Κρυφο σχολειο
στα χρονια της τουρκοκρατιας

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)
Γυναίκες και κοριτσάκι που διαβάζει. Αθήνα, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη

Απ' έξω μαυροφόρ' απελπισιά
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά
στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.

Ιωάννης Πολέμης

Κρυφό σχολειό. Ο προνομιακός στόχος, χρόνια τώρα, του εθνο-αποδομητικού εγχειρήματος, που ως βασικό επιχείρημα προβάλλει την έλλειψη αξιόπιστων μαρτυριών για την ύπαρξή του, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει έστω και μια μαρτυρία περί του αντιθέτου.
Και που επίσης χωρίς ντροπή υποστηρίζει, ότι οι οθωμανοί έδειξαν σε γενικές γραμμές ανοχή σε θέματα πίστης και εκπαίδευσης.
Την ανοχή τους σε θέματα πίστης, την αναλύσαμε ήδη.
Την ανοχή τους στην εκπαίδευση, θα τη δούμε παρακάτω.
Αφού συμφωνήσουμε βεβαίως πως, ναι! Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν έγγραφα και σφραγίδες που να βεβαιώνουν την ίδρυση, την επίσημη ονομασία και το πρόγραμμα μαθημάτων, την έναρξη και λήξη των σχολικών ετών, τον ακριβή προγραμματισμό διδασκαλίας, δε μπορούμε να μιλάμε για σοβαρή τεκμηρίωση της ύπαρξης του Κρυφού Σχολειού, αλλά για θρύλο, για μύθο, για αφελές αφήγημα. Τέτοια επιστημοσύνη και τέτοια αγνή πρόθεση, στην αναζήτηση της αλήθειας.

Κι όμως, ακριβώς έτσι συνέβαινε, όπως ο ποιητής περιγράφει. Και υπάρχουν άπειρες μαρτυρίες γι΄ αυτό. Άμεσες, έμμεσες, απόλυτα αξιόπιστες και διακριβωμένες. Χιλιάδες γεγονότα και καταγραφές. Τραγούδια και νανουρίσματα, μνήμες που πέρασαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Κι όσο προσπαθούν να μας ξεριζώσουν από μέσα τη ζωντανή παράδοση και την ιστορία μας, τόσο δυναμώνει κι όμορφα ανθίζει.

Η αλήθεια είναι μία, λοιπόν όσο κι αν ενοχλεί:
Την επομένη της Άλωσης, κάθε ναός, κάθε κελί μοναστηριού, έγινε κρυφό σχολειό.
Εκεί μέσα ο ιερέας προσπαθούσε με όποιες γνώσεις διέθετε, να διδάξει την προγονική ιστορία, τη γλώσσα, τη γραφή και την ανάγνωση και κυρίως να κρατήσει ζωντανές τις ελπίδες για απελευθέρωση, για ανάσταση του γένους.
Στα μαύρα χρόνια της δουλείας, είτε αρέσει, είτε όχι, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι κληρικοί ανέλαβαν την εκπαίδευση και την εθνική αφύπνιση των υποδούλων.

Η Τουρκοκρατία ξεκίνησε τη μέρα που έπεσε η Πόλη. Άρχισε τότε μια τεράστια περίοδος 400 -και σε μερικές περιπτώσεις πολύ περισσότερων- χρόνων, όπου βεβαίως η κατάσταση δεν ήταν διαρκώς η ίδια, με την πιο τρομακτική και κτηνώδη μεταχείριση των υποδούλων να διαρκεί κυρίως τους πρώτους δυο αιώνες (παιδομάζωμα, βίαιοι εξισλαμισμοί, βασανιστήρια, φόνοι).
Ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που περιορίζει δραματικά οποιοδήποτε προνόμιο των Χριστιανών. Οι φανατικοί αυτοί ιερωμένοι στράφηκαν εναντίον κάθε μορφής εκπαίδευσης που δεν ακολουθούσε πιστά το Κοράνι.
Μόλις στα μέσα του 17ου αιώνα τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Έλληνες ξεκίνησαν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με τη βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Κι ίσως τότε, η λειτουργία κρυφών σχολείων να περιορίστηκε, χωρίς όμως να σταματήσει για πάρα πολλούς λόγους.
Άλλωστε, η εφαρμογή των σουλτανικών φιρμανιών εξακολουθούσε να ισχύει ή όχι, ανάλογα με τα κέφια και την ισχύ των πασάδων, κι επομένως και η ίδρυση ενός σχολείου εξαρτιόταν από τα συμφέροντα, τη διάθεση και τον χαρακτήρα του τοπικού οθωμανού ηγεμόνα.
Τον 18ο αιώνα, σε μια εποχή που οι οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί τη δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής, επί ποινή αποκοπής της γλώσσας, κι έχουμε αρκετές περιόδους βιαιοτήτων και διωγμών και μετά τα Ορλωφικά και τις επιδρομές των Τουρκαλβανών.

Κατά την τουρκοκρατία γενικά, συνέβη το απολύτως αυτονόητο: η απόλυτη υποχώρηση της παιδείας των Ελλήνων.
Εστίες παιδείας διατηρήθηκαν αποκλειστικά στα πλαίσια της Εκκλησίας και κυρίως των μοναστηριών, τα οποία περιγράφονται ως "καταφύγια" των λογίων και των γραμμάτων και "κευθμώνες [κρυψώνες] πολλών θησαυρών των αρχαίων προγόνων".
Ο Μ. Πηγάς (1535-1602), λόγιος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, έφτασε να κάνει έκκληση στον τσάρο της Ρωσσίας, να τον παρακαλέσει να φτιάξει σπουδαστήριο ελληνικών γραμμάτων στο βασίλειό του, γιατί στην Ελλάδα κινδυνεύει ν' αφανιστεί η πηγή της σοφίας. (Ιστορία Ελληνικού Έθνους).
Εδώ κι αν φαίνεται καθαρά η απόγνωση κι ο διωγμός που πέρασαν τα ελληνικά γράμματα κυρίως τον 15ο και 16ο αιώνα, εδώ κι αν φαίνεται η αυτονόητη ανάγκη δημιουργίας κρυφών σχολειών.

Το 1608 ο Γερμανός θεολόγος και διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Salomon Schweigger επιβεβαιώνει την ύπαρξη μικρών ελληνικών σχολείων όπου διδάσκουν καλόγεροι, αφού τα σχολεία την περίοδο εκείνη λειτουργούσαν υπό την κηδεμονία της εκκλησίας, με σκοπό να ετοιμάσουν στελέχη για τις ανάγκες της, καθώς ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε τεθεί επικεφαλής του μιλλέτ («έθνους») των Ορθοδόξων υπηκόων της αυτοκρατορίας.
Η κεντρική διοίκηση στην Κωνσταντινούπολη επισήμως δεν απαγόρευσε τη λειτουργία ελληνικών σχολείων και εκκλησιών, αλλά η όποια θρησκευτική ανοχή, έπρεπε να εξαγοράζεται και μάλιστα ακριβά.


Όπως επισημαίνει ο Νεοκλής Σαρρής, για να διατηρούν οι χριστιανοί τους θρησκευτικούς τους θεσμούς, έπρεπε να ρέει σταθερά νόμιμο αλλά και παράνομο χρήμα προς τους οθωμανούς, ακόμα και προς τον ίδιο τον Σουλτάνο.
Άλλωστε κάθε σχετικό «προνόμιο», δεν το παραχωρούσαν οι σουλτάνοι, παρά μόνον στον πατριάρχη ή σε κάποια συγκεκριμένη κοινότητα, με την προϋπόθεση πλήρους υποταγής. Κι ακόμα και τότε, μπορούσε να αφαιρεθεί οποιαδήποτε στιγμή, με οποιαδήποτε αφορμή.
Η μοναδική Ορθόδοξη οργανωμένη σχολή ήταν η Πατριαρχική Ακαδημία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, μετά την επανίδρυσή της το 1454.

Από το τέλος του 16ου αιώνα, χειρόγραφες και επίσημες μαρτυρίες, βεβαιώνουν την ύπαρξη και λειτουργία ελληνικών σχολείων, όπου τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση με χρήση εκκλησιαστικών λειτουργικών βιβλίων, όπως αυτή του Γερμανού ελληνοδίφη και ουμανιστή Martin Crusius, στο κυριότερο έργο του Turcograecia (1584), αλλά και του ιερέα της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Salomon Schweigger.


H δεύτερη και κυρίως η τρίτη δεκαετία του 17ου αιώνα, χαρακτηρίζεται ως περίοδος πνευματικής αναγέννησης της υπόδουλης Ελλάδας, με την ελληνική παιδεία να γνωρίζει σημαντική βελτίωση.
Από τον 18ο αιώνα τα σχολεία πλήθυναν, τόσο μάλιστα που έφτασε να καταγράφεται πως το 1806 κάθε πόλη είχε δύο ή 3 σχολεία κατ' ελάχιστο. Μόνο στα Ιωάννινα, από το 1647 ως το 1805 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πέντε τουλάχιστον ονομαστές σχολές.
Κατά καιρούς βεβαίως, η λειτουργία τους περιοριζόταν, εμποδιζόταν με διαφόρους τρόπους, ή και απαγορευόταν εντελώς, με τη δικαιολογία ότι λειτουργούσαν ως φυτώρια επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων.
Ο Charles Tuckermann, αμερικανός πρόξενος στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση, παρατηρεί ότι κατά την τουρκοκρατία «τα ελληνικά σχολεία ήταν λίγα και απομακρυσμένα, και υποστηρίζονταν από τις εθελοντικές εισφορές διαφόρων οργανώσεων και από Έλληνες του εξωτερικού. Η ελευθερία διδασκαλίας δεν ήταν περισσότερη από την ελευθερία πολιτικών δραστηριοτήτων, και τα γράμματα είχαν το μερίδιό τους από την εθνική μιζέρια».
Στην εχθρότητα των Τούρκων έναντι των ελληνικών σχολείων αναφέρεται και ο Γερμανός καθηγητής G. A. Noehden το 1820.
Το σχολείο των Μηλεών Πηλίου λέγει, κατόρθωνε να καλλιεργεί τα γράμματα γιατί «ήταν μακριά από το ζηλόφθονο μάτι του Τούρκου διοικητή και επιπλέον έχει διασφαλισθεί από τις επιβουλές του με ιδιαίτερα προνόμια και ασυλίες, που έχουν δοθεί στην πόλη από την κυβέρνηση».
Πάλι από τις Μηλιές το 1832 (ενώ παραμένουν υπό τουρκική κατοχή) ο ιεροδιάκονος-διαφωτιστής Γρηγόριος Κωνσταντάς γράφει απευθυνόμενος εμμέσως στον πατριάρχη:
«...επιθυμώ να επιστρέψω εις την πατρίδα μου, να ανοίξω και πάλιν το σχολείον μου... Φοβούμαι όμως [...] και τους περιοικούντας οθωμανούς, οι οποίοι μπορούν να εκλάβουν το πράγμα αλλέως, παρά εγώ το μεταχειρίζομαι. Όθεν παρακαλώ [...] αν είναι δυνατόν να μοι δοθή βασιλικόν φιρμάνι υπερασπίζον το σχολείον τούτο από [...] των περιοίκων αλλογενών ενδεχομένας καταδρομάς.»
Εν ολίγοις, όποιος ήθελε να μάθει γράμματα χωρίς να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή, μόνο κρυφά και μυστικά μπορούσε.

Στη μελέτη του Τρύφωνος Ευαγγελίδου, «Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας» (1936), γίνεται αναφορά σε πολλά σχολεία, αλλά και στην εκπαίδευση που γινόταν με κίνδυνο «κρύφα και εν παραβύστω».
Στον Λόγιο Ερμή του 1811 αναφέρεται το άνοιγμα σχολείων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα με άδεια των Αρχών στην Κωνσταντινούπολη, στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, στη Χίο κλπ. Επίσης αναφέρεται η οργάνωση λυκείων στη Σμύρνη και στη Θεσσαλονίκη, αλλά στο ίδιο έντυπο, το 1813, περιγράφεται με μελανά χρώματα η αμάθεια που επικρατούσε κατά τους προηγούμενους αιώνες.

Ίσως η πρώτη ρητή αναφορά σε κρυφά διδασκαλεία, είναι εκείνη της ομιλίας υπέρ της επανάστασης, που εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος «ο εξ Οικονόμων» το 1821 και δημοσίευσε το 1825.
Εκεί αναφέρει ότι τα σχολεία όταν δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κρυφά, το κατάφερναν με τεχνάσματα ή χάρη σε δωροδοκίες Τούρκων αξιωματούχων.

Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων
1780 - 1857 Τσαριτσάνη.

Ο λόγιος ιατρός Στέφανος Κανέλλος, σε επιστολή του της 4ης Φεβρουαρίου 1822 προς τον Γερμανό φιλέλληνα Carl Iken (δημοσιεύτηκε στα γερμανικά το 1825) αναφέρει ότι
«οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία χειρότερα κι από τις εκκλησίες κι οι Έλληνες προσπαθούσαν να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως».
Σε άλλο σημείο της επιστολής του αναφέρεται στην αμάθεια των υπόδουλων Ελλήνων, υποστηρίζοντας ότι δεν προερχόταν από αναισθησία ή αδιαφορία τους προς την παιδείαν, αλλά από την «αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Σημειώνει παράλληλα τον ενθουσιασμό των νέων να μάθουν γράμματα παρά τη φτώχεια και τις στερήσεις.
(Το τι του έχουν καταλογίσει του έρημου του Κανέλλου, πολλοί και διάφοροι, δεν αξίζει τον κόπο να αναφερθεί, είναι τα ίδια οργισμένα και αγανακτισμένα σχόλια που επιφυλάσσουν σ΄ όποιον τους χαλάει το αφήγημα περί μυθοπλασίας, υπερβολής, αυτοσχεδιασμού κλπ.)

Το 1675, με ειδικό φιρμάνι, ο σουλτάνος διέταξε τους αξιωματούχους στην Κασταμονή του Πόντου, ν΄ αφήνουν στο εξής ελεύθερους τους Έλληνες να διδάσκουν γράμματα κατ’ οίκον στα παιδιά (οικοδιδασκαλία):

«Μολονότι δεν υπήρχε λόγος να ταλαιπωρούν (τους χριστιανούς της Κασταμονής) επειδή διδάσκουν στα σπίτια τους, σύμφωνα με τα ήθη τους, το Ευαγγέλιο στα αρσενικά χριστιανόπουλα, κάποιοι απ’ την τάξη των ανθρώπων της εξουσίας, μόνο και μόνο για να τους αποσπάσουν χρήματα, τους παίρνουν χωρίς λόγο και αιτία, και ενάντια στον ιερό νόμο, όλα τους τα χρήματα. Η καταπίεση και η αυθαιρεσία τους δεν έχει τελειωμό. Επειδή αιτήθηκαν (οι κάτοικοι της Κασταμονής) να αναληφθούν ενέργειες και να εκδοθεί αυτοκρατορικό διάταγμα που να απαγορεύει και να αποτρέπει την καταπίεση και την αυθαιρεσία τους, όπως την εξέθεσαν, συντάχθηκε διαταγή μου για να πάψουν να καταπιέζονται».
Το φιρμάνι υπάρχει στο περιοδικό «Τα ιστορικά», τ.27 (2010), στο άρθρο του Α, Αναστασόπουλου «Προσεγγίζοντας το Ζήτημα της Ανάγνωσης των Πηγών : Μια Μαρτυρία περί Οικοδιδασκαλίας τον 17ο αιώνα και το Κρυφό Σχολειό».

Έφτασε δηλαδή στο σημείο ο σουλτάνος με ειδικό φιρμάνι να στηλιτεύσει τις πρακτικές των τοπικών αξιωματούχων της Κασταμονής, οι οποίοι είχαν φτάσει στο σημείο να απαιτούν από τους Έλληνες κατοίκους όλα τους τα χρήματα, προκειμένου να «αρσενικά χριστιανόπουλα» να διδάσκονται το Ευαγγέλιο στα σπίτια τους.


Ανάλογες μαρτυρίες, για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι υπόδουλοι Έλληνες στην εκμάθηση των γραμμάτων, μας δίνουν οι : Ματθαίος, μητροπολίτης Μυρέων (1618), Μητροφάνης (Κριτόπουλος), πατριάρχης Αλεξανδρείας (1627), Γεώργιος Φατζέας, μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1760) και Γεράσιμος, επίσκοπος Μετρών και Αθύρων (1775), ο οποίος, ως Γεράσιμος Γ’, έγινε πατριάρχης Αλεξανδρείας από το 1783 ως το 1788.
«Ο Γέρο Μαλαξός (Πρωτόπαπας) δίνει μαθήματα κρυφά στο σπίτι του, μέσα σ' ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο», μας λέει στην Περιγραφή του ο Γκέρλαχ το 1752.

Όμως, η πιο «σκληρή» μαρτυρία για τη συμπεριφορά των Οθωμανών, υπάρχει στο βιβλίο του Άγγλου περιηγητή George Sandys “A Relation of a Journey Begun An. Dom. 1610” που γράφει :
«Χώρες οι οποίες ήταν κάποτε τόσο ένδοξες και ξακουστές για την ευτυχισμένη τους κατάσταση, τώρα έγιναν, εξαιτίας της κακίας και της αχαριστίας, το πιο αξιοθρήνητο θέαμα της πιο ακραίας δυστυχίας. Τα άγρια κτήνη της ανθρωπότητας ξέσπασαν πάνω τους και ξερίζωσαν κάθε ίχνος πολιτισμού και η αυθάδεια ενός ανάλγητου και βάρβαρου τυράννου κατέλαβε τους θρόνους της αρχαίας και δίκαιης κυριαρχίας... Η αληθινή θρησκεία περιφρονείται και καταπιέζεται, όλη η αριστοκρατία εξαφανίστηκε. Το φως της γνώσης δεν επιτρέπεται, ούτε η αρετή τιμάται. Η βία και η αρπαγή θριαμβεύουν με αυθάδεια παντού».

Το 1823 ο λόγιος Μιχαήλ Σχινάς περιγράφει τα εμπόδια που έβαζαν οι Οθωμανοί στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Αναφέρει ότι λόγω αυτών των εμποδίων "μαθητές και δάσκαλοι αποσύρονταν στο σκοτάδι για να αποφύγουν τις διώξεις".
Σε απόσπασμα των απομνημονευμάτων του, ο Νικόλαος Δραγούμης μιλά για κακομεταχείριση του πατέρα του «χάριν των ελληνικών γραμμάτων» κι αναφέρει ότι οι Τούρκοι «κατέτρεχαν παντοιοτρόπως» τα σχολεία, ώστε δάσκαλοι και μαθητές σοφίζονταν τρόπους για να αποφεύγουν την οργή τους. Μαθητές και δάσκαλοι προσπαθούσαν να κρύψουν τη λειτουργία του σχολείου ώστε να μην ακούγεται θόρυβος ή φωνές που μαρτυρούσαν διδασκαλία, καθώς απειλούνταν με ξυλοδαρμούς δασκάλων από περαστικούς Τούρκους.
Αναφορά σε λειτουργία κρυφών σχολείων κάνει στα απομνημονεύματά του και ο Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798 - 1879), σύμφωνα με τον οποίο μόνο οι Έλληνες φρόντιζαν για την παιδεία, «εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους».

Το 1849 ο καθηγητής Γεώργιος Μαυροκορδάτος σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει ότι η προηγούμενη γενεά νέων «εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης τον τύραννον διαφεύγουσα».

Η ιστορική αλήθεια πέραν πάσης αμφισβητήσεως παραμένει η ίδια, όσο κι αν υποστηρίζεται το αντίθετο, όπως κι αν υποστηρίζεται το αντίθετο, για όποιο σκοτεινό λόγο κι αν υποστηρίζεται το αντίθετο:
Ακόμα κι όταν με μύριους κόπους και θυσίες, κατόρθωναν ν΄ αποκτήσουν σχολεία οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας, το μόνο που μπορούσαν φανερά να διδαχτούν, ήταν γραφή κι ανάγνωση, μονίμως με το φόβο απαγορεύσεων, διώξεων, απαγωγών, βασανιστηρίων.

Είναι η κρυφή, η μυστική διδασκαλία μαθημάτων εθνικού και θρησκευτικού περιεχομένου, ειδικά πριν τον 17ο αιώνα, εκείνη που αποδεικνύει τη θέληση των Ελλήνων όχι μόνο για μάθηση, αλλά και για διαρκή μεταλαμπάδευση της μεγάλης ιδέας της αναγέννησης του έθνους, της λαχτάρας για ελευθερία, της ανάγκης για την ανάσταση της πατρίδας.
Είτε πρόκειται λοιπόν για μια «κρυφή διδασκαλία» των Περσών του Αισχύλου στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ κλειστού κύκλου Φαναριωτών που μαρτυρεί ο Γάλλος διπλωμάτης de Marcellus το 1820, είτε για τη χαμηλόφωνη αφήγηση του γέροντα δίπλα στο τζάκι που μιλάει στα παιδιά των σκλαβωμένων Ελλήνων για τη δόξα των προγόνων τους, για Κρυφό σχολειό πρόκειται!


Ένα σχολειό που υπήρξε πολύτιμο, γιατί κράτησε ζωντανή τη μνήμη, συντήρησε την εθνική συνείδηση, πέρασε από στόμα σε στόμα λαϊκές προφητείες, θρύλους, παραδόσεις, πολιτισμό.

Στα Δωδεκάνησα αναφέρεται ότι παρόλο που η λειτουργία Ελληνικών σχολείων επισήμως επιτρέπονταν από τις Οθωμανικές αρχές, η ίδρυση και λειτουργία τους απαιτούσε τεράστια ποσά για να χρηματιστούν οι τοπικοί άρχοντες, προκειμένου να εκδώσουν τις σχετικές άδειες, ωθώντας έτσι τους Έλληνες στη λειτουργία παράνομων σχολείων, κρυφών σχολείων.

Σε κάποιες περιπτώσεις κρυφή και μυστική ήταν και η οικονομική υποστήριξη σχολείων, όπως στην Κοζάνη του 19ου αιώνα όπου οι Έλληνες με μυστική είσπραξη εισφορών συντηρούσαν σχολεία.
Ο Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937) αναφερόμενος στη νεανική του ηλικία στη Σμύρνη αναφέρει ότι «νεοελληνικά δεν εδιδάσκοντο και η νεωτέρα ελληνική ιστορία ιεροκρυφίως μόνον και σποράδην ηδύνατο να διδαχθεί.»
Η λέξη «ιεροκρυφίως» συσχετίζεται με την περιγραφή της συζύγου του η οποία έγραψε ότι στη Σμύρνη ο Συκουτρής «με συγκίνησιν ανεπόλει αργότερα το μάθημα της ιστορίας, που σαν κρυφό σχολειό το βράδυ, μετά την απόλυσιν των μαθητών των άλλων τάξεων, εγίνετο σκοτεινά και αθόρυβα δια τον φόβον του κυριάρχου.»

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σκολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράματα»

Φτωχό σκολειό, περιορισμένο στα εκκλησιαστικά γράμματα. Στην Οκτώηχο, τον Απόστολο, το Ψαλτήρι…
Κρυφό σκολειό, μακριά απ΄ τα μάτια του τούρκου. Επί δύο ολόκληρους αιώνες μετά την Άλωση, χωρίς άλλο κανένα.
«Τα λίγα γράμματα που ξέρω, λέει ο γέρος του Μωριά, τα έμαθα από το "Ψαλτήρι" και το "Οχτωήχι" της εκκλησίας». Ασφαλώς σε κάποιο Μοναστήρι κρυφά. (Διήγηση συμβάντων ελληνικής φυλής).

Η «Οκτώηχος» χρησιμοποιήθηκε ως Αναγνωστικό στα σχολεία την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Κολοκοτρώνης γράφει στον Κανέλλο Δεληγιάννη
7 Δεκεμβρίου 1823.

Και πώς ήταν δυνατό άλλωστε να φοιτήσει σε φανερό σχολείο απόγονος των επικηρυγμένων Κολοκοτρωναίων;

Σκολειό- κερί στο σκοτάδι της αμάθειας, που λίγοι εγγράμματοι που απέμειναν από την καταδίωξη ή τη φυγή των πνευματικών ανθρώπων μετά την υποδούλωση, κράτησαν αναμμένο. Ιερείς και μοναχοί κυρίως, και κάποιοι λαϊκοί εγγράμματοι που οι Έλληνες τους έστελναν κρυφά τα παιδιά τους για να διδαχθούν, τη νύχτα με φεγγαράκι λαμπρό ή χλωμό.
Σκολειό-καντήλι, που η φλόγα του διατήρησε την εθνική συνείδηση, τη χριστιανική πίστη, τη φλόγα και τον πόθο για εθνική ελευθερία.

Οι σημειώσεις στην σελίδα ενός «μηναίου».
Tο ελληνικό αλφάβητο γραμμένο πιθανότατα από παιδικό χεράκι. Στην απέναντι σελίδα, ο μήνας Σεπτέμβριος: «Τῆς αὐτολέκτου καὶ θείας διδασκαλίας Χριστοῦ, τὴν προσευχὴν μαθόντες, καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν, βοήσωμεν τῷ Κτίστῃ· Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κατοικῶν, τὸν ἐπιούσιον ἄρτον δίδου ἡμῖν, παρορῶν ἡμῶν τὰ πταίσματα».
Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μονής Παναγίας Φανερωμένης/ Λευκάδα.

Όλα όσα μάχονται να ξεχάσουμε οι αρνητές του, εδώ και δεκαετίες.
Όπως οι Τούρκοι, που δεν επέτρεπαν στους Έλληνες νάχουν τα σχολειά τους ελπίζοντας πως έτσι θα λησμονούσαν την καταγωγή τους, την εθνικότητα κα την ιστορία τους, πως τελικά θα εξισλαμίζονταν και θα αφομοιώνονταν, έτσι και κάποιοι άλλοι σημερινοί ελπίζουν σε μια Ελλάδα χωρίς μνήμη, χωρίς συνείδηση εθνική, απόλυτα αδιάφορη και ξένη με το ιστορικό της παρελθόν, δεκτική σ΄ όσα απεργάζονται.
«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε, παρά τις καταδιώξεις, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξει», όπως λέγει κι ο κριτικός -ακαδημαϊκός– ιστορικός, Δ. Κόκκινος.

Όταν ο Ιμπραήμ ρήμαζε την Πελοπόννησο, ο ιερομόναχος Δοσίθεος, μορφωμένος κληρικός της Ι. Μονής των άγιων Θεοδώρων Καλαβρύτων, πήρε τα παιδιά του Σχολείου των Καλαβρύτων, στο οποίο ήταν δάσκαλος, και τα πήγε «εν τοις σπηλαίοις» του Χελμού, όπου και συνέχισε να τα διδάσκει. (Α. Δασκαλάκης, τομ. Γ «Περί Παιδείας»).
Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, τα φανερά σχολεία, σε αρκετές περιπτώσεις γίνονταν κρυφά, αναγκαστικά. Κι έμεναν οι ακούραστοι οι καλογεροδάσκαλοι της εποχής να διδάσκουν το γένος. Είχαν και μετέδιδαν τη συνείδηση ότι η «Πόλη» έπεσε και αλώθηκε μόνο τοπικά, όχι πνευματικά και εθνικά. Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός έμεναν άπτωτα και άτρωτα.
Κι υπήρχε βεβαίως κι ένας ακόμα σοβαρός λόγος για να λειτουργούν κρυφά Σχολειά: το παιδομάζωμα.
Ο Δ. Ζακυνθηνός στην ιστορία του «Η τουρκοκρατία» σελ. 13 γράφει:
«Κατά τακτά διαστήματα ανά πενταετίαν επί Μωάμεθ του Β', βραδύτερον δε ανά τετραετίαν, τριετίαν η και συχνότερον, διετάσσετο η στρατολογία χριστιανόπαιδων επί τη βάσει των υπό των τοπικών η κοινοτικών αρχών τηρουμένων μητρώων. Οι στρατευόμενοι ήσαν συνήθως ηλικίας από δέκα μέχρι δεκαπέντε ετών».


Τα παιδιά, λοιπόν, που κινδύνευαν από το παιδομάζωμα, ήταν αδύνατο να πηγαίνουν σε φανερά σχολεία.
Και τα φανερά σχολεία με τη σειρά τους, κινδύνευαν επειδή οι τούρκοι, κατά περιόδους αγρίευαν, κι όποτε αγρίευαν έκλειναν τα σχολειά ή απαγόρευαν την ίδρυση σχολείων για να μη μορφωθεί και σηκώσει κεφάλι ο «ραγιάς».
Κάθε τόσο, δηλαδή, αναιρούσαν τα πάντα. Έτσι, κατ' ανάγκην, δημιουργούσαν οι μορφωμένοι Έλληνες δικές τους εστίες γραμμάτων κρυφά.
Και οι Έλληνες αυτοί, κατά κανόνα, όπως λέγει και ο εθνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, ήταν κληρικοί.
Ο Διονύσιος Θερειανός λέγει χαρακτηριστικά ότι «Ή Ορθόδοξος Εκκλησία εθέρμανε τα ελληνικά γράμματα, καταψυγέντα εν καιροίς χαλεπωτάτοις».
Ό Παπαφλέσσας, όπως γράφει ο «Λόγιος Ερμής» το 1819, συνιστά με επιστολή του στους κατοίκους της Πολιανής (στην Πελοπόννησο) να χρησιμοποιήσουν το Μοναστήρι της Σολομονής για Σχολείο. Αλλοτε κρυφό,άλλοτε φανερό, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Ο Νεόφυτος Μεταξάς, μοναχός της Ι. Μονής Πεντέλης επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών, ο οποίος και συνέχισε την παράδοση των μοναχών της Πεντέλης να διδάσκουν τα σκλαβόπουλα γράμματα, γράφει, μεταξύ των άλλων, ότι «οι εφημέριοι των μοναστηριών και των ενοριών διετήρησαν, άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά, με την διδασκαλίαν της πατρίου γλώσσης την παρακαταθήκην (δηλαδή τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία) αμόλυντον και άμωμον».

Ατέλειωτες οι πληροφορίες, όπως και τα στοιχεία που δίνουν και τα έργα των ιστορικών Π. Καρολίδη, Κ. Παπαρρηγόπουλου, Σπυρ. Τρικούπη, Μιχ. Βολονάκη, Δ. Κόκκινου, Φραντζή, Γρηγ. Παπαμιχαήλ, Αθ. Βακαλόπουλου, Κ. Καιροφύλα, Αν. Γούδα, Κ. Σάθα, Πουκεβίλ - Γάλλου προξένου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας την εποχή εκείνη. Δημ. Μπαλάνου, Γ. Σωτηρίου, Χρ. Παπαδοπούλου, Τ. Γριτσοπούλου, κ.α.
Τα κρυφά σχολειά όσο και αν τα πολεμούν, είναι η πολύτιμη ιστορική πραγματικότητα, από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη.

Μὴ σκιάζεστε στὰ σκὁτη! Ἡ ἐλευθεριὰ
σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρῃ...

Ο όρος λοιπόν «κρυφό σχολειό», χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη διδασκαλία που παρείχαν μοναχοί και άλλοι κληρικοί σε νεαρά Ελληνόπουλα, σε μοναστήρια ή νάρθηκες ναών κρυφά, γιατί οι οθωμανοί καταδίωκαν και τιμωρούσαν βάναυσα όσους ανακάλυπταν να μαθαίνουν γράμματα. Όμως ούτε οι απαγορεύσεις, ούτε ο κίνδυνος της σκληρής τιμωρίας μπόρεσαν να σβήσουν τη δίψα των σκλαβωμένων Ελλήνων για τα ελληνικά γράμματα. Στις εκκλησίες και στα Μοναστήρια ευλαβείς και θαρραλέοι μοναχοὶ και ιερείς μάζευαν κρυφά τις νύχτες τα παιδιά των σκλάβων και κάτω από το αδύνατο φώς του καντηλιού τα μάθαιναν την ανάγνωση και τη γραφή και τα πρώτα στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας και της εθνικής τους Ιστορίας.

«Οι διδάσκαλοι του Γένους άγρυπνοι, ακάματοι έσκαπτον εν κρυπτώ διά του αιχμηρού καλάμου των, μυστική υπόνομον, ήτις έπρεπε μίαν ημέραν να ανατινάξη τον πολυχρόνιον όγκον του Τουρκικού ζυγού. ... υπό τας αμυδράς ακτίνας νυκτερινής λυχνίας ο πτωχός διδάσκαλος ενεστάλαζεν εις την καρδίαν της ελληνικής νεολαίας τα ζωογόνα ρείθρα της αρχαίς μαθήσεως.» (Τρ. Ευαγγελίδης, σελ. 108)[αναφ. 2]
«Εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων [...] Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, είς εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν. Και αμέσως εγένετο σιωπή. Διότι ουαί και εις διδάσκοντας και εις διδασκομένους εάν ο αγέρωχος διαβάτης ήκουε θόρυβον ή φωνάς μαρτυρούσας διδασκαλίαν. Ανέβαινε όλος θυμόν εις το επίτηδες ζοφούμενον σχολείον και εξυλοκόπει και τραυμάτιζε τον δάσκαλον και μιαν μιαν απέσπα τας τρίχας του δασκάλου εάν τύγχανε φέρων, ως σύνηθες τότε, πώγωνα».[αναφ. 15]

Για την αμάθεια που επικρατούσε, αποτέλεσμα των ατελείωτων βασάνων, περιορισμών και απαγορεύσεων αναφέρει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος:
«Είδαμε σε ποια αλλόκοτη γλώσσα έγραφαν οι γραμματικοί των σουλτάνων τις δήθεν ελληνικά αναπτυσσόμενες διεθνείς τους συνθήκες. Και αν έτσι έγραφαν οι γραμματικοί, μπορούμε να φανταστούμε τι γινόταν με τους λιγότερο μορφωμένους ανθρώπους του έθνους. Τα μόνα επίσημα κείμενα που είχαν κάποια ευπρέπεια ήταν τα κείμενα του Πατριαρχείου».


Ο Κωνσταντίνος Κούμας, που μελέτησε τον αρχιερατικό κώδικα της Λάρισας, αναφέρει ότι είχε κακή σύνταξη και ανορθογραφίες ακόμα και στις υπογραφές των μητροπολιτών, ως το 1730 που ανέλαβε τη μητρόπολη ο Ιάκωβος. Αυτό δείχνει την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η εκπαίδευση και η μόρφωση των Ελλήνων.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα και, κυρίως, από τις αρχές του 18ου αιώνα, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Η κατάργηση του παιδομαζώματος, η οργάνωση του εμπορίου, η μεγάλη διάδοση των ελληνικών βιβλίων που τυπώνονταν στη Βενετία, τη Βιέννη και αλλού, η εμφάνιση των εθνικών ευεργετών που άφηναν μεγάλα χρηματικά ποσά για την ίδρυση σχολείων στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και ο ηπιότερος τρόπος με τον οποίο πλέον η οθωμανική αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τους υπόδουλους Έλληνες, είχαν σαν αποτέλεσμα την ίδρυση πολλών σχολείων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και την εμφάνιση των λεγόμενων Διδασκάλων του Γένους, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού.
Το 1811, στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο υπήρχαν περίπου 2.000 σχολεία. Ωστόσο, το 1821 η Ελλάδα είχε 39 μόνο λόγιους!
(Π.Ν. Παπαρούνης, «Τουρκοκρατία»).
Το Μέγα Αλφαβητάριο εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως,
με δαπάνες Κωνστ. Αλεξ. Φιλιππίδου του Γάγου.

Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της ελευθερίας στην εκπαίδευση κατά την τουρκοκρατία, που τόσο ένθερμα υποστηρίζουν κάποιοι.

Και ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, το 1826 γράφει:
«Οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρά την ίδρυση δημοσίων σχολείων, διότι φοβούνταν πως αν οι χριστιανοί μορφώνονταν, θα γίνονταν δούλοι επικίνδυνοι και δυσκυβέρνητοι... Με αυτόν τον τρόπο, ο δραγουμάνος Παναγιώτης (Νικούσιος) και ο διάδοχός του Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, κατόρθωσαν να συστήσουν σχολεία σε πολλές πόλεις της ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας. Και έκλειναν τα στόματα των διοικητών στις επαρχίες άλλοτε με δωροδοκία και άλλοτε με την ισχυρή επιρροή που ασκούσαν οι προστάτες τους».
Αναφέρεται στον Παναγιώτη Νικούσιο (1613-1673) που ήταν ο πρώτος Έλληνας μεγάλος δραγουμάνος, ενώ ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1641-1709) ήταν διάδοχός του και σχολάρχης της Πατριαρχικής Ακαδημίας.

Μετά την απελευθέρωση, έχουμε τις μαρτυρίες του αρχιμανδρίτη και καθηγητή πανεπιστημίου Μισαήλ Αποστολίδη (1837), νέα μαρτυρία του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, του Γεωργίου Μαυροκορδάτου, καθηγητή Νομικής (1849) και του, επίσης καθηγητή Νομικής, Κωνσταντίνου Φρεαρίτη (1862), ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «...ο ταπεινός ιερεύς και ο πενιχρός ελληνοδιδάσκαλος, έντρομοι άλλ’ άκαμπτοι και απτόητοι, συνήγον εις αφανή καταγώγια τους τρυφερούς αυτών νεοσσούς... Εκ των σκοτεινών δε τούτων κρυπτών εξήλθον οι πολυπληθείς εκείνοι φωτεινοί της πίστεως και πατρίδος μεγαλομάρτυρες».
Ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος), αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων, γράφει : «Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν δια την παιδείαν... Εν ελλείψει δε διδασκάλου, ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους».

Ο σπουδαίος λόγιος του 19ου αιώνα Γεώργιος Χασιώτης, σε ανέκδοτο στα ελληνικά έργο του (γράφτηκε στα γαλλικά το 1881), αναφέρει: «Τη νύχτα, με το φως της σελήνης, λέει ένα δημοτικό τραγούδι, τα Ελληνόπουλα, αψηφώντας την τουρκική σκληρότητα, έτρεχαν στα σχολεία για να πάρουν από εκεί μερικά ράκη του αρχαίου πολιτισμού της πατρίδας τους».

Αφιερώνεται κυρίως:
Σ΄ αυτούς που θεωρούν «ευφαντάστους και καλοπροαιρέτους ιστορικούς της εθνικής σκοπιμότητας, όσους υποστηρίζουν την ύπαρξη Κρυφού Σχολειού»,
Στους διανοουμένους που το θεωρούν «Ανθεκτικό Μύθο» και επομένως «Είναι μάταιο και σφάλμα να αναζητούμε ιστορικά επιχειρήματα για να καταπολεμήσουμε ένα μύθο».
Σ΄ αυτόν που λέει πως: «Μία από τις τόσες ανακρίβειες που έχουμε μάθει στο ελληνικό σχολείο είναι κι ότι η εκπαίδευση στην Τουρκοκρατία ήταν απαγορευμένη».
Κι σ' εκείνον που υποστηρίζει πως «Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ανιστόρητο ιδεολόγημα, μια απλοϊκή κατασκευή».