινηθώσι εξ ίσου εάν διδάσκαλοι διακεκριμένοι επί φιλοθρησκεία και έρωτι πρός τήν εθνικήν γλώσσαν εκλέγωνται μεταξύ τών Ελλήνων οίτινες δικαίως υπολήπτονται εν τώ κόσμω τών γραμμάτων και τών τεχνών.”

Το πόσο απόλυτος ήταν ο Καποδίστριας όσον αφορά στην ελληνική γλώσσα ως ακρογωνιαίο λίθο τής Παιδείας για τούς Έλληνες, αναφαίνεται από τό παρακάτω απόσπασμα επιστολής του, που απέστειλε από τήν Πετρούπολη τό 1811 προς τόν Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο:

“Ιδού Πανιερώτατε η δέησίς μου. Προστάξατε ως νομοθέτης «όστις γραικός πρός γραικόν γράψει εις διάλεκτον αλλογενών, κηρύττεται αλλογενής...»

Σε επίπεδο δε Ομογένειας, είναι ενδεικτική η επιρροή τής περί Παιδείας παρακαταθήκης τού Καποδίστρια στην ελληνική Ομογένεια στη Μαριούπολη (στην σημερινή Ουκρανία). Οι Έλληνες Ομογενείς τής Μαριουπόλεως—οι οποίοι μέχρι τό 1819 ομιλούσαν μόνο στη Ρωσική—προσέφεραν στον Ιωάννη Καποδίστρια ένα χρηματικό ποσό εις ένδειξη ευγνωμοσύνης για τήν υποστήριξη που τούς είχε παράσχει ως Υπουργός Εξωτερικών τού Τσάρου Αλεξάνδρου Α΄. Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε τήν προσφορά τους τότε εγγράφως, δι' επιστολής του (1819), με τόν εξής επί λέξει όρο:

“Καποδίστριας πρός τούς Έλληνες τής Μαριουπόλεως.

Δέχομαι τό χρηματικόν ποσόν, τό οποίον προσφέρετε εις εμέ εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης, υπό τήν προϋπόθεσιν ότι θα καταθέσητε αυτό διά παντός εις τινα Τράπεζαν και διά τών τόκων τού κεφαλαίου θα προσκαλέσητε εις τήν υμετέραν πόλιν Έλληνα διδάσκαλον, όπως διδάσκη εις υμάς και τά τέκνα υμών αποκλειστικώς τήν ελληνικήν γλώσσαν εις σχολείον τό οποίον θα ιδρύσητε. Διότι αποτελεί εντροπήν να είσθε Έλληνες και να αγνοήτε τήν μητρικήν γλώσσαν, τήν ευγενεστέραν τού κόσμου.

Ο Καποδίστριας μάλιστα θεωρούσε ότι η επαρκής γνώση τής Ελληνικής αποτελούσε θεμελιώδη προϋπόθεση που πρέπει να πληρούν όσοι διευθύνουν τά δημόσια πράγματα τής χώρας (πολιτικοί εκπρόσωποι και διοικητικά στελέχη), όπως ρητά ο ίδιος διατύπωσε σε επιστολή του προς τόν Υπουργό Εξωτερικών τής Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστων στις 9 Ιουλίου 1831, απαντών σε αιτιάσεις και αντιπολιτευτικές διαβολές διαφόρων Ελλήνων προκρίτων και κοτσαμπάσιδων προς τήν Κυβέρνηση τής Αγγλίας —ότι δηλαδή ο Καποδίστριας δεν τούς διόριζε, δήθεν αδίκως ή αντιδημοκρατικώς, σε διευθυντικές (υπουργικές) θέσεις στην κυβέρνηση—επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:

“Επ᾿ αληθείας δε πώς οι πρόκριτοι ούτοι, γινόμενοι διευθυνταί τών πραγμάτων, ήθελαν δυνηθή να ενεργήσωσι τήν εξουσίαν, μή έχοντες εν εαυτοίς τήν αναγκαίαν ικανότητα, στερούμενοι και τών ελαχίστων γνώσεων, και τήν ιδίαν αυτών γλώσσαν μετριώτατα ειδότες γράφειν και αναγιγνώσκειν ! ”

5. Παιδεία αριστείας

Η ιδιαίτερη έμφαση τού Καποδίστρια στην ελληνορθόδοξη θρησκευτική αγωγή, ως αναπόσπαστο μέρος μιας πραγματικά εθνικής Παιδείας για μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα ελευθέρων πολιτών, ευθυγραμμίζεται και με τά τρία επαναστατικά Συντάγματα—Επιδαύρου 1822, Άστρους 1823, Τροιζήνος 1827—στην προμετωπίδα απάντων τών οποίων αναγράφεται εν προοιμίω ότι συνετάγησαν «Εν ονόματι τής Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος» (όπως ισχύει και με τό τό παρόν Σύνταγμα τής Ελλάδος).

Επιπροσθέτως, οι αρχές τής αριστείας και τής αξιοσύνης, στις οποίες ο Καποδίστριας αναφέρεται σε κείμενά του—υποσημαίνων ρητώς τήν εθνική ανάγκη για “άριστα” σχολεία με “διακεκριμένους” διδασκάλους “οίτινες δικαίως υπολήπτονται εν τώ κόσμω τών γραμμάτων και τών τεχνών”—ευθυγραμμίζεται με τό θεμελιώδες περί αξιοσύνης άρθρο τών τριών επαναστατικών Συνταγμάτων (Σύνταγμα Επιδαύρου 1822, άρθρο στ΄, κ.τ.λ.), τό οποίο ορίζει:

“Όλοι οι Έλληνες εις όλα τά αξιώματα και τιμάς έχουσι τό αυτό δικαίωμα δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου.”

Αυτό τό άρθρο, «απ᾿ τά κόκκαλα βγαλμένο τών Ελλήνων τά ιερά», προσδιορίζει τήν αξιοκρατία ως θεμελιώδη δημοκρατική αρχή για μια λειτουργική, δικαία και επομένως βιώσιμη Πολιτεία, ήτοι για μια συνεκτική κοινωνία, για μια πραγματική (και όχι προσχηματική) δημοκρατία, και για μια ισχυρή και ανεξάρτητη Ελλάδα ελευθέρων πολιτών (και όχι υπηκόων).

Είναι ενδεικτικό ότι ο Καποδίστριας χαρακτηρίζει σωρηδόν τούς νέους που χρησιμοποιούν «πολιτικό» μέσο για να διορισθούν αναξιοκρατικώς σε δημόσιες θέσεις, ως “δυστυχή νεολαία” και “απερίσκεπτον συρφετόν νεολαίας”, που στερείται “υγιούς ήθους” και “κακώς εξυπηρετεί τό κράτος”, εις βλάβην τών εθνικών συμφερόντων και τής μεγαλοσύνης τού Γένους, επί λέξει ως εξής:

“Η δυστυχής νεολαία διδάσκεται μόνον πώς είναι δυνατόν να απολαμβάνη ελάχιστα κέρδη [μισθό]. Ο απερίσκεπτος ούτος συρφετός τής νεολαίας κακώς εξυπηρετεί τό κράτος, τό οποίον δεν αγαπά, διότι τήν θέσιν του οφείλει εις τόν προϊστάμενον [κομματικό μέσο θα λέγαμε σήμερα] και ουχί εις αυτό [το κράτος]. Τουναντίον η Κυβέρνησις χάνει τό δικαίωμα να βραβεύη διά θέσεως τούς αξίους νέους, ικανούς να τήν εξυπηρετήσωσι και με υγιές τό ήθος. Είναι δε φανερόν ότι προκύπτει μεγάλη απογοήτευσις διά τούς καλούς νέους εκ τού περιέργου τούτου συστήματος... Εάν η κατάστασις εξακολουθήση, προτιμώτερον είναι οι πόροι οι διατεθέντες διά τήν εκπαίδευσιν να προορισθώσιν δι᾿ άλλον σκοπόν.

Δηλαδή, σύμφωνα με τόν Καποδίστρια, τό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει λόγο ύπαρξης, ήτοι χρηματοδότησής του με δημόσιους πόρους, εάν η Πολιτεία δεν λειτουργεί με αξιοκρατικά κριτήρια διαφάνειας και κατ' αξίαν δικαιοσύνης, σύμφωνα δηλαδή με τό ως άνω θεμελιώδες άρθρο των επαναστατικών Συνταγμάτων περί αξιοσύνης—ως τού μοναδικού κριτηρίου διορισμών στο Δημόσιο—τά οποία εξέφρασαν τότε και έκτοτε τήν συλλογική βούληση Εκείνων που απελευθέρωσαν τήν Ελλάδα. Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί, ότι αυτήν τήν ρηξικέλευθη άποψή του, ο Καποδίστριας τήν εξέφρασε επίσημα ως καθ' ύλην αρμόδιος σε υπόμνημα-αναφορά του, ήτοι ως Επιθεωρητής Εκπαιδεύσεως τής Ιονίου Πολιτείας (Έκθεση Ι. Καποδίστρια, 23 Μαρτίου 1806).

Το ζήτημα τής αξιοσύνης, κατά το ως άνω θεμελιώδες άρθρο τών τριών Επαναστατικών Συνταγμάτων, ως τού μοναδικού κριτηρίου προσλήψεων στο Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένου και τού τομέα τής δημόσιας Παιδείας, ήταν τότε και έκτοτε ένα κρίσιμο θέμα για μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα: Ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι τό Δημόσιο έπρεπε να στελεχώνεται από “νέους” στην ηλικία πολίτες, οι οποίοι θα επιλέγονται προς τούτο αξιοκρατικώς, βάσει τού κριτηρίου τής κατ' αξίαν “ικανότητός” τους και μόνον—ότι δηλαδή ισχύει σήμερα στις αμερικανικές και άλλες πολυεθνικές εταιρείες που είναι οι σύγχρονοι επικυρίαρχοι τής Παγκόσμιας Οικονομίας—και όχι με κοινωνικά, πολιτικά, πελατειακά ή άλλα κριτήρια αδιαφάνειας και διαφθοράς. Μόνον με αυτόν τόν τρόπο θα καθίστατο δυνατόν να διασφαλισθεί ότι η Νεώτερη Ελλάδα θα ήταν “εμμελώς διοικουμένη” και άρα ισχυρή και ανεξάρτητη. Αυτός ο εθνικός στόχος (“Ελλάς εμμελώς διοικουμένη” από “νέους πολίτας ικανούς”) ήταν τότε και έκτοτε τόσο κεφαλαιώδης, ώστε ο Καποδίστριας ευλόγως θεωρούσε ότι προς αυτόν τόν στόχο “οφείλομεν να κατατείνωμεν πάντα τόν αγώνα”, όπως ρητώς και σαφώς διετύπωσε ως Κυβερνήτης τής χώρας σε επιστολή του προς τόν Ανδρέα Μουστοξύδη στις 14 Απριλίου 1828, επί λέξει ως εξής:

“Ελλάς εμμελώς διοικουμένη δεν θέλει υπάρξη, πριν εύρωμεν μεταξύ τών ημετέρων νέων πολίτας ικανούς να αναλάβωσι τά τής δημοσίου υπηρεσίας. Τούτο δε ούπω ενέστηκε, διό και πρός τό καταντήσαι τάχιον εκείσε, οφείλομεν να κατατείνωμεν πάντα τόν αγώνα.”

Σε αυτό τό πλαίσιο, ο Καποδίστριας, κατά τήν άσκηση τών κυβερνητικών του καθηκόντων, προσέδιδε εμπράκτως τεράστια έμφαση στην Παιδεία, και μάλιστα τήν δωρεάν δημόσια Παιδεία, “κρούων πάσαν θύραν” προς τούτο, όπως συνοψίζει στη συνέχεια τής επιστολής του, ως εξής:

“Διά τούτο και εγώ ετοιμάζω πολυάριθμον φυτευτήριον μαθητών διά τά σχολεία μας, συνάξας μέχρι τούδε ικανούς, και μέλλων να συνάξω και άλλους, άμα ευπορήσας δαπάνης πρός ιματισμόν, διατροφήν και διδασκαλίαν αυτών. Κρούω δε πάσαν θύραν ζητών αργύριον διά τήν τράπεζαν, και ίδε και εσύ αν δύνασαι να καταφέρης τινάς τών αυτόθι μεγαλοπλούτων μας να συνεισφέρωσιν.”

Ο Καποδίστριας δηλαδή προσέβλεπε σε μία αξιοκρατική και παράλληλα καθολική δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, στην οποία θα είχαν πρόσβαση όλοι ανεξαιρέτως οι νέοι τής Ελλάδος, και διά τής οποίας θα επιβραβεύετο η αριστεία, ήτοι η ανάδειξη “τής εμφύτου κλίσεως και ικανότητος” τών χαρισματικών μαθητών και η επιβράβευση τής “φιλοτιμίας” (επιμέλειας) εκάστου. Προς τούτο, ο Καποδίστριας καθιέρωσε εξ αρχής τόν θεσμό τών προτύπων ή “πρωτοτύπων” σχολείων, στα οποία εγίνοντο δεκτοί οι πλέον διακεκριμένοι μαθητές με αξιοκρατικά και μόνον κριτήρια, κατόπιν εξετάσεών τους ενώπιον τής εκάστοτε ειδικής προς τούτο “συστηνομένης επιτροπής” επιφανών παιδαγωγών. Επί πλέον, ο Καποδίστριας είναι ο πρώτος παγκοσμίως πολιτικός ηγέτης που εφάρμοσε τόν ρηξικέλευθο θεσμό ειδικής “δωρεάς” (bonus ή πριμ θα λέγαμε σήμερα) από τήν Πολιτεία προς τούς διδασκάλους τών οποίων οι μαθητές εγίνοντο δεκτοί σε πρότυπα σχολεία. Επρόκειτο μάλιστα περί γενναιόδωρης “δωρεάς” εκ 300 γροσίων (ενάμισυ μισθό) ανά κάθε τέτοιο μαθητή, διότι ευλόγως ο Κυβερνήτης θεωρούσε ότι η αριστεία ενός μαθητή όσον αφορά στις σπουδές του είναι ταυτόχρονα αριστεία και τού διδασκάλου του όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του έργο, όπως υποδηλούται στην Εγκύκλιό του “πρός τούς διδασκάλους τών εν Ελλάδι αλληλοδιδακτικών Σχολείων” στις 25 Απριλίου 1829, επί λέξει ως εξής:

“Να μάς σημειώσης εκείνους τών μαθητών σου, όσοι έδωκαν αδιακόπως προφανή δείγματα τής εμφύτου κλίσεως και ικανότητός των εις τό επάγγελμα τού διδασκάλου τών αλληλοδιδακτικών σχολείων, καθότι έχομεν σκοπόν να τούς προσκαλέσωμεν διά να τελειοποιηθώσιν εις τό πρωτότυπον σχολείον, τό οποίον συσταίνομεν εις Αίγιναν. Άμα λαβόντες τήν σημείωσιν εκ μέρους όλων τών διδασκάλων τών ήδη καθεστώτων αλληλοδιδακτικών σχολείων, θέλομεν προσδιορίσει τόν αριθμόν τών εις τό πρωτότυπον σχολείον εισαχθησομένων. Αλλά προτού να γενούν παραδεκτοί, θέλουν εξετασθή από τήν επί τούτου συστηθησομένην επιτροπήν. Διά ν᾿ αποζημιώσωμεν δε κατά τό δίκαιον τούς διδασκάλους διά τά έξοδα, όσα μέχρι τούδε έκαμον, θέλοντες να διεγείρουν τών μαθητών τήν φιλοτιμίαν, προσφέρομεν εις αυτούς δωρεάν ανά 300 γρόσια δι᾿ έκαστον τών μαθητών όσοι μέλλουν να γενούν παραδεκτοί εις τό πρωτότυπον τούτο σχολείον.”

Σημειωτέον ότι στο ως άνω πρότυπο σχολείο στην Αίγινα δίδασκε τότε ο διδάσκαλος τού Γένους Γεώργιος Γεννάδιος και ο επιφανής ελληνιστής αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Δούκας.

Συγκεφαλαιωτικά, ο Καποδίστριας ουδέποτε ασπάσθηκε τήν άποψη ότι «περισσότερη» εκπαίδευση σημαίνει κατ' ανάγκην «καλύτερη» εκπαίδευση, ήτοι ότι μεγαλύτερη χρηματοδότηση τής εκπαίδευσης σε μαζικό επίπεδο σημαίνει κατ' ανάγκην (δήθεν) παραγωγικότερη εκπαίδευση. Διότι κατά τόν Καποδίστρια τό Μέγα Ζητούμενο είναι μια δημοκρατική (καθολική) Παιδεία αξιοσύνης, μια (αξιοκρατική) Παιδεία πολιτών και όχι μια (αναξιοκρατική) εκπαίδευση υπηκόων, μια ουσιαστική Παιδεία προσωπικού ήθους και εθνικής αγωγής—τα οποία κατά τό πλείστον δεν είναι θέμα χρημάτων—και όχι μια μαζική χρησιμοθηρική (τεχνική) εκπαίδευση χαμερπούς ατομικής ιδιοτέλειας και εθνικής υποτέλειας.

6. Εθναρχικό έργο Παιδείας

Πράγματι, τό έργο τού Καποδίστρια στον τομέα τής Παιδείας, εν μέσω τραγικών συνθηκών, ήτοι εν μέσω πολεμικής ερήμωσης τής χώρας και παντελούς απορίας τού Δημοσίου Ταμείου, συνιστά στέφανο δόξης λαμπρόν, αιωνίως απαστράπτοντα, για τόν Μεγάλο Κυβερνήτη τής Νεωτέρας Ελλάδος. Στα τρισήμισυ χρόνια που διακυβέρνησε τήν χώρα, ο Καποδίστριας πραγματοποίησε ένα θαύμα στις “ολόμαυρες ράχες” τής καταρρημαγμένης Ελλάδος, ιδρύοντας “121 σχολεία όλων τών βαθμίδων με 9.246 μαθητές (ο πληθυσμός τής τότε ελεύθερης Ελλάδος ανερχόταν μόλις στις 600.000), ενώ άλλοι 5.000 μαθητές διδάσκονταν από ελεύθερους δασκάλους, κυρίως εξαιτίας έλλειψης αιθουσών διδασκαλίας”.

Μεταξύ δε τών εκπαιδευτηρίων που ίδρυσε ο Καποδίστριας ήσαν τό (πρότυπο) Τυπικό Σχολείο Αλληλοδιδακτικής στο υπ' αυτού επίσης ιδρυθέν Ορφανοτροφείο στην Αίγινα, η Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα, η Εμπορική Σχολή στη Σκύρο, η Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο, η Στρατιωτική Σχολή στο Ναύπλιο (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), ειδικά σχολεία κορασίδων, όπως επίσης και πολλά ελληνικά σχολεία σε ευρωπαϊκές χώρες προς ελληνόγλωσση εκπαίδευση τών νέων τής Ομογένειας.

Μάλιστα δε εκείνο τό ουσιαστικό έργο θεμελιώθηκε και εν πολλοίς πραγματοποιήθηκε εν καιρώ πολέμου (!), πριν κάν απελευθερωθεί η Ελλάδα (!), καθόν χρόνο δηλαδή τό αιγυπτιοαφρικανικό στράτευμα εισβολής τού Ιμπραήμ παρέμενε αήττητο στην Πελοπόννησο, η δε Ρούμελη, η Εύβοια και τά φρούριά τους, συμπεριλαμβανομένης τής Ακροπόλεως, όπως επίσης και φρούρια τής Πελοποννήσου, κατείχοντο από τουρκικά στρατεύματα (1827-1828), και πριν αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία τής Ελλάδος από τίς Μεγάλες Δυνάμεις (1830) και από τήν Οθωμανική Αυτοκρατορία (1833).

Υπό εκείνες τίς ακραίες συνθήκες ολοκληρωτικού πολέμου—ο οποίος μάλιστα τότε είχε κλιμακωθεί σε τριηπειρωτικό πόλεμο, με πολεμική εμπλοκή στην Ελλάδα στρατών και στόλων από τρείς ηπείρους (Ασία, Αφρική, Ευρώπη)—ο Καποδίστριας παρέλαβε ένα σκιώδες κράτος, ήτοι ένα κράτος οικονομικώς ανύπαρκτο, με μηδενική φοροδοτική ικανότητα τών μαχομένων Ελλήνων και με Δημόσιο Ταμείο τού οποίου τό “κεφάλαιον δεν υπερέβαινε τό ποσόν τών δεκάδων τινών γροσίων”. Κατά συνακολουθία, παντελώς ανύπαρκτη ήταν και η δυνατότητα τότε τού ελληνικού κράτους να διαθέσει οποιοδήποτε κονδύλι για τήν εκπαίδευση, έστω και ένα γρόσι, όπως ο Καποδίστριας περιέγραψε επιγραμματικά τήν εξωπραγματική κατάσταστη τής οικονομίας τότε, σε επιστολή του στις 3 Οκτωβρίου 1829, προς τον Αδαμάντιο Κοραή, επί λέξει ως εξής:

“Η δημοσία εκπαίδευσις δεν είναι δυνατόν να κατασκευασθή όσον ταχέως και αι χρείαι απαιτούσι και ημείς τό επιθυμούμεν. Διά τά σχολεία χρειάζονται οικήματα· εγώ δε φθάσας ενταύθα εύρηκα μόνον καλύβας όπου εσκεπάζοντο πλήθος οικογενειών πειναλέων.”

Την κοινωνικοοικονομική εξαθλίωση τής “προμαχούσης” Ελλάδος, ο Καποδίστριας τήν συνόψισε σε βαρυσήμαντο υπόμνημά του προς τίς Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) στις 31 Αυγούστου 1827 (τέσσερις μήνες πριν ο ίδιος φθάσει στην Ελλάδα)—το οποίο συνέταξε κατά τήν επί ενάμισυ μήνα παραμονή του τότε στο Λονδίνο, όπου διεξήγαγε επικό διπλωματικό αγώνα με σκοπό αφ' ενός τήν οικονομική τους βοήθεια προς τήν εμπόλεμη Ελλάδα, και αφ' ετέρου τήν άμεση στρατιωτική τους επέμβαση με επικουρικούς στρατούς και στόλους στο πλευρό τών “προμαχούντων Ελλήνων”— επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:

“Εκ τριών ήδη χρόνων οι Έλληνες δεν ζώσιν ουδέ σώζονται προμαχούντες ειμή διά τών βοηθημάτων τής χριστιανικής φιλοπτωχίας. Αι γαίαι τών εν Πελοποννήσω και περί τήν Αττικήν και τήν Δυτικήν Ελλάδα κατεχερσώθησαν αφ᾿ ότου ο Ιβραΐμης και οι Αιγύπτιοι τήν εκτριβήν και τόν θάνατον επισπείρουσιν. Οπλοφόροι οι γεωργοί· αι δε αυτών οικογένειαι ή φρικώδη αιχμαλωσίαν υφίστανται, ή εις τάς νήσους είναι εσκορπισμέναι, ή εις βράχους απροσβάτους κατέφυγον. Πόλεις, κώμαι, χωρία, κατεστραμμένα, ερείπια, έρημα. Και μένει τούτο μόνον εις τόν πολυπαθή και θαυμάσιον τόπον, ο αρχαιότροπος τών οικητόρων αυτού χαρακτήρ, και απόφασις αυτών ομόψυχος τε και άτρεπος μηδέ ποτε να υποστώσι τόν τουρκικόν ζυγόν, ουδ᾿ άλλον ζυγόν ξένον οποιονδήποτε.”

Από ιστορική άποψη, ανακύπτει βέβαια εύλογο τό ερώτημα: Πώς εξηγείται η μεγάλη επιτυχία τού Καποδίστρια όσον αφορά στο ρηξικέλευθο και εκπληκτικό έργο του στον τομέα τής Παιδείας, τό οποίο επετελέσθη εν μέσω τέτοιων τραγικών και εξωπραγματικών συνθηκών, επί τών ερειπίων μιας κατεστραμμένης πολεμικής οικονομίας, που ήταν τότε ημιθανής ή και ανύπαρκτη τόσον σε εθνικό όσον και σε τοπικό επίπεδο;

Κατ' αρχάς, πέραν τής οραματικής διάστασης τού έργου του, ο Καποδίστριας αντλούσε αστείρευτες ψυχικές δυνάμεις από τό πατριωτικό του πάθος και τήν ακλόνητη πεποίθησή του για τό μέλλον και τήν μεγαλοσύνη τής εγειρομένης Ελλάδος, όπως αναδεικνύεται σε άλλη επιστολή του προς τόν Α. Μουστοξύδη, τήν οποία συνέταξε στις 8 Μαΐου 1828, δηλαδή μόλις 4 μήνες μετά τήν άφιξή του στην Ελλάδα, διατελών τότε “επηυλισμένος” σε παραλία τής Αίγινας—λόγω επιδημίας πανώλης, που μετέδωσαν στην Ελλάδα τά αιγυπτιοαφρικανικά στρατεύματα εισβολής—επί λέξει ως εξής:

“Εδώ [Αίγινα] ευρίσκομαι επηυλισμένος παρά τήν θάλασσαν ίνα έχω πάρισον τήν απόστασιν τής κοινωνίας πρός τε τήν πόλιν και πρός τάς υποθέσεις και πρός τά επερχόμενα διάφορα πλοία τών συμμάχων Δυνάμεων. Οποία ζωή, αγαπητέ μου, η εμή! Και οποίαι δυσκολίαι αι πανταχόθεν περιβάλλουσαι και πιέζουσαί με! Μακράν όμως, πολλά μακράν είμαι τού αθυμήσαι. Ο Θεός είναι μετά τής Ελλάδος και υπέρ τής Ελλάδος, και αύτη σωθήσεται. Εκ ταύτης τής πεποιθήσεως αντλώ πάσας μου τάς δυνάμεις και πάντας τούς πόρους.”

Επιπροσθέτως, πέραν τού πατριωτισμού και τής βαθιάς πίστης τού Καποδίστρια στο μέλλον τής Ελλάδος, η αποτελεσματικότητά του στην Παιδεία οφείλεται μεταξύ άλλων στην εντιμότητα και ακεραιότητα τού χαρακτήρος του, ήτοι στις αρχές τής διαύγειας και διαφάνειας που εφήρμοσε κατά τήν διακυβέρνησή του (αντίστοιχες με τίς αρχές transparency και accountability που κατά κανόνα εφαρμόζει διαχρονικά η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση τής σημερινής Υπερδυνάμεως). Ως αποτέλεσμα, οι Μεγάλες Δυνάμεις, όπως επίσης και οι ανά τήν Ευρώπη Έλληνες ή Φιλέλληνες ιδιώτες δωρητές, και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία τού Ελληνικού λαού τότε, είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καποδίστρια, ως τόν ανιδιοτελή ηγέτη τού οποίου τό προσωπικό ήθος εγγυάτο ότι κάθε δωρεά ή δάνειο προς τήν εμπόλεμη Ελλάδα θα ετύγχαναν “οικονομικωτάτης διαχειρίσεως”, σύμφωνα με τά λόγια τού Καποδίστρια, τουτέστιν θα «έπιαναν τόπο». Ενδεικτική τής μηδενικής ανοχής τού Καποδίστρια κατά τής διαφθοράς είναι η επιστολή του προς τόν Μητροπολίτη Πίζης Ιγνάτιο (στην Ιταλία), στις 10 Ιουνίου 1828, σχετικά με “δωροφορίες” που άρχισε να λαμβάνει η εγειρομένη Ελλάς από τίς Μεγάλες Δυνάμεις επί διακυβερνήσεώς του (1,5 εκατομ. ρούβλια από τήν Ρωσία, 500 χιλ. φράγκα από τήν Γαλλία κ.ο.κ.), στην οποία γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

“Οι γενναίοι μας Έλληνες χαίρονται. Μόνον ολίγοι τινές απατώνται, και μεγάλως, νομίζοντες ότι τά χρήματα ταύτα είναι δι᾿ αυτούς, και μέλλουσι πάθωσιν ό,τι έπαθον αι λίραι τού δανείου [των δύο πρώτων Δανείων τής Ανεξαρτησίας από τήν Αγγλία, 1823-1824].”

Διατελούσε δε ο Καποδίστριας εν πλήρη επιγνώσει περί τού πώς η χυδαία διαφθορά “ολίγων τινών” “κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων” καταδυνάστευε τήν πλειονότητα τού υπέρ ελευθερίας μαχομένου τότε ελληνικού λαού και υποθήκευε τό μέλλον τού έθνους, τότε και έκτοτε, όπως επισημαίνει στη συνέχεια τής επιστολής του:

“Ότι μέν κλέπτουσιν παντού [στον Κόσμο] όπου διοίκησις υπάρχει, είναι αναμφίβολον. Αλλά δεν ευρίσκεται τόπος, εις εμέ γνωστός, όπου πλησίον τών κλεπτών να υφίστανται χιλιάδες και χιλιάδες οικογενειών αγαίων, ανεστίων και καταπείνων, καθώς εν Ελλάδι. Στοχασθήτε, δεσπότη μου, ότι αι άθλιαι αύται οικογένειαι πάσχουσιν εξ αιτίας τών κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων, και ενθαρρύνετέ με, αν δύνασθε, να ήμαι συγκαταβατικός πρός μίαν δράκα ανθρωπαρίων μεταλλοθέων, επ᾿ ουδέν τών οποίων όμως ουδέ κατέστησα τήν βαρείαν χείρα τής δικαιοσύνης, ουδέ καταστήσω, αρκούμενος να τούς γνωρίσω καλώς και να τούς παραδώσω ποτέ, ει χρεία, εις τάς αράς τού λαού.”

Αντικείμενος βέβαια προς αυτήν τήν εν πολλοίς αδίστακτη (και ως απεδείχθη δολοφονική) “δράκα ανθρωπαρίων μεταλλοθέων” και περιορίζοντας, ή και συχνάκις εκμηδενίζοντας, τήν δυνατότητά τους να επιπέσουν για “πλιάτσικο”, ως λυσσώδεις ύαινες, επί τών σαρκών αυτής ταύτης τής καταματωμένης αλλά εν τούτοις εγειρομένης Ελλάδος, ήτοι επί τής καθημαγμένης οικονομίας τής νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας, ο Καποδίστριας έθετε τήν ζωή του σε θανάσιμο κίνδυνο, ως αδέκαστος και άγρυπνος φρουρός τού Δημοσίου Ταμείου. Παράλληλα όμως, αυτή η αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια και λυσιτελής εγρήγορση τού πρώτου Κυβερνήτου, τού προσέδιδαν ένα τεράστιο ηθικό ανάστημα (moral standing) στην Ελλάδα και τό εξωτερικό, με αποτέλεσμα αφ' ενός τήν συνεχή ροή δωρεών και δανείων από τό εξωτερικό για τήν Παιδεία, και εν γένει για τήν Διοίκηση επί διακυβερνήσεώς του—εν μέσω μαινομένου απελευθερωτικού αγώνος και πολεμικής εμπλοκής τού έθνους—και αφ' ετέρου τήν ενεργό και πάνδημη λαϊκή κινητοποίηση τής κατά περίπτωση τοπικής κοινωνίας (εντόπιοι πολίτες, δάσκαλοι και μαθητές), οσάκις επρόκειτο να ανεγερθεί και λειτουργήσει ένα νέο σχολείο, όπως αναδεικνύεται στην αναφερθείσα Εγκύκλιό του “πρός τούς διδασκάλους τών εν Ελλάδι αλληλοδιδακτικών Σχολείων” στις 25 Απριλίου 1829, ήτοι μόλις 15 μήνες από τής αφίξεώς του στην Ελλάδα, επί λέξει ως εξής:

“Όσα εκ τών ήδη υπαρχόντων αλληλοδιδακτικών σχολείων επεσκέφθημεν προσωπικώς, μάς επροξένησαν ευχαρίστησιν κατά πάντα· επιθυμούμεν να εκφράσωμε όσον τό δυνατόν ταχύτερον τήν ευγνωμοσύνην μας πρός τούς αξιολόγους πολίτας, οίτινες συνετέλεσαν εις τόν διοργανισμόν των, πρός τούς διδασκάλους, οι οποίοι, καίτοι σχεδόν πάντων στερούμενοι, κατώρθωσαν να προοδεύσουν τά καταστήματα ταύτα, και πρός τούς μαθητάς, οι οποίοι δεικνύουν ήδη τί εμπορεί να ελπίση παρ᾿ αυτών η πατρίς.”

Δηλαδή εκείνο τό πραγματικό θαύμα Παιδείας εν μέσω πολέμου και οικονομικής απορίας επετεύχθη διότι ο Καποδίστριας είχε πλήρη επίγνωση ότι ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα ουσιαστικής Παιδείας δεν μπορεί να συγκροτηθεί και λειτουργήσει σε πλαίσιο πολιτικο-οικονομικής διαφθοράς, ήτοι από ιδιοτελή άτομα εθισμένα στο πλιάτσικο και τήν κλεπτοκρατία («μιζαδόρους» θα λέγαμε σήμερα). Τήν απαγορευτική σχέση που υφίσταται μεταξύ διαφθοράς και Παιδείας—ήτοι ότι η καταπολέμηση τής διαφθοράς “κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων” είναι μία θεμελιώδης προϋπόθεση για τήν ύπαρξη Παιδείας ελευθέρων πολιτών—την επεσήμανε ρητώς ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τόν Ρώσσο Φιλέλληνα Νικόλαο Ράϊκο, ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων διετέλεσε Διοικητής τής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, επί λέξει ως εξής:

“Τά αλληλοδιδακτικά σχολεία και ολίγα στρέμματα εθνικής γής διδόμενα ως αποκλειστική ιδιοκτησία εις τούς δήμους θα προετοιμάσουσιν τά στοιχεία τής αληθούς κοινωνικής οργανώσεως τής Ελλάδος. Έως ότου γίνει αυτό, πρέπει να ευχαριστηθώμεν εμποδίζοντες τήν περαιτέρω ριζοβόλησιν τών καταχρήσεων. Τούτο δε, θα κατορθωθή ασφαλέστατα, εάν πολιτευθώμεν με τήν αυστηροτάτην αμεροληψίαν και πρός τούς φίλους τής Κυβερνήσεως και πρός εκείνους οι οποίοι τάσσονταν εναντίον της.”

Επιπροσθέτως τών παραπάνω, τό εθναρχικό ηθικό ανάστημα τού Καποδίστρια μεγαλύνετο ακόμη περισσότερο, σε πρωτοφανή υψίπεδα προσωπικής υπέρβασης και πολιτικής ακεραιότητας, από τό ηγετικό παράδειγμα που έδινε ο ίδιος με τόν αλτρουϊσμό του υπέρ τού έθνους. Ο Καποδίστριας ήταν τότε ένα μοναδικό φαινόμενο πολιτικού ιδεαλισμού και εθνικής προσφοράς: Όχι μόνον δεν απεδέχετο να λαμβάνει μισθό ή άλλα οικονομικά οφελήματα ως Κυβερνήτης από τό Δημόσιο Ταμείο τής πασχούσης Ελλάδος, αλλά προσέφερε όλη τήν περιουσία του στον βωμό τής Εθνικής Παλιγγενεσίας. Εντός μόλις 12 μηνών από τήν άφιξή του στην Ελλάδα, τό σύνολο τής χρηματικής του περιουσίας είχε εξανεμισθεί, διότι χρηματοδοτούσε ο ίδιος, από τήν προσωπική του περιουσία, κατεπείγουσες ανάγκες τού κράτους για επισιτισμό τού πληθυσμού, μισθοδοσία τού Τακτικού Στρατού, κ.τ.λ., οσάκις τό Δημόσιο Ταμείο ήταν ελλειματικό ή και (συχνά) κενό χρημάτων, όπως αναδεικνύεται από τό κείμενο επιστολής του προς τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη—ο οποίος ως συνήθως ζητούσε ή και απαιτούσε χρήματα από τό κράτος—στις 10 Φεβρουαρίου 1829, επί λέξει ως εξής:

“Ήθελα να έχω κάμποσα εκατομμύρια τάλληρα, διά να σάς δώσω όσα ζητείτε· αλλά καθώς σάς είπα, τό μέν ιδιαίτερόν μου ταμείον είναι κενόν, τό δε δημόσιον μόλις δύναται να επαρκέση εις τάς μάλλον κατεπείγουσας χρείας τού τρέχοντος Φεβρουαρίου, και τό πολύ τού ημίσεως Μαρτίου. Τούτο είναι γνωστότατον και δύνασθε αυτοπροσώπως να τό βεβαιωθήτε βλέποντες τά κατάστιχα τής επί τών οικονομικών επιτροπής... Υπομείνατε καθώς υπομένω, και υπομένω ίσως επέκεινα τής ανθρωπίνης δυνάμεως.”

Εκείνη η ολοκληρωτική αυταπάρνηση τού Καποδίστρια, και μάλιστα σε υπερβατικό βαθμό αγιότητος, πάντοτε σε διοικητικό πλαίσιο “αυστηροτάτης αμεροληψίας”, διαφάνειας τού Δημοσίου Ταμείου και “οικονομικωτάτης διαχειρίσεως”, ενδυνάμωνε τό χαλύβδινο ηθικό έρεισμα επί τού οποίου εδράζετο ο Καποδίστριας όταν ως Κυβερνήτης “έκρουε πάσαν θύραν” σε ξένες κυβερνήσεις και βασίλεια και στους όπου γης Έλληνες, αιτούμενος ή και ικετεύων “δωροφορίες” ή δάνεια υπέρ τής εμπολέμου Ελλάδος.

Υπό τό πρίσμα επομένως τού τεραστίου ηθικού αναστήματος τού Εθνάρχου Καποδίστρια είναι δυνατόν αφ' ενός να γίνει κατανοητό από ιστοριογράφους τό θαύμα που η εμπόλεμος Ελληνική Πολιτεία επετέλεσε επί διακυβερνήσεώς του στον τομέα τής Παιδείας στην τελευταία τριετία τού Αγώνος τής Ανεξαρτησίας, και αφ' ετέρου να γίνει εξ ίσου κατανοητή από μέλλουσες γενεές Ελλήνων η βαθύτερη ουσία τής περί Παιδείας εθνοσωτηρίου παρακαταθήκης του—παρακαταθήκης προσεπικυρωμένης από τό αίμα του, που εν γνώσει και πλήρει επιγνώσει τό προσέφερε προς τήν Πατρίδα, όπως αποκαλύπτεται σε επιστολή του στις 10 Ιουνίου 1827 προς τον Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο, επί λέξει ως εξής:

“Αγωνιώ να προγνωρίσω τί θέλω απογείνη, και αν μοί δοθή να άρω τόν ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μοι σταυρόν φήφω τής εν Τροιζήνι συνελεύσεως.”

7. “Ελλήνων εξέθνωσις”

Ο αγώνας και τό έργο τού Καποδίστρια για μια πρωτογενώς εθνική Παιδεία, ήτοι για μια “σωτηριώδη Ιδιογενή Παιδαγωγία” όπως ο ίδιος τήν προσδιόριζε, εδράζετο στην πεποίθησή του ότι η ανεξαρτησία τής Νεωτέρας Ελλάδος δεν θα ολοκληρώνετο, ή και θα στερείτο ουσιαστικού νοήματος, εάν ο εξ Ανατολών επιβαλλόμενος (οθωμανικός) στρατιωτικός γενιτσαρισμός τού ανθού τής ελληνικής νεότητος επί Τουρκοκρατίας, υποκαθίστατο από μία άλλη—ίσως χειρότερη—μορφή γενιτσαρισμού, ήτοι από τόν εκ Δυσμών μεθοδευόμενο (ευρωπαϊκό) πολιτισμικό γενιτσαρισμό τών πλέον ευφυών νέων τής Ελλάδος μετά τήν Εθνική Παλιγγενεσία.

Αυτό τό μέγα θέμα—περί υφέρποντος πνευματικού εκφυλισμού τών Ελλήνων που σπουδάζουν πρωίμως και δη εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό, πριν δηλαδή εμβαθύνουν στην ελληνική γλώσσα ώστε να εμπεδώσουν (εσωτερικοποιήσουν βιωματικά) τόν ελληνικό πολιτισμό επαρκώς—ο Καποδίστριας τό διατύπωνε σε κάθε ευκαιρία, όπως π.χ. στην α΄ επιστολή του στις 6 Νοεμβρίου 1827 προς τόν Ανδρέα Μουστοξύδη περί τού εθνικού “ονείδους τής εξεθνώσεως” τών σπουδαζόντων εις τήν αλλοδαπή Ελλήνων, επί λέξει ως εξής:

“Τά παιδία μας, ούτως εκείσε κείμενα, οποίας και αν απολαμβάνωσιν φροντίδας παρά τών φιλανθρώπων προστατών, κινδυνεύουσιν όμως να εκστραφώσι τής οικείας φύσεως, χάνοντα βαθμηδόν και τήν αίσθησιν τών θρησκευτικών χρεών των και τήν χρήσιν τής γλώσσης των, και τήν μνήμην τών εφεσίων και ιδιογενών ηθών. Αποσπασμένα πρωΐμως από τήν όντως πατρίδα, άρά γε δεν θέλουσιν αναπλάση εν εαυτοίς πατρίδα τινά ιδανικήν, κατά τόν τύπον τού τόπου εν ώ ήρχισαν πρώτον να σκέπτωνται; Ανδρωθέντες δέ, επιστρέψουσιν άρα εις τάς πατρίους αυτών εστίας; Και επιστρέψαντες, έσονται άρα πολίται ωφέλιμοι; Απεκρίθη πρός ταύτα η πείρα, και αποκρίνεται καθ’ εκάστην ότι, παραδεδομένοι οι νέοι ούτοι μόνως εις εαυτούς και εις τών ξένων τά παραδείγματα, χαμένοι θέλουσιν είσθαι διά τήν πατρίδα των, και ουδ᾿ άλλου τόπου τήν σήμερον θέλουσιν γείνη χρήσιμον απόκτημα. Αλλά και τούτου γενομένου, τό όνειδος τής εξεθνώσεώς των εις τήν Ελλάδα θα πέση.”

ή σε άλλη επιστολή του, προς τόν Διδάσκαλο τού Γένους Αδαμάντιο Κοραή τό 1829, περί τών νέων τής Ελλάδος που “διαφθείρονται” στην Ευρώπη “επί προφάσει μαθήσεως”, επί λέξει ως εξής:

“Καί εγώ αναγκαιώτατον κρίνω να συλλέξωμεν και επαναγάγωμεν εις τήν Ελλάδα τούς νέους Έλληνας όσοι επί προφάσει μαθήσεως διαφθείρονται εν Ευρώπη. Αλλά χρειάζεται πρότερον να έχωμεν οικήματα να τούς βάλωμεν, τά οποία, καθώς σάς είπα, εισέτι στερούμεθα.”

Ειδικότερα, η εξέθνωσις (αλλοτρίωση) ή πολιτισμική διαφθορά (αλλοίωση) τών εις τήν αλλοδαπή σπουδαζόντων Ελλήνων είναι συνέπεια τής αποξένωσης αυτών από τά πατρογονικά ήθη, τήν εθνική γλώσσα και τήν ορθόδοξη θρησκεία, όπως ρητώς γράφει ο Καποδίστριας σε επιστολή που απέστειλε από τό Ναύπλιο προς τόν Λεβέο στην Κέρκυρα (11 Μαρτίου 1830), επί λέξει ως εξής:

“Η πείρα, άριστος εν πάσι διδάσκαλος, ήδη κατέδειξεν εις ημάς τά άμουσα αποτελέσματα τής επί ξένης τών νέων αγωγής... Επιστρέφουσιν οι τοιούτοι εις τήν Ελλάδα τόσον αποξενωμένοι τών ηθών, τής γλώσσης και αυτής τής θρησκείας τών πατέρων των, ώστε, και μάθησιν αν απέκτησαν, βαρείας δυσκολίας ευρίσκουσιν εις τό συνειθίσαι εκ νέου τά τής πατρίδος και γενέσθαι οποσούν ωφέλιμοι εις αυτήν.”

Ο Καποδίστριας, λόγω τής ευφυίας του και λόγω τής τεραστίας εμπειρίας του στα διπλωματικά και γεωστρατηγικά υψίπεδα τών Μεγάλων Δυνάμεων, είχε διείδει τόν μείζονα εθνικό κίνδυνο από αυτό που στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία ονοματοδοτείται σήμερα εύστοχα ως «πολιτισμικός ιμπεριαλισμός» («cultural imperialism», «educational imperialism», κ.ο.κ.), ήτοι εθνική άλωση (γεωστρατηγική καθυπόταξη) κάθε μικρής χώρας από τίς Μεγάλες Δυνάμεις διά τής πολιτισμικής αλλοτριώσεως (“εξεθνώσεως”) τής ακαδημαϊκής και κατ’ επέκταση τής πολιτικής τάξης κάθε μικρής ή περιφερειακής χώρας.

Δηλαδή οι Μεγάλες Δυνάμεις, από τήν εποχή τής αποικιοκρατίας και έκτοτε, επιδιώκουν συστηματικά να αλλοτριώνουν πολιτισμικά τήν «πνευματική ηγεσία» κάθε εξαρτωμένης χώρας ή αποικίας, π.χ. τούς ιθαγενείς «ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών» τής χώρας, όπως επίσης και επιλεγμένους «πολιτικούς ταγούς» της. Κατά συνέπεια, όλοι αυτοί, συντεταγμένα ή σωρηδόν με την σειρά τους, επιβάλλουν στους άλλους ιθαγενείς τής χώρας τους ένα πολιτισμικά στρεβλό εκπαιδευτικό σύστημα, ήτοι ένα σύστημα μαζικής ψευδοπαιδείας (πολιτισμικής άλωσης), που αφενός συντηρεί τήν αμάθεια ή ημιμάθεια τών εντοπίων λαϊκών στρωμάτων και αφετέρου διαιωνίζει τήν πολιτισμική γενιτσαροποίηση τών ιθαγενών γόνων τής πολιτικής τάξης τής χώρας. Ο Καποδίστριας είχε εμβριθή (και βιωματική) γνώση αυτού τού φαινομένου—από την εποχή τής Ενετοκρατίας των Επτανήσων—όπως εμφαίνεται σε υπόμνημα που υπέβαλε ως Υπουργός Εξωτερικών τής Ρωσίας προς τόν ομόλογό του τής Αγγλίας Λόρδο Κάστλερη κατά τό Συνέδριο τών Παρισίων τό 1815, όπου έγραφε τα εξής:

“Η πολιτεία τής Ενετίας εφοβείτο τό έξοχον τής φυσικής μεγαλοφυΐας τού Έλληνος και επροσεπάθει να τό καταβάλη με τήν αμάθειαν. Η Ενετική Γερουσία ουδέποτε συνεχώρησεν να συστηθώσι σχολεία δημόσια εις ταύτας τάς νήσους. Μόνον εις τήν πρωτεύουσαν και τό πανεπιστήμιον Παταβίου οι ιθαγενείς τών Επτανησίων έπρεπε να πορευθώσιν όπως εκπαιδευθούν. Πλήν μάλλον κατά προνόμιον Μακιαβελικόν ηδύναντο αυτοί να λάβωσι διπλώματα τής επιστήμης τού δικαίου και τών άλλων σχολών, άνευ τού να διατρέξωσι πρότερον τακτικήν τινα σπουδήν εν τώ πανεπιστημίω... ” Τότε και έκτοτε, κάθε τέτοια πολιτισμική αλλοτρίωση ή εξέθνωση συντελείται εν πολλοίς δι' «εγκυκλίων» σπουδών τών πλέον ευφυών ή οικονομικώς προνομιούχων νέων τής μικρής ή περιφερειακής χώρας στο εξωτερικό, σε εκπαιδευτήρια (και πολιτισμικά αλωτήρια) Μεγάλων Δυνάμεων, ήτοι δι' εκπαιδευτικών προγραμμάτων τα οποία καταρτίζονται αποκλειστικά από τίς Μεγάλες Δυνάμεις σύμφωνα με τά δικά τους εθνικά συμφέροντα και τίς δικές τους γεωστρατηγικές επιδιώξεις.

Τό πόσο επικίνδυνη είναι για τό έθνος η πολιτισμική αλλοτρίωση κατεδείχθη τό 1829-1831, τότε που διάφοροι “ημίσοφοι και λογιώτατοι, σπουδασταί τής Ευρώπης” συνεργούσαν ως φατρία με τίς δύο άλλες διαβόητες φατρίες, αφ' ενός τών “Φαναριωτών” και αφ' ετέρου τών “εντοπίων στασιαρχών ολιγαρχών” (Προκρίτων), προς αποσταθεροποίηση τού Καποδίστρια, με πρόσχημα μεν τήν δήθεν αντιδημοκρατική διακυβέρνησή του αλλά με υφέρποντα σκοπό (και πραγματικό αποτέλεσμα) τήν ματαίωση τής ριζικής αναδιανομής τής καλλιεργήσιμης γής, ήτοι ματαίωση τής ρηξικέλευθης αγροτικής του πολιτικής, που μεθόδευε τότε ο Καποδίστριας κατά παγιωμένων ιδιοκτησιακών συμφερόντων τών Προκρίτων/κοτσαμπάσιδων—ματαίωση την οποία οι Πρόκριτοι επέτυχαν τελικά διά τής φονοκτονίας του. Ιδού οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί τής δολοφονίας τού Μεγάλου Εθνάρχου, όπως ο ίδιος πρόλαβε να τούς περιγράψει καταγγελτικώς σε επιστολή του προς τόν Πρίγκηπα Κ. Σούτσο στις 31 Ιανουαρίου 1831, επί λέξει ως εξής:

“Ποίοι δε είναι οι άνθρωποι οι σαλεύοντες και αγωνιζόμενοι να φέρωσι τό πάν άνω κάτω, σάς τό εσημείωσα εις τά προηγούμενα γράμματά μου· είναι (συγχωρήσατέ μοι να τούς ονομάσω με τό περιληπτικόν των όνομα) οι Φαναριώται, είναι ολίγοι ξένοι οι οποίοι δεν ηδυνήθησαν άλλως να κάμωσι κατάστασιν, ολίγοι πρόκριτοι οίτινες ήθελαν να διαμοιρασθώσι τά πτωχά εισοδήματα τού κοινού, κυριεύοντες έκαστος τήν επαρχίαν του, και ολίγοι νέοι ερχόμενοι εις τήν Ελλάδα με τά εξωτερικά μαθήματα.

Τό πόσο δε επικίνδυνοι μπορούν να αποβούν για τό έθνος “ολίγοι νέοι ερχόμενοι εις τήν Ελλάδα με τά εξωτερικά μαθήματα”, κατεδείχθη τότε από τό ιστορικό γεγονός ότι οι εν λόγω “ημίσοφοι” προσέφεραν, ενίοτε ανεπιγνώστως αλλά πάντοτε εθελουσίως, τήν όποια δυτικογενή μόρφωσή τους και τήν προπαγανδιστική τους πένα στους Προκρίτους, προς προάσπιση τών αντιδραστικών οικονομικών συμφερόντων τών Προκρίτων, σε βάρος πάντα τού ελληνικού λαού: Οι εν λόγω εκ τής Εσπερίας αφιχθέντες “ημίσοφοι” επεδόθησαν σε συκοφαντική λιβελλογραφία κατά τού Καποδίστρια, εξακοντίζοντες ιοβόλα βέλη υβριστικής προπαγάνδας εναντίον του (σε «αντιπολιτευόμενες» εφημερίδες στην Ύδρα και ελέω Σουλτάνου στη Σμύρνη), ακόμη και προτρέποντες εγγράφως και ρητώς τον λαό σε στάση, στη (μάταιη) προσπάθειά τους να παραπλανήσουν τούς πολλούς, να τούς παρασύρουν υπέρ τών Προκρίτων και να τούς στρέψουν κατά τού Μεγάλου Εθνάρχου. Προσέφεραν δηλαδή διά τής δυτικογενούς ημιμάθειάς τους τό προσχηματικό «ηθικό άλλοθι» (moral alibi) στους Προκρίτους για τίς μηχανεύσεις τους σε βάρος τού Εθνάρχου και σε βάρος τού έθνους, ώστε οι αντιπολιτευόμενες φατρίες να εμφανίζονται ως κηδόμενες δήθεν υπέρ δημοκρατίας—ενώ, όπως κατεδείχθη και απεδείχθη εκ τών υστέρων, οι ίδιοι εκείνοι Πρόκριτοι, Φαναριώτες και “ημίσοφοι” έσπευσαν σωρηδόν αργότερα να εναγκαλισθούν ιδιοτελώς τήν βασιλεία τής εν Ελλάδι Βαυαρικής δυναστείας.

Επιπροσθέτως, οι “ημίσοφοι” δεν ορρωδούσαν προ ουδενός ως διανοητικά υποχείρια τών Προκρίτων: Ως γνώστες ευρωπαϊκών γλωσσών, οι “ημίσοφοι” κατέπεσαν στο έσχατο σημείο αντεθνικής εξαχρείωσης, συντάσσοντες και αποστέλλοντες επιστολές σε προσωπικότητες και κυβερνήσεις ανά τήν Ευρώπη, προς κατασυκοφάντηση τής κυβερνήσεως, καθόν χρόνον ο Καποδίστριας έδιδε τόν υπέρ πάντων αγώνα στα διπλωματικά υψίπεδα τών Μεγάλων Δυνάμεων για τήν ανεξαρτησία τής Πατρίδος εν όψει τής Συνθήκης τού Λονδίνου τού 1830, δια τής οποίας η Ελλάς επανεισήλθε εν δόξη στο πάνθεον τών ανεξαρτήτων χωρών:

“Τρείς όμως φατρίαι, υπό τών ξένων αναρριπιζόμεναι, αντεστάτουν εις τήν υψηλήν επιχείρησιν και εις τήν δημοτικότητα τού Καποδίστρια· η τών προκρίτων (κοτσαμπασίδων), οίτινες συστήσαντες υπό τούς Τούρκους ολιγαρχίαν καταπιεστικήν τού λαού, έτεινον εις κομματισμόν τής Ελλάδος, και κακώς έβλεπον τήν κατασκευήν κεντρικής κυβερνήσεως· η φατρία τών ημισόφων και τών λογιοτάτων, σπουδαστών τής Ευρώπης· και η τών ολίγων φαναριωτών όσοι διέφυγον τής Κωνσταντινουπόλεως τάς σφαγάς. Αυτοί δε διά τά προηγούμενά των ηξίουν να έχωσι και αυτόνομον προνόμιον να εκδουλεύωσι τό έθνος πρός όφελός των. Περαιτέρω θέλωμεν ιδεί σαφέστερον ότι αι τρείς αύται φατρίαι έμειναν αδιάλλακτοι πρός τόν Κυβερνήτην· η μέν τών ημισόφων, διότι αυτός ήτον άνθρωπος τής προνοίας, αι δε λοιπαί δύο, διότι ήτον άνθρωπος τού λαού. και αι τρείς να διεγείρωσι κατά τής κυβερνήσεώς του τήν εξωτερικήν πολιτικήν διεσπούδαζον...”

Όταν βέβαια όλες εκείνες οι αντεθνικές μηχανεύσεις απέτυχαν καθολικά—επί καταστροφή όμως τού εθνικού στόλου στον Πόρο από “στασιαρχούντες” τών αντιπολιτευομένων φατριών στο πραξικόπημά τους εναντίον τού Καποδίστρια (Ιούλιο 1830)—τότε οι Πρόκριτοι, πρωτοστατούντων τών Μαυρομιχαλαίων, μετήλθαν τό έσχατο ανόσιο μέσο, που θεωρούσαν ότι τούς απέμενε, κατά τής φιλολαϊκής πολιτικής τού Καποδίστρια: Τήν δολοφονία του. Με τήν υποστήριξη (εν γνώσει σιωπηρά συναίνεση ή και ενεργό έμμεση παρότρυνση) ξένων Δυνάμεων (Γαλλία και Αγγλία), οι Πρόκριτοι δολοφόνησαν τήν μοναδική εθναρχήσασα πολιτική προσωπικότητα παγκοσμίου εμβελείας στην ιστορία τής Νεωτέρας Ελλάδος, παρά τήν παλλαϊκή υποστήριξη που απελάμβανε και παρά την ένθερμη υποστήριξή του από πολλούς δεδοξασμένους στρατιωτικούς (όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Δημήτριος Υψηλάντης, κ.ο.κ.). Προφανώς δε στους ηθικούς αυτουργούς εκείνης τής φονοκτονίας, εκείνης τής Ελλήνων Ύβρεως—η οποία ατίμασε, τότε και έκτοτε, τήν άρτι εγερθείσα Ελλάδα—συμπεριλαμβάνονται, εξ ορισμού, οι έργω (προπαγανδιστικώς) συνεργήσαντες “ημίσοφοι” και λοιποί “λογιώτατοι”.

8. Πολιτισμικός αυτοπροσδιορισμός

Όπως συνάγεται από τά προεκτεθέντα, η ως άνω Ελλήνων Ύβρις και οι νεμεσιακές διαγενεακές της επιπτώσεις έκτοτε—ειδικά όσον αφορά, μεταξύ πολλών άλλων, στην οικουμενική διάσταση τού Ελληνισμού και στις συναφείς εθνικές καταστροφές στην μετακαποδιστριακή ιστορία τής Ελλάδος—καταδεικνύουν ότι ο πολιτισμικός γενιτσαρισμός τής πνευματικής ηγεσίας μιας μικρής χώρας ανατροφοδοτεί και ενισχύει τόν πολιτισμικό και πολιτικό ετεροπροσδιορισμό της από ξένα κέντρα, από τίς Μεγάλες Δυνάμεις, με συνέπεια η χώρα να καθίσταται εσωτερικά ανισόρροπη (πολιτισμικώς και πολιτικώς) και εξωτερικά υποτελής (οικονομικώς και γεωστρατηγικώς).

Ενδεικτικά, απόρροια τού πολιτισμικού φαινομένου τής κατά Καποδίστρια εξεθνώσεως των νέων είναι τό μετά τήν δολοφονία του διαχρονικό πλέον εκπαιδευτικό φαινόμενο τής μεταπρατικής παιδείας στην Ελλάδα, όπου οι καθηγητές της αυτοπεριορίζονται κατά τό πλείστον, ως πολιτισμικοί μεταπράτες, να μεταδίδουν στους σπουδαστές τους ξένες θεωρίες και πρότυπα, ως επιστημονικοφανή «θέσφατα», κατά κανόνα χωρίς αναφορές σε πρωτότυπα κλασικά κείμενα τής Ελληνικής Γραμματείας.

Επομένως, χωρίς μια εθνικά αυτοπροσδιοριζόμενη Παιδεία τής Ελλάδος—αυτοπροσδιοριζόμενη πρωτοτύπως βάσει κλασικών ελληνικών πηγών, στην πρωτότυπη “πατρογονική γλώσσα” στην οποία συνεγράφησαν, και όχι μεταπρατικώς-απομιμητικώς βάσει μεταφράσεων ή ερμηνειών κλασικών κειμένων σε ξένες γλώσσες, όχι δηλαδή βάσει μεταφραστικής στρεβλώσεως και εννοιολογικής παραφθοράς τους—ώστε η σύγχρονη Ελλάδα να αναβαθμισθεί σε παγκόσμια Μητρόπολη τών Ανθρωπιστικών Σπουδών, δεν είναι εφικτή η πραγματική ανεξαρτησία τής Ελλάδος, για τήν οποία μυριάδες από τήν θρυλική Γενιά τού 1821 αγωνίσθηκαν και θυσιάσθηκαν, συμπεριλαμβανομένου και τού Εθνικού Κυβερνήτη.

Για να επιτευχθεί όμως επί τέλους η άρση τού κατά Καποδίστρια εθνικού «ονείδους τής εξεθνώσεως» τών Ελλήνων σε πολιτισμικό επίπεδο, ήτοι για να συντελεσθεί τό εθνικό ζητούμενο τού πολιτισμικού και εκπαιδευτικού αυτοπροσδιορισμού τών Νεοελλήνων—και άρα τής πραγματικής εθνικής ανεξαρτησίας τής Νεωτέρας Ελλάδος—όλοι οι Έλληνες, και μάλιστα οι πολιτικοί ταγοί τους, πρέπει κατ' αρχήν να συνειδητοποιήσουν ότι τό κορυφαίο εθνικό πρόβλημα τής σύγχρονης Ελλάδος δεν είναι ούτε πολιτικό, ούτε οικονομικό, ούτε ο,τιδήποτε άλλο, παρά μόνον πρόβλημα (και εθνοθρησκευτικό έλλειμμα) Παιδείας. Ελληνικής Παιδείας. Σε αυτήν τήν βάση, ο Καποδίστριας έγραψε τά εξής τό 1828 προς τόν Αναστάσιο Λόντο—πρωταγωνιστή στον Αγώνα τής Παλιγγενεσίας—επί τή αναλήψει τών καθηκόντων αυτού στην κρίσιμη θέση τού Εκτάκτου Επιτρόπου Βορείων Σποράδων:

Μία πρέπει να είναι η αποστολή σας: Η εξασφάλισις τών δικαιωμάτων τού ανθρώπου και η διά τής παιδείας μόρφωσις τών ηθών του, διά τής οποίας θα αναδειχθή εις τόν λοιπόν πεφωτισμένον κόσμον άξιος τής ελευθερίας.

Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Καποδίστριας υπονοεί με πολιτισμική αυτοπεποίθηση ότι ο “πεφωτισμένος κόσμος” αρχίζει με πρωτοστάτη τήν Ελλάδα (λίκνο τού Δυτικού Πολιτισμού) και σε αυτό τό πλαίσιο χαρακτηρίζει σωρευτικώς όλες τίς προηγμένες χώρες ως υπόλοιπο (“λοιπόν”) “πεφωτισμένο κόσμο”, αφού όλες αυτές οι χώρες αποτελούν πολιτισμικούς απογόνους τής Ελλάδος.

Επί πλέον, στις οδηγίες του προς τόν Αναστάσιο Λόντο, ο Καποδίστριας δεν γράφει περί εκπαιδεύσεως ως διαδικασίας μετάδοσης χρηστικών γνώσεων στους νέους, αλλά απεναντίας γράφει περί Παιδείας ως διαδικασίας που διαπλάσσει ήθος, τό οποίο για τόν Καποδίστρια είναι τό Μέγα Ζητούμενο. Χωρίς ήθος συνειδητών πολιτών, είναι αδύνατη η εκλογή αξίων πολιτικών, και επομένως είναι ανέφικτη η συγκρότηση μιας ισχυρής και πραγματικά ανεξάρτητης Πολιτείας που θα διασφαλίζει τήν πραγματική ελευθερία τών πολιτών της σε ατομικό επίπεδο προσωπικής αυτοπραγμάτωσης.

Ο Καποδίστριας είχε πλήρη επίγνωση ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τότε και έκτοτε απεργάζοντο τόν πολιτισμικό και πολιτικό ετεροπροσδιορισμό τής Νεωτέρας Ελλάδος, διά μιας προϊούσης «πολυπολιτισμικής» πολιτειακής συγκρότησής της, ώστε να εξυπηρετεί πρωτίστως τά δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα, όπως ο Καποδίστριας επισημαίνει στην από 12 Απριλίου 1830 επιστολή του προς τόν πρίγκηπα Λεοπόλδο—ο οποίος τότε προωθείτο από τίς Μεγάλες Δυνάμεις για να αναγορευθεί σε πρώτο βασιλέα τής Νεωτέρας Ελλάδος—όσον αφορά στα συμπεφωνημένα μεταξύ τών Μεγάλων Δυνάμεων διά τής Συνθήκης τού Λονδίνου (1830), επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:

“Απεφάσισαν περί ισονομίας τών λατρειών, χωρίς κάν να προσθέσωσιν τό επίθετον χριστιανικών · και περί τής ορθοδόξου Ελληνικής θρησκείας, ήτις είναι τής επικρατείας, ουδέ λόγος ερρέθη.”

Σημειωτέον ότι ο Καποδίστριας διετύπωνε συχνά και με παρρησία ενώπιον ξένων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών τήν βαθιά του πίστη στη θεία Πρόνοια και στην ελληνοχριστιανική παράδοση, ως πολιτισμικής πεμπτουσίας τού οικουμενικού ελληνικού έθνους, όπως π.χ. στην επιστολή του προς τον Άγγλο Στρατηγό Τσώρτς, στις 22 Αυγούστου 1827, όπου μεταξύ άλλων γράφει τα εξής:

“Διά θαυμάτων συγχεόντων τήν αντιποιητήν τών ανθρώπων σοφίαν έζησε μέχρι τούδε η θεία Πρόνοια τήν Ελλάδα. Άρα και διά θαυμάτων θέλει τήν σώση, διότι η Πρόνοια ουδέν επί ματαίω ποιεί.”

Σε αυτό το πλαίσιο, οι όποιες αποφάσεις τών Μεγάλων Δυνάμεων κατ' “αντιποιητήν τών ανθρώπων σοφίαν”, ερήμην τού ελληνικού λαού, δεν θα είχαν διάρκεια στην εφαρμογή τους, εάν οι Έλληνες δεν παρεσύροντο από πολιτισμικές σειρήνες τής Εσπερίας, και εάν απεναντίας διατηρούσαν στέρεη την πολιτισμική τους έδραση στον παγκοσμίως μοναδικό διανοητικό και αισθητικό πλούτο τής Κλασικής Ελλάδος και στον αστείρευτο νοηματικό και ψυχικό θησαυρό τής Ελληνορθοδοξίας, απομονώνοντας κάθε πολιτισμικό ή πολιτικό “φιλήκοο τών ξένων”, σύμφωνα με τά λόγια τού Μεγάλου Κυβερνήτη, τά οποία συνοψίζουν επιγραμματικά τήν παρακαταθήκη του προς τίς μέλλουσες γενεές τής Ελλάδος:

“Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύη τήν καρδίαν μας, θεός ζηλότυπος μόνο τό αίσθημα τό ελληνικό∙ ο φιλήκοος τών ξένων είναι προδότης.

Από: Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια, Μαΐου 07, 2018

ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΝΟΧΛΕΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ;

24 ΜΑΪ 2020, Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

Η προσπάθεια να αποδομηθεί η προσωπικότητα και το έργο του πρώτου Κυβερνήτη (1828-1831) Ιωάννη Καποδίστρια δεν έληξε. Θα συνεχισθεί εν όψει των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Ποιοι έχουν λόγους να ενοχλούνται από την πανεθνική – μέχρι σήμερα- αποδοχή του μεγάλου διπλωμάτη και πολιτικού;

Πρώτον. Ο Καποδίστριας ήταν ευλαβής και συνειδητός Χριστιανός Ορθόδοξος. Αποστομώνει με τα κείμενά του τους οπαδούς του ουδετερόθρησκου κράτους. Αποδεχόταν ότι θεμέλιο της ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού είναι η Ορθοδοξία. Τα κείμενά του διαψεύδουν εκείνους που υποστηρίζουν ότι η Ελληνική Επανάσταση ήταν γνήσιο αντίγραφο της Γαλλικής Επαναστάσεως του 1789. Οι Γάλλοι επαναστάτες- για δικούς τους λόγους- εστράφησαν κατά του Ρωμαιοκαθολικού Κλήρου και κατήργησαν επί 10 χρόνια το Χριστιανικό Ημερολόγιο. Ο Καποδίστριας με την προσωπικότητά του, το έργο του, ακόμη και με την ώρα της δολοφονίας του (το πρωί καθώς πήγαινε στην εκκλησία) αποδεικνύει ότι το 1821 ήταν αποτέλεσμα της Ορθόδοξης Πίστης των Ελλήνων και της θυσίας των Νεομαρτύρων.

Έγραφε χαρακτηριστικά ο Καποδίστριας σε επιστολή του: «…Επομένως οι Έλληνες, οι οποίοι ουδέποτε εγκατέλειψαν την γενέτειράν των και τα όπλα των και είνε εκείνοι που διετήρησαν εις όλην των τη αγνότητα τα αρχαία έθιμα και προ πάντων την αγνήν, την χριστιανικήν των πίστιν, αποτελούν την μάζαν ενός λαού τόσο δυστυχούς, όσον και θαυμασίου, ο οποίος περιεφρόνησε ωσαύτως τους κινδύνους εκ της πολιτικής των ξένων, και της ανά πάσαν στιγμήν κολοσσιαίας ισχύος των Τούρκων.

,,,Εις την Εκκλησίαν των και δια της Εκκλησίας δεν έπαυσαν να αποτελούν ξεχωριστήν εθνότητα, από της εποχής της υπερισχύσεως των Τούρκων. Δια της Εκκλησίας των, λοιπόν, και πάλιν θα σωθούν και θα το επιτύχουν ικετεύοντες εκ βάθους καρδίας τον μόνον ηγεμόνα του κόσμου, ο οποίος είναι προστάτης των.

Γενεύη, 1/13 Δεκεμβρίου 1825»

Δεύτερον. Ο Καποδίστριας ήταν οπαδος της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και όχι της μονομερούς υποτέλειας σε μία Δύναμη. Ήταν το αντίπαλον δέος του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος πρότεινε στο επαναστατημένο Έθνος να γίνει με τη θέλησή του προτεκτοράτο της Αγγλίας. Ο Καποδίστριας υπήρξε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά ουδέποτε πρότεινε μονομερή υποτέλεια στα ρωσικά συμφέροντα.

Τρίτον. Ο Ιωάννης Καποδίστριας τόνιζε πάντα στους ξένους διπλωμάτες ότι τα αρχικά σύνορα της Ελλάδος (Αμβρακικός- Παγασητικός) δεν ήσαν δίκαια. Η Ελλάς, έγραφε, έπρεπε να περιλάβει όλες τις περιοχές που εξεγέρθηκαν και έχυσαν το αίμα τους, άρα και τις Κυδωνίες Μικράς Ασίας, την Κύπρο, τη Χίο, την Κρήτη κ.α. Ειδικά για την Κύπρο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της καταγωγής της μητέρας του.

Ο Καποδίστριας ενοχλεί κάποιους, διότι θυμίζει τα ελληνορθόδοξα ιδανικά του Αγώνα και τα εθνολογικά όρια του Ελληνισμού.

Άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 24.5.2020

Από εδώ

Η 25η Μαρτίου

Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Γιορτάζει τη μεγάλη γιορτή. Μέσα από τη γη, τη φτωχή και ακριβοχώματη γη, τινάζεται και ανεβαίνει στο φως, πλεγμένη και πνιγμένη στο αστερόφωτο ποτάμι της αφθαρσίας η μορφή της φυλής μας. Η φυλή μας που την έθρεψαν τα οράματα, τη στεφάνωνε κάθε φορά η αιματόχρωμη μαρμαρυγή της δύσης και τη λίκνιζε πάλι με χρόνια και καιρούς η ανάσταση και η ανατολή.

Γιορτάζει σήμερα η πατρίδα. Παιχνιδίζει μέσα στην αγκαλιά και τη μοσκοβόλια της ελληνικής άνοιξης η δόξα με το θρήνο, η ελπίδα και η σφαγή και η θυσία. Ανασαλεύουν και ροδαμίζουν στις βραγιές και τα διάσελα μαρμαρωμένοι και αχάλαστοι πόθοι. Μορφές και σκιές και γιγάντια βήματα, ήρωες και διδάχοι και ψάλτες, βουερή λιτανεία και πομπή. Τινάζουν τις πλάκες των τάφων και εγείρονται, ξεφράζουν τις μπασιές και την έξοδο της γαλήνιας κοιλάδας που μέσα αναπαύονται και ορμάνε στην απάνου γης. Αντρειωμένο χορό ορδινιάζουν και τραγούδι βαθυνόητα πλημμυρίζει τη χώρα. Αστράφτει βαθιά στον ορίζοντα και ακούγεται αλάργα ο κρότος και ο βόγγος. Οργάνων κλαγγή, θριάμβου αντάρα, λαβωμένου κατάρα, πολέμαρχου διαταγή.

Είναι το 21. Ο Φλέσσας στο Μανιάκι, ο Διάκος στο Ζητούνι, στο Καρπενήσι ο Μάρκος, και στ’ αγιωργιού τη γιορτή και τη χάρη τής καλόγριας ο γιος που ξεψυχάει. Είναι η φουστανέλα και το αρματολίκι. Ο Σαμουήλης στο Κούγκι, ο Κατσαντώνης στο σφυρί και στο αμόνι, η Φροσύνη στη λίμνη, η Μπουμπουλίνα στα κύματα, ο Δυσσέας στη φυλακή. Είναι το Μεσολόγγι. Το ψηλό αλωνάκι με το πικραμένο και ανάρματο Σουλιώτη, η πείνα η γύμνια η ζωή που μαραίνεται στην αθάνατη φρεσκάδα της άνοιξης.

Αγαπητοί μου μαθηταί, ελληνόπουλα: Πριν από 150 χρόνια ελευθερώθηκε η πατρίδα από τη σκλαβιά. Μια φοβερή σκλαβιά γιομάτη φρίκη και τρομάρα. Όλη η πατρίδα μας τότε έμοιαζε με σκοτεινή, θλιμμένη και αγέλαστη νύχτα. Αν ζούσαμε θα ακούγαμε παντού ένα πνιχτό, πικρό παραπονεμένο μοιρολόι. Οι πρόγονοί μας, οι παππούδες μας δεν είχαν τίποτα δικό τους. Ούτε σπίτια, ούτε χωράφια, ούτε παιδιά, ούτε σχολεία, ούτε νόμους. Όλα ανήκαν στους Τούρκους, τους κατακτητές και τους τυράννους. Έσφαζαν, σκότωναν, έκαιγαν, φυλάκιζαν, έκοβαν δέντρα, γκρέμιζαν τα βουνά και στέρευαν τα ποτάμια. Νόμιζε κανείς ότι του Θεού η κατάρα είχε απλωθεί στη γαλάζια πατρίδα μας. Αυτή η δυστυχία βάσταξε 400 ολόκληρα χρόνια. Οσόπου ένα πρωί ξεσηκώθηκε ο λαός μας, άρπαξε όπλα, δρεπάνια, ξύλα, σίδερα και ό,τι άλλο είχε, σήκωσε τα μάτια ψηλά στον ουρανό, καταπρόσωπα στου Θεού το θρόνο και ξεστόμισε ένα φοβερό όρκο: Ή να διώξουν τον τύραννο ή να πεθάνουν όλοι. Έτσι άρχισε ο σηκωμός. Ο μεγάλος αγώνας. Χύθηκε τότε ποτάμι το αίμα, κι ύστερα από χρόνια πολλά έριξαν οι πρόγονοί μας τους τυράννους στη θάλασσα και ελευθέρωσαν τη χώρα από τα θεριά.

Από τότε λάμπει ο ήλιος, λουλουδίζει η άνοιξη, γερανίζουν τα κύματα, κελαηδούν τα πουλιά στα ρέματα και κάθε Απρίλη γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού. Ελεύθεροι πια, τιμημένοι και περήφανοι. Δίκαια λοιπόν σήμερα στρέφουμε τη μνήμη, τη σκέψη μας πίσω στο μεγάλο και σημαδιακό κείνο σταθμό της ιστορίας μας να τιμήσουμε και να δοξάσουμε τους σεμνούς αγωνιστές, που άλλαξαν την πορεία και τη μοίρα της φυλής μας. Να τους δοξάσουμε και να τους τιμήσουμε και να τους δώσουμε την υπόσχεση ότι ακολουθούμε τα βήματά τους και τον αιώνιο δρόμο, που ασάλευτοι εκείνοι από τότε μας δείχνουν.

Δ. Λιαντίνης, Ομιλία στο Γυμνάσιο Μολάων την 25η Μαρτίου του 1970.

Από εδώ: http://www.liantinis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=72&Itemid=72

Πατριδογνωσία.

Η Πατριδογνωσία, σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, ήταν το μάθημα που διδασκόταν στο Δημοτικό σχολείο, ως εισαγωγή στο μάθημα της Γεωγραφίας στην Ελλάδα. Παρείχε βασικές γνώσεις για τη χώρα, καθώς και στοιχεία για τις ιδιαίτερες περιοχές που ζούσαν οι μικροί μαθητές (όπως το χωριό, ο δήμος και ο νομός). Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε επίσημα έγραφα το 1913. Ωστόσο, ουσιαστικά το μάθημα προϋπήρχε, από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ως προπομπός της, εμφανίστηκε η Πατριδογραφία, όρος που απαντά τουλάχιστον από τα μέσα της προτελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα και επισήμως το 1895. Αν θα θέλαμε να ορίσουμε την Πατριδογραφία,θα λέγαμε πως πρόκειται για τη μελέτη και περιγραφή παντός αφορώντος την ιδίαν πατρίδα.

Η Πατριδογνωσία με την αρχική, «στενή» της έννοια, αναφερόταν στην «τοπογραφία της ιδιαιτέρας πατρίδος» των μαθητών, ενώ με την ευρύτερη, εκείνη που επικράτησε τελικά στην πορεία, περιλάμβανε πλήθος στοιχείων που σχετίζονταν μ΄ έναν τόπο, δηλαδή διάφορα περιβαλλοντικά, «πραγματογνωστικά, φυσιογνωστικά και ιστορικο-μυθολογικά τοιαύτα». Από αυτήν τη σκοπιά, το μάθημα απέκτησε χαρακτήρα κεντρικό στη γενική διδακτική πρακτική του Δημοτικού σχολείου στην Ελλάδα· συνδυαζόταν, μάλιστα, η διδασκαλία του -τουλάχιστον θεωρητικά, από παιδαγωγική άποψη- και με δραστηριότητες εκτός της σχολικής αίθουσας, όπως περίπατοι και εκδρομές. Η αντίληψη για το βασικό και καθοριστικό ρόλο του μαθήματος στη διαμόρφωση της σκέψης και της κοινωνικής συνείδησης των μικρών μαθητών αποτυπώθηκε και στον όρο πατριδογνωστικά μαθήματα, στα οποία συγκαταλέγονταν, πέρα από την ίδια την Πατριδογνωσία, η Ιστορία, η Αγωγή του πολίτη,κλπ.

Φαίνεται λοιπόν πως δομήθηκε τόσο σωστά, υπήρξε τόσον επαρκής, αν κρίνουμε από την εξέλιξη εκείνων των παιδιών, ώστε ουδεμία αλλαγή να κρίνεται απαραίτητη. Αντίθετα,θάπρεπε να επανέλθει ακριβώς όπως ήταν και να γαλουχήσει και να εμπνεύσει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο το σημερινό ελληνόπουλο και τις επόμενες γενιές.

Διότι πέραν όλων των άλλων, ερμηνεύεται ως γνώση της Πατρίδας,της χώρας των Πατέρων.

Και Πατρίδα, είναι καθόλου μεν, η γεωγραφική χώρα στην οποία γεννήθηκε και ανετράφη κάποιος, μα ιδίως και κυρίως, η ιδιαίτερη μητέρα της πνευματικής και ηθικής του υπάρξεως. Και στους θεσμούς, τους νόμους, τις αξίες και τις παραδόσεις της, στην επίδραση του πατρικού οίκου, των οικείων, των φίλων, που η Πατρίδα περιλαμβάνει, οφείλει ο άνθρωπος κατά το πλείστον, τόσο τις ρίζες, όσο και την ανάπτυξή του.

Φωτογραφίες από:

https://www.mixanitouxronou.gr/i-ellines-tha-kindinefsoun-na-ginoun-ipirete-tis-eok-an-den-anorthothi-i-pedia-i-proidopiisis-tis-mathimatikis-eterias-to-1963-zitousan-na-min-benoun-stin-idia-taxi-pano-apo-40-ma/

https://existorisi.gr/2019/01/31/

https://www.omorfhzwh.gr/palies-nostalgikes-fotografies-apo-ellinika-scholeia/

Στα μαθητικά μου χρόνια...

Μαθήτευσα στο 4ο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας. Κάπου στην δεκαετία του εβδομήντα. Εκεί υπήρχε –στο αριστερό σου χέρι όπως έμπαινες από την πύλη- μια μακρόστενη αίθουσα εκδηλώσεων, που διέτρεχε όλον τον προαύλιο χώρο.

Η πλευρά που έβλεπε το προαύλιο είχε κάτι κίτρινες κουρτίνες, αλλά η απέναντι ήταν γεμάτη από κορνιζαρισμένες ζωγραφιές. Από τον Λεωνίδα, μέχρι το ’21 και το Έπος του ’40.

Στην αίθουσα αυτήν γιορτάζαμε την 28η Οκτωβρίου, την 25η Μαρτίου, αλλά και τις θρησκευτικές εορτές. Τότε δεν καταλάβαινα πολύ καλά, αλλά αυτά μου μοιάζαν πολύ μακρινά. Για αυτό είμαι βέβαιος.

Η χούντα ήταν πολύ κοντά ακόμη, αλλά κι από αυτήν δεν καταλάβαινα πολλά, αν και θυμάμαι τον μεγάλο μου αδερφό σε σκετς κάτω από το «πουλί», όταν ήταν εκείνος στο Δημοτικό, και πήγαμε να τον δούμε σε κάποια εκδήλωση για την 25η Μαρτίου.

Για πολλά χρόνια δεν καταλάβαινα τις ακριβείς διαστάσεις όλων αυτών των πραγμάτων. Από το ’21 είχαν περάσει 150 χρόνια, ας πούμε. Από το ’40, 30 χρόνια. Κι όλα αυτά τα πολλά χρόνια ήταν κάτι λίγες ζωγραφιές στον τοίχο της αίθουσας εκδηλώσεων. Και κάτι βαρετές γιορτές με σκετς και απαγγελίες ποιημάτων. Ήταν κι αυτός ο Λεωνίδας όμως –οι Θερμοπύλες είναι δίπλα στην Λαμία-, για τον οποίο ουδέποτε γίνονταν εκδηλώσεις. Πρέπει να ήταν σημαντικός οπωσδήποτε, αλλά δεν μιλούσε κανείς για αυτόν. Στο Γυμνάσιο πλέον, έμαθα. Κάπως έτσι αγάπησα τον τόπο. Μετά την Ελλάδα, και κάποια στιγμή την Πατρίδα, που περιλαμβάνει όλη την Ήπειρο και την Κύπρο, την Πόλη, την Σμύρνη, την, τα, τον...

Σήμερα είμαστε πλέον 200 χρόνια από το ’21, 80 από το ’40, κι εγώ γερνώ στα πενηνταένα μου. Είναι όμορφος ο τρόπος που γερνώ, γιατί τώρα αγαπώ εκείνην την μακρόστενη αίθουσα που διέτρεχε το προαύλιο, κι όλα όσα είχε μέσα. Κυρίως, όλους εκείνους τους δασκάλους που με μάθαν να γνωρίζω, πως σήμερα εκείνα είναι πολύ πιο κοντά από όσο νόμιζα πενήντα χρόνια πριν.

DSM

Το Ελληνικό Θαύμα.

«Αυτό το λόγο θα σας πω,
δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα»

O Παλαμάς, λίγο μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, σ΄έκείνο το μεθύσι στρέφει τη μνήμη, από κείνους τους πολεμιστές γυρεύει τη μεταλαμπάδευση της φλόγας της ιερής, στο δικό τους κρασί ζητά να κοινωνήσουν αυτοί που κλήθηκαν εκείνων το έπος να αναστήσουν. Πώς αντικρίζουμε 200 χρόνια σχεδόν από τότε, τα πρόσωπα των ηρώων, τα τόσο οικεία από τα παιδικά μας χρόνια, εκείνα που τιμούσαμε με το ποίημα της 25ης Μαρτίου και την παρέλαση κάθε σχολικής χρονιάς;

Πώς πορευτήκαμε από κείνη την περίοδο που η λαχτάρα κι ο πόθος των Ελλήνων, ήταν η ελευθερία της πατρίδας, η συγκρότηση ενός περήφανου έθνους-κράτους, η ιστορία, η ζωή κι η ταυτότητα που τους στερήθηκε για γενιές ολόκληρες; Πού σήμερα βρισκόμαστε, ακολουθώντας μιαν αντίθετη πορεία διάλυσης και αποσυγκρότησης της ίδιας της υπόστασης της Ελλάδας, με τις Πρέσπες, το λαθρεποικισμό, τις αρπακτικές διαθέσεις της γείτονος που από τότε ως σήμερα, ουδέποτε υποχώρησαν;

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα παγκόσμια γεγονότα των πρώτων δύο δεκαετιών του 19ου αιώνα.

Είναι μια από τις μεγαλύτερες που είδε κι έζησε ο κόσμος και στέκει λαμπρή και δαφνοστεφανωμένη πλάι στη Γαλλική, την Αμερικανική, κι αυτές που γίνηκαν στη Λατινική Αμερική, την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Η εξέχουσα θέση κι η σημασία της, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό και βαλκανικό χώρο,έγκειται και στο γεγονός, ότι ξέσπασε σε μια στιγμή που το πρώτο κύμα επαναστάσεων είχε υποχωρήσει και κυριαρχούσε η αντεπανάσταση της Ιεράς Συμμαχίας.

Και ξέσπασε σε πείσμα κάθε ρεαλισμού, κάθε λογικής, κάθε είδους δυσμενούς συσχετισμού, γιατί είχε πια ωριμάσει ο ιδεολογικός καρπός, φροντισμένος με πείσμα κι αγάπη από Ελληνες όπως ο Ρήγας, κι οι Φιλικοί.

Και ξέσπασε σε πείσμα των προηγούμενων αποτυχιών, καθώς στα αμέτρητα χρόνια της σκλαβιάς, είχαν προηγηθεί όχι ένας ή δυό, μα 123 ξεσηκωμοί κατά των Τούρκων. Οι περισσότεροι, αυθόρμητοι κι απαράσκευοι. Όχι λίγοι, με προτροπή ξένων δυνάμεων, που εγκατέλειπαν στην πορεία τους ξεσηκωμένους. Όλοι, τελειωμένοι μέσα στο αίμα. Όλοι δίνοντας κι ένα μάθημα, όλοι χτίζοντας πολύτιμη εμπειρία και λαθών ανάγνωση, ταΐζοντας το όνειρο το άσβεστο και δημιουργώντας τις οργανωτικές προϋποθέσεις για τη μεγάλη ώρα που δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά πάντα αχνοφαινόταν μπροστά, καθώς η κλεφτουριά απλωνόταν σα φωτιά, οι αγροτικές εξεγέρσεις πλήθαιναν, η ναυτοσύνη μεγαλουργούσε,η ενδυνάμωση εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με τους πολύτιμους θύλακες του διάσπαρτου ελληνισμού θερμαινόταν, οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενθάρρυναν (κυρίως η αντιπαλότητα Ρωσσίας-Τουρκίας και η ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων στο λεγόμενο Ανατολικό ζήτημα).

Το αποτέλεσμα της Επανάστασης του 1821 ήταν ένα θαύμα για τις τότε συνθήκες. Το Ελληνικό θαύμα που προστέθηκε στα θαύματα του παρελθόντος αυτού του λαού και του έθνους και ενέπνευσε τα επόμενα θαύματα της Ιστορίας μας.
Και κανένας δεν έχει το δικαίωμα, ποτέ μα κυρίως τώρα που βρισκόμαστε μπροστά σε μια τόσο λαμπρή επέτειο,ούτε να το βρομίσει, ούτε να μας εμποδίσει να μεταλάβουμε από το ίδιο κρασί που μέθυσε εκείνους.

Αύρα Ζ.Α.