Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)
Η τελευταία Μετάληψις των κατοίκων του Μεσολογγίου από τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ
Έργο των Raffet και de Vilain, λιθογραφία.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΦΟΡΟΙ: ΣΕ ΠΑΡΑΔΕΣ, ΣΕ ΠΟΝΟ, ΣΕ ΑΙΜΑ

Αυτά που ζούσαν κι υπέφεραν, αυτά που άντεξαν, αυτά που κατάφεραν μέσα σ΄ αβάσταχτο σκοτάδι κι απελπισία, αυτά που δημιούργησαν μέσα στην ατελείωτη σκλαβιά, εκείνοι οι Έλληνες, οι όχι και τόσο μακρινοί μας, είναι πολύτιμα κι ιερά, είναι μνήμες πικρές που πρέπει να κρατήσουμε ζωντανές. Για πάρα πολλούς λόγους. Όποιος ξεχνά και δε διδάσκεται, κάποια στιγμή τα ξαναζεί. Η ιστορία δίνει έμφαση στους πολέμους, τις μάχες και τα κατορθώματα, μα παραβλέπει συνήθως πως κατόρθωμα ήταν η ίδια η επιβίωση την εποχή εκείνη.

Από τη στιγμή που έπεσε η Πόλη και διαλύθηκε το βυζαντινό κράτος, η ζωή των Ελλήνων άλλαξε τραγικά. Οι τούρκοι δεν τους υποδούλωσαν μονάχα, τους καταδίκασαν σε οικονομικό και πνευματικό μαρασμό.
Οι φόροι που αναγκάστηκαν να πληρώνουν ήταν τόσοι, που η κάθε μέρα τους, εξελίχθηκε σ΄ έναν διαρκή εφιάλτη.
Κι αυτός ο εφιάλτης πέρα από την απόλυτη οικονομική εξαθλίωση, περιελάμβανε βασανιστήρια, αρπαγές γυναικών και παιδιών, παιδομαζώματα, εξευτελισμούς και βίαιο εξισλαμισμό, μαρτυρικούς θανάτους, ατίμωση, εξανδραποδισμό.
Για δυο περίπου αιώνες οι Έλληνες επαναστατούσαν -αποτυχημένα, αντιδρούσαν -καταδικασμένα και προσπαθούσαν ν΄ αντέξουν και να επιζήσουν, όπως μπορούσαν.
Η Τουρκοκρατία στην Ελλάδα διήρκεσε σε μερικές περιοχές 500 χρόνια.
Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα οι Έλληνες έχασαν την επαφή με επιτεύγματα όπως η αναγέννηση και η ανακάλυψη των νέων ηπείρων, έμειναν αποκομμένοι από τις πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις στην Ευρώπη που οδήγησαν στην δημιουργία των όψιμων δημοκρατιών και κρατών δικαίου εμπνευσμένων από τον διαφωτισμό και τον ουμανισμό. Οι Έλληνες μαζί με τους βαλκανικούς λαούς έπρεπε να συνυπάρξουν με τους Τούρκους, την πιο βάρβαρη φυλή η οποία έχει περπατήσει πάνω στη γη.

Κι έπειτα σιγά-σιγά ξεμούδιασε η θέληση, το πείσμα, το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, άρχισε η πνευματική και οικονομική αναγέννηση. Η προσαρμογή στις συνθήκες, με το βλέμμα πάντα στραμμένο στην απελευθέρωση της πατρίδας.
Πολλά νησιά του Αιγαίου, ιδίως τα Ψαρά, η Ύδρα και οι Σπέτσες, πολύ πριν τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ( 1774), αποτέλεσμα του πρώτου μεγάλου ρωσσοτουρκικού πολέμου, εκμεταλλευτήκαν τη γνώση της θάλασσας και την τέχνη του εμπορίου. Οι τούρκοι από καταγωγή τη θάλασσα τη φοβόντουσαν και το εμπόριο το έβλεπαν απαξιωτικά, πολεμιστές και πορθητές θεωρούσαν τους εαυτούς τους, κι αν κάτι επιθυμούσαν το άρπαζαν.
Βεβαίως με τους ευνοϊκούς για το εμπόριο και τη ναυτιλία όρους της συνθήκης, ο πλούτος και η πνευματική αφύπνιση μέσα από την επικοινωνία και την ενημέρωση, εξελίχθηκαν στους δυο βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η Εθνεγερσία του 1821.
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας επίσης, για τα δημοσιονομικά του κράτους χρησιμοποιούσαν Έλληνες ειδικούς ως λογιστές.
Οι ίδιοι, μη έχοντας γνώσεις αριθμητικής και μαθηματικών, είχαν δικό τους τρόπο να καταγράφουν τα κρατικά έσοδα. Χρησιμοποιούσαν σε κάθε θησαυροφυλάκιο κομμάτια ξύλου διαφορετικού μεγέθους, ανάλογα με την ποσότητα των νομισμάτων.
Φαντάζεται εύκολα κανείς την ακρίβεια του υπολογισμού των τεράστιων εσόδων του οθωμανικού κράτους.

Οι φόροι που πλήρωναν οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν δυσβάσταχτοι, πολλοί και διαφορετικοί.
Όπως ο κεφαλικός, που πλήρωναν όλοι όσοι δεν ήταν μουσουλμάνοι. Οι «λαοί της Βίβλου» (Εβραίοι, Χριστιανοί) μπορούσαν να εξαγοράσουν την ζωή τους βάσει συγκεκριμένων όρων. Έπρεπε να καταβάλουν λοιπόν, τον κεφαλικό φόρο, δηλαδή τον φόρο για να διατηρούν το κεφάλι τους πάνω στους ώμους τους.
Το χαράτσι, ο φόρος κατοχής γης, φόρος για τη γη και φόρος των από αυτής προσόδων, αφού η γη ανήκει στον Αλλάχ και τον «προφήτη» και κατ’ επέκταση στους «πιστούς» Τούρκους.
Ο φόρος της δεκάτης, που δεν ήταν καν της «δεκάτης», αλλά το 13% σε όλα τα παραγόμενα προϊόντα.
Φόρος για κάθε μεγάλο ζώο, φόρος εστίας που πλήρωναν οι γεωργοί για την κατοικία τους, φόρος υπέρ των σπαχήδων, ώστε να συντηρούν τα πολεμικά τους άτια, φόρος για ό,τι σκαρφιζόντουσαν κάθε φορά.
Η μόνη περίπτωση που οι μουσουλμάνοι πλήρωναν περισσότερα από τους χριστιανούς, ήταν το ζευγαριάτικο, δηλαδή η γαμήλια εισφορά. Αν η νύφη ήταν μουσουλμάνα, η εισφορά ήταν 60 άσπρα, αν ήταν χήρα ή χωρισμένη 40,αν ήταν χριστιανή 30 κι αν ήταν δούλα, ο γαμπρός δεν πλήρωνε καθόλου.

Oι Τούρκοι, εφόσον οι ραγιάδες πλήρωναν, εγγυούνταν την ατομική ελευθερία και τη ζωή τους. Ωστόσο, αυτό ίσχυε εντελώς θεωρητικά. Οι ραγιάδες δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν ενώπιον μουσουλμάνων. Κατοικούσαν στα άκρα των πόλεων, ήταν υποχρεωμένοι να ξυρίζουν το μπροστινό μέρος του κρανίου και να φορούν μπλε κάλυμμα κεφαλής.
Δεν μπορούσαν να ιππεύουν, ούτε φυσικά να οπλοφορούν. Οι Τούρκοι μπορούσαν να «νοικιάζουν» χριστιανές γυναίκες, να αποκτούν νόμιμα τέκνα από αυτές και μετά να τις διώχνουν. Μπορούσαν εξάλλου, να αρπάζουν ανθρώπους και αγαθά χωρίς να δίνουν λόγο. Ακόμα κι αν ο χριστιανός κατέφευγε στην “ισλαμική δικαιοσύνη”, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εναντίον ενός “πιστού”.
Τον τούρκο χαρακτήριζε πέρα από την αμάθεια, η αλαζονεία, η φιλοχρηματία και κυρίως, η δωροδοκία. Μόνο εκείνος που είχε παράδες για μπαξίσια μπορούσε έστω να ελπίζει στη δίκαιη κρίση του τούρκου καδή. Έτσι, ο ταλαίπωρος ραγιάς, ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένος, δικαστές και μάρτυρες εξαγοράζονταν και το δίκιο του εξαφανιζόταν.

Οι τούρκοι δεν έμοιαζαν με κανέναν άλλο κατακτητή.
Μπορεί όλοι οι δυνάστες να είναι τέρατα, να τους συνοδεύουν ιστορίες ασέλγειας, φιλαργυρίας και ωμότητας, μα δεν γκρεμίζουν τα μνημεία πολιτισμού, δεν ξεριζώνουν τα δέντρα, δεν καίνε τον καρπό της γης, δεν εξολοθρεύουν μαζικά ολόκληρες γενιές μόνο και μόνο γιατί μπορούν. Κι όμως αυτά έκαναν. Χειρότεροι από κτήνη, χειρότεροι από θηρία.
Σ΄ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι ακτήμονες γεωργοί, αν και δούλευαν από το χάραμα ως τη νύχτα, επιβίωναν με τεράστια δυσκολία, γιατί η άγρια εκμετάλλευση ήταν ο μόνιμος κανόνας.
Ο αφέντης έδινε το σπόρο, κι ο γεωργός μαζί με την οικογένεια του δούλευε όλη τη χρονιά, κι αφού εξαντλούσε τα βόδια του, κατάστρεφε τα εργαλεία του, πότιζε τη γη με τον ιδρώτα του, όταν συγκέντρωνε επιτέλους τον καρπό, ερχόταν ο ιδιοκτήτης κι έπαιρνε από τα εννιά τσουβάλια τα έξι. Ο επιστάτης του χωριού, άρπαζε άλλο ένα, κι έτσι κατέληγε με δύο. Με τούτα έπρεπε να καλύψει φαγητό και ρούχα για όλη την οικογένεια, για όλη τη χρονιά.
Η συνηθισμένη διατροφή τον καιρό εκείνο, ήταν άγρια χόρτα και λάχανα, ψωμί κριθαρένιο και μια-δυο φορές το χρόνο, ίσως δοκίμαζαν και λίγο κρέας.

Ο φόρος δεν έκανε εξαιρέσεις.
Χαρακτηριστική μια μικρή ιστορία, που καθόλου μοναδική δε μοιάζει.
Χήρα με πέντε παιδιά, πήγε και παρακάλεσε γονυπετής, με δάκρυα στα μάτια, τον προύχοντα της περιοχής να ελαττώσει το φόρο της γιατί αδύνατο της ήταν να πληρώσει.
-Πέντε παιδιά, δεν έχεις; της αποκρίθηκε.
-Τρεις κόρες και δυο γιούς, αφέντη μου, είπε η γυναίκα με ελπίδα.
-Πούλα δυο απ΄ τα παιδιά σου και πλήρωσε τους φόρους σου, ήρθε η κυνική απάντηση.

Η τουρκοκρατία, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, παρά τα δεινά που επισώρευσε, είχε και μιαν ευνοϊκή συνέπεια για την Κρήτη, όσον αφορά την επιστροφή της στην Ορθοδοξία.
«Όσο και αν φανεί παράξενο», παρατηρεί ο καθηγητής Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «η τουρκική κατάκτηση λειτούργησε στην Κρήτη και ως ιστορική κάθαρση. Απετέλεσε την κάθαρσιν της νόθου καταστάσεως της γεννηθείσης κατά την Ενετοκρατίαν: όσοι έμειναν ορθόδοξοι ήσαν γνήσιοι ΄Ελληνες. Εάν η κατάκτησις τυπικώς επέφερε την πτώσιν των Γραμμάτων και της Τέχνης, ουσιαστικώς εδυνάμωσε την ζωτικότητα του αγροτικού στοιχείου, το οποίον έπασχεν αφόρητα δεινά κατά την Ενετοκρατίαν και εξέπιπτεν ηθικώς».
Την αναβίωση αυτή του αγροτικού πληθυσμού ευνόησαν οι Τούρκοι, γιατί ήταν ή κύρια πηγή της φορολογίας και των αγγαρειών. Αλλά η πιο σημαντική συνέπεια της τουρκικής κατάκτησης ήταν η αποκατάσταση της Ορθοδοξίας στο νησί και η ανασυγκρότηση της Εκκλησίας και της ορθόδοξης ιεραρχίας. Η Κρήτη αποκόπηκε από τη Δύση και τους δυτικούς επηρεασμούς και επανασυνδέθηκε με το κέντρο της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και μέσω αυτού με τον υπόλοιπο ορθόδοξο ελληνισμό.
Οι φόροι που έπρεπε να πληρώνουν οι Κρήτες, ήταν ο «κεφαλικός» και ο «κτηματικός». Ο Σουλτάνος με φιρμάνι του απαγόρεψε κάθε άλλη φορολογία «ο τα εναντία δε πράξων έξει τας αράς του Θεού, του Βασιλέως και συμπάσης της ανθρωπότητος».
Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους τούρκους (1669), μόνο η ορεινή επαρχία των Σφακιών έμεινε αυτόνομη και σχεδόν αφορολόγητη. Σχεδόν.
Οι Σφακιανοί δεν έδιναν το ποσό των φόρων, κεφαλικών και ιδιοκτησίας που τους αναλογούσε, αλλά πλήρωναν …με χιόνι! Τα καλοκαίρια κατέβαζαν στον πασά σακιά γεμάτα χιόνι από τα Λευκά Όρη για να απολαμβάνει δροσερά τα σερμπέτια του κι έτσι ξεχρέωναν!
Στην Κρήτη επίσης, μέχρι την κατάκτηση της από τους τούρκους, κάθε εκκλησιά μπορούσε να χρησιμοποιεί δυο καμπάνες, μα όταν ήρθαν εκείνοι, διέταξαν να μεταφερθούν όλες οι καμπάνες των χωριών στην πόλη. Αρκετοί τις έκρυψαν κι έμεναν από πατέρα σε γιό.
Οι τούρκοι που το ήξεραν, όταν ήθελαν να αποσπάσουν χρήματα από κάποιον πλούσιο χριστιανό, τον κατηγορούσαν πως έκρυβε μια καμπάνα. Η κατηγορία –αληθινή ή όχι- οδηγούσε συνήθως σε φυλάκιση κι ο φυλακισμένος δεν έβγαινε αν δεν πλήρωνε.
Από τις εκατό και παραπάνω εκκλησιές του Μεγάλου Κάστρου (Ηράκλειο), μια μονάχα επετράπη να λειτουργεί για τις λατρευτικές ανάγκες των χριστιανών, οι υπόλοιπες έγιναν τζαμιά, αποθήκες, λουτρά ή απλά αφέθηκαν να ερημώσουν.
Τούτο έγινε παντού άλλωστε, σε κάθε μικρή και μεγαλύτερη πόλη και χωριό, οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να κατεβάσουν τις καμπάνες των ναών και να χρησιμοποιούν σήμαντρα.
Όταν τα πράγματα αγρίευαν, αντικαθιστούσαν και τα σιδερένια σήμαντρα με ξύλινα, για να μην εκνευρίζουν τους αγάδες.
Κι αν κάτι σας φέρνει στο νου η καμπάνα που ενοχλεί και εκνευρίζει κάποιους, καλώς σας το φέρνει.

Κάπου εδώ, τελειώνει η «ελαφριά» πλευρά των πραγμάτων.

Γράφει ο ιστορικός Γιάννης Μουρέλλος («Η Ιστορία της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη»):
«Αλλοίμονο στο ελληνικό γένος αν η τυραννία που καταπίεζε τους χριστιανούς της Κρήτης, καταπίεζε και τους χριστιανούς του Μωριά, της Ρούμελης και των άλλων νησιών, θα ήταν χαμένη τελειωτικά η φυλή, όχι γιατί η ψυχική ρώμη των άλλων Ελλήνων ήταν μειωμένη, αλλά γιατί τότε θα λιγόστευαν οι παράγοντες της μεγάλης ελπίδας που γέννησαν το θαύμα της Αναστάσεως της φυλής».
Κι έχει δίκιο γιατί μέσα απ΄ όσα φρικτά έζησε το νησί, ήταν θαύμα που ο κρητικός ηρωισμός ξεπετάχτηκε νικητής και δημιουργός.
Οι τραγικές σκηνές ήταν πολλές και ξετυλίγονταν ατέλειωτα, στα κονάκια και τους πύργους των γενιτσάρων και των αγάδων. Πόσες γυναίκες δεν έφευγαν από το κονάκι του αγά χωρίς μαστούς, με δύο φριχτές πληγές στη θέση τους, που η αιμορραγία τους οδηγούσε στο θάνατο, όταν ο αγάς στην άρνησή τους να υποκύψουν στις βάρβαρες ορμές του, διέταζε και έβαναν τα στήθια τους στην κόχη της κασέλας κι ύστερα ανέβαζε έναν αράπη δούλο να χορεύει πάνω στο σκέπασμά της.

Πόσες κόρες που δεν δέχτηκαν τα χάδια του αγά, δεν καταδικάστηκαν να φάνε τα συκώτια του σφαγμένου αρραβωνιαστικού τους, πόσες μάνες δεν είδαν πάνω στο δίσκο το κεφάλι του παιδιού τους, πόσες δεν υπέστησαν την κτηνωδία των αφρισμένων αραπάδων της Βεγγάζης, που εσπάρασαν την τιμή των κοριτσιών μπρος στα μάτια των γερόντων, των αντρών και των γονέων τους. Αυτά τα ανατριχιαστικά, όπως και άλλα άπειρα εγκλήματα που περιγράφει ο ιστορικός Μουρέλλος, ήρθαν αρχικά αμείλικτοι να τιμωρήσουν οι χαϊνηδες κι αργότερα η ίδια η «Υψηλή Πύλη» στέλνοντας στην Κρήτη για τιμωρό τον Χατζη-Οσμάν Πασά.

Για τον Χατζη-Οσμάν Πασά, τον "Πνιγάρη", υπάρχουν πάρα πολλοί θρύλοι.
Μια παράδοση υποστηρίζει πως ο Οσμάν Πασάς ήταν «κρυπτοχριστιανός» άπ’ τη Μικρά Ασία που υποκρινόταν ότι δεν ήξερε ελληνικά, ενώ ήταν μεγάλης μόρφωσης ελληνικής και τουρκικής. Άλλη παράδοση λέει ότι ήταν διάκος ή καλόγηρος ονόματι Βασίλειος, έμπιστος του Πατριάρχη, που ο Γρηγόριος τον μεταμφίεσε σε Τούρκο και τον παρουσίασε στο Σουλτάνο για να του υποσχεθεί το ξεπάστρεμα των γενιτσάρων της Κρήτης.

Μάλιστα η παράδοση αυτή λέει πως όλο το διάστημα που έμενε στα Χανιά πήγαινε μεταμφιεσμένος σε μία κατακόμβη για να λειτουργηθεί και να μεταλάβει. Το πιθανότερο είναι ότι ο Κιούρτ Οσμάν πασάς ήταν ο ως τότε πασάς της Εύβοιας, κι εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μεταχειριστεί αυστηρά και αποτελεσματικά μέτρα για αντιμετωπίσει τους γενίτσαρους που ασεβούσαν προς την Πύλη.Αυτό του το κατόρθωμα, τον έκανε κατάλληλο για τη δύσκολη επιχείρηση της Κρήτης. Είναι πάντως εξακριβωμένο ότι ο Οσμάν Πασάς αποτελούσε εξαιρετικό φαινόμενο Τούρκου υπαλλήλου με την ευρεία του πολιτική αντίληψη. Το πιο πιθανό είναι πως είχε γεννηθεί στο Κουρδιστάν.

Όπως και νάχει, η αδυναμία της Πύλης να επιβληθεί στους άγριους γενίτσαρους κι εσπέχηδες της Κρήτης, εξευτέλιζε διαρκώς την κεντρική διοίκηση κι υποχρέωσε σε μέτρα αυστηρά. Όχι τόσο για να ανακουφίσει τους ραγιάδες, όσο για να κρατήσει το κύρος της, που κάθε λίγο κατακουρελιαζόταν από τους γενίτσαρους. Κάποτε βρίσκονταν κρυφοί εκδικητές και κάθε τόσο χάνονταν και μέσα στις πολιτείες αρκετοί από τους τυράννους, που βασάνιζαν τους ραγιάδες, αλλά οι τιμωρίες αυτές ήταν ασήμαντες μπρος στον όγκο των εγκλημάτων τους.

Η ευκαιρία να τους υποτάξει δόθηκε στην Πύλη από μία ενέργεια που είχε κάνει τον Απρίλιο του 1812 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’. Την εποχή εκείνη ένας γενίτσαρος Αμπαδιώτης, ο Μπραήμ Αγακάκης από το Βαθιακό σκότωσε τον Καπετάν Γιακουμή από τις Μέλαμπες Ρεθύμνου. Οι χωριανοί του, γυναίκες και άνδρες, άοπλοι κατόρθωσαν να τον πιάσουν και να τον σφάξουν. Μα ο θάνατος του Μπραήμ Αγά, έγινε αιτία σε δύο μέρες μέσα να σκοτωθούν στις Μέλαμπες εβδομήντα δύο άνθρωποι, γέροι, γριές, παιδιά, όσοι δεν πρόφθασαν να τραβηχτούν ψηλά προς τα βουνά και να γλυτώσουν.

Οι Μελαμπιανοί αφού έθαψαν τους νεκρούς τους, εξέλεξαν μία αντιπροσωπεία που με κόπο και κίνδυνο πήγε στο Μεγάλο Κάστρο, για να παραπονεθεί στον Σαμήρ Μπεκήρ Πασά.

-Ίντα να σάσε κάμω, κακομοίρηδες, που σκοτώσατε γενίτσαρο και κανείς δεν τολμά να σας υπερασπιστεί, ούτε εγώ ο ίδιος. Μόνο το καλό που σας θέλω τραβήξετε πάλι πίσω ένας-ένας, όπως ήρθετε, για να μη σας υποψιαστούνε, γιατί θα χαθείτε κι άλλοι και κάτσετε στ’ αυγά σας.

Γυρίζοντας πίσω έτυχε να συναντήσουν τον παπά-Μανώλη, που οι Τούρκοι του ατίμασαν την κόρη του και τον καταδίκασαν να κρατά το κερί. Ετοιμαζόταν να πάει στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσει την τιμωρία του Τούρκου από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’. Αποφάσισαν τότε κι έστειλαν κι αυτοί δύο Μελαμπιανούς μαζί με τον παπά-Μανώλη.

Πραγματικά οι δύο αυτές διηγήσεις που σε κατάλληλη στιγμή έκαμε ο Πατριάρχης στο Σουλτάνο Μαχμούτ Χάν τον Δίκαιο, τον στενοχώρησαν τόσο -ίσως περισσότερο η αδυναμία του πασά να υπερασπιστεί τους Μελαμπιανούς- που αποφάσισε ο Σουλτάνος να στείλει ένα από τους πιο δυνατούς και γενναίους πασάδες του για να τιμωρήσει και να δαμάσει τους άγριους γενίτσαρους που εξευτέλιζαν την ισχύ του.
Διάλεξε λοιπόν τον Χατζη-Οσμάν Πασά και τον διέταξε να βγει στη Σούδα με στρατιωτική δύναμη και να καθαρίσει τα Χανιά και σιγά σιγά να τραβήξει στο Ρέθυμνο και στο Μεγάλο Κάστρο, ώσπου να καθαρίσει όλη η Κρήτη.

Χατζή Οσμάν πασάς.

O Οσμάν Πασάς έφθασε στη Σούδα στις 12 του Σεπτέμβρη του 1812 με αρκετή δύναμη τακτικού στρατού, προχώρησε προς τα Χανιά χωρίς να δώσει σημασία στην υπόδειξη που του έκαμαν αυτοί που ήλθαν να τον συναντήσουν, σαν περνούσαν μπρος από το μνήμα του Μπάρμπου. Όχι μόνο δεν προσκύνησε, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι πασάδες ως τώρα, μα ούτε καν έστρεψε να δει το μνήμα του αγιοποιημένου τούρκου ήρωα που είχε πέσει το 1646 όταν οι Τούρκοι πήραν τα Χανιά από τους Βενετσιάνους.

Μαζί του έφερε άπ’ την Κωνσταντινούπολη τον Χανιώτη Γενιτσαραγά που είχαν καθαιρέσει προ ενός έτους οι γενίτσαροι και τον είχαν αναγκάσει να φύγει. Μ’ αυτόν είχε καταστρώσει τα σχέδια του δαμάσματος των ατίθασων αγάδων κι ευθύς ως έφθασαν άρχισαν την εφαρμογή τους.

Πρώτα άπ’ όλα ειδοποίησαν τους πιο ξακουστούς «χαΐνηδες» να κατεβούν με όσα παλληκάρια μπορούσαν να βρουν και να τραβήξουν μυστικά προς το Νεροκούρου, κοντά στη Σούδα. Εκεί θα βρίσκαν τουφέκια και πολεμοφόδια του τούρκικου στρατού να οπλιστούν όλοι καλά και να περιμένουν κρυμμένοι για να μην καταλάβουν τίποτα οι γενίτσαροι. Ο Οσμάν Πασάς είχε φροντίσει να συγκεντρώσει τις πληροφορίες του και ήξερε πώς να τους χτυπήσει. Χωρίς φόβο οι χαΐνηδες και πολλοί από τα περίχωρα των Χανίων και άπ’ τον Αποκόρωνα έτρεξαν στο Νεροκούρου κι οπλίστηκαν. Η απροσδόκητη αυτή οπλοφορία, που γινόταν με την άδεια και προτροπή του Τούρκου πασά, εξασφάλισε την εμπιστοσύνη των χριστιανών, ώστε καθένας τους μόλις του δόθηκε τέτοια ανέλπιστη ευκαιρία έσπευσε να γίνει «φέρμελης» και να γραφτεί στον κατάλογο της στρατολογίας του Οσμάν Πασά. Αρχηγοί εκείνων που μαζεύτηκαν στο Νεροκούρου ήταν διαλεχτοί χαΐνηδες και πρόκριτοι του Νομού Χανίων.

Ο πόνος κι η απόγνωση κύλησε από πάνω τους σε μια στιγμή και η ψυχή τους υψώθηκε με την ελπίδα μιας νίκης. Στο σφίξιμο του τουφεκιού του ο Κρητικός ένιωσε τη δύναμη να επιστρέφει μέσα του από το μακρινό του παρελθόν.
Όσο προετοίμαζε τους χριστιανούς ο Οσμάν πασάς προσπάθησε με ψεύτικα φιρμάνια και διαταγές του Σουλτάνου ν’ αποκοιμίσει τους γενίτσαρους των Χανίων. Ήθελε να προλάβει να ενωθεί το σώμα του με τους χαΐνηδες, που με αυτή την ενέργεια του πασά για πρώτη και μοναδική φορά, αναγνωρίσθηκαν «φερμελήδες» -οπλοφόροι- και αρματολοί στην Κρήτη, όπως και στην άλλη Ελλάδα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο πασάς δεν βγήκε έξω από το κονάκι του, γι΄ αυτό οι Τούρκοι τον έλεγαν «κούβα» (γαλοπούλα), που είναι κλεισμένη μες στο κοτέτσι και κλωσσάει τ’ αυγά της.
Ο Οσμάν Πασάς περικύκλωσε τα πλούσια κονάκια του Μεχμέτ Αγά, που είχαν μεταβληθεί σε πύργους με ισχυρές πολεμίστρες, μα δεν κατόρθωσε να τον πιάσει γιατί κάτω από τα κονάκια του είχε φτιαγμένους υπόγειους δρόμους, που έβγαιναν σε μια χαράδρα κι όταν είδε τον όγκο του στρατού και των χαΐνηδων κατάλαβε πως δε μπορούσε να παλέψει κι έφυγε με τους ορτάκηδές του.

Ο πασάς δεν άργησε ν΄αντιληφθεί πως τα κονάκια ήταν άδεια, γιατί στους διαρκείς πυροβολισμούς των πολιορκητών δεν ερχόταν καμιά απάντηση.
Έσπασε τις πόρτες κι βεβαιώθηκε πως ο γενίτσαρος είχε φύγει, βρήκε μάλιστα και τον υπόγειο διάδρομο. Θύμωσε τόσο με την αποτυχία του, που διέταξε να κάψουν και τα κονάκια και τα λιόφυτα του Μεχμέτ Αγά και να καταστρέψουν τους μελισσόκηπους και τα περιβόλια του. Μόλις τελείωσε την καταστροφή γύρισε πίσω στα Χανιά μαζεύοντας στο δρόμο τους προγεγραμμένους γενίτσαρους.

Ωστόσο ο Μεχμέτ Αγάς με τους ορτάκηδές του, βγήκε στις Μαδάρες ζητώντας προστασία στις κορυφές τους. Εκεί, η πείνα κι οι δυσκολίες διασκόρπισαν τους συντρόφους του, άλλους προς τη Μικρά Ασία κι άλλους προς τον κάμπο. Όσοι κατέβηκαν πιάστηκαν όλοι και παραδόθηκαν στον Οσμάν Πασά που χωρίς οίκτο τους κρέμασε. Σε λίγο αναγκάστηκε κι ο Αγάς να παραδοθεί γιατί κινδύνευε να σκοτωθεί από τους ορεινούς χριστιανούς.
Ο Μεχμέτ Αγάς ρίχτηκε στη φυλακή και σε λίγες μέρες μία κανονιά άπ’ την ψηλή τάπια του φρουρίου ανήγγειλε το στραγγαλισμό του μέσα στη φυλακή, όπως ήταν συνήθεια να γίνεται για κάθε θανατική εκτέλεση γενιτσάρου.

Το άγγελμα του θανάτου του τρομερού γενίτσαρου μέσα στους τόσους άλλους θανάτους των πιο ξακουστών εσπέχηδων και αγάδων -οι θάνατοι είχαν φτάσει τους πεντακόσιους ως τότε- τρομοκράτησε όχι μόνο τους γενίτσαρους, μα και κάθε τούρκο.
Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι χριστιανοί σήκωναν τα κορμιά τους. Κάθε θάνατος γενιτσάρου ελευθέρωνε και μία περιφέρεια.
Μετά την καταδίκη του γενίτσαρου, ο πασάς, έχοντας πάντα μαζί του τους αρματολοποιημένους χαΐνηδες, τράβηξε πάλι προς τον Αποκόρωνα και τον ξεκαθάρισε από τους σκληρούς ζορμπάδες. Τους κρέμασε όλους με τη σειρά, γιατί με τους εκβιασμούς και τη ληστρική τους συμπεριφορά, είχαν μαράνει ολόκληρη αυτή την επαρχία. Από εκεί προχώρησε στα Κεραμιά της Κυδωνιάς και καθάρισε και το διαμέρισμα αυτό. Στο Κατωχώρι κρέμασε μαζεμένους δώδεκα γενίτσαρους, οι Έλληνες ανάσαιναν ξανά.
Για να φτάσει στη λυκοφωλιά του Σελίνου ο Χατζή- Οσμάν Πασάς πέρασε κι από την Κίσσαμο και κρέμασε τον Λιοντάρ Αγά από το Κάτω Παλιόκαστρο και τους Λατίφη, Νασίρη και Κωλένη από τις Λουσακιές. Διάλεξε τον πλάτανο που οι γενίτσαροι κρεμούσαν τους χριστιανούς για να τοποθετήσει τους βρόχους των τρομερών τυράννων. Λέγεται πως όταν ο Σουλτάνος ανακάλεσε τον Οσμάν Πασά από την Κρήτη, οι γενίτσαροι ξερίζωσαν τον πλάτανο για να μην τους θυμίζει την οδυνηρή ιστορία του απαγχονισμού των δικών τους και τον εξευτελισμό που δοκίμασαν από τον Οσμάν Πασά.

Μετά το ξεκαθάρισμα της Κισσάμου τράβηξε προς τη λυκοφωλιά του Σελίνου που παρουσίαζε τη μεγαλύτερη δυσκολία, γιατί οι γενίτσαροι του ήταν οι αγριότεροι της Κρήτης και γιατί με τις καταδίκες των άλλων, που τις μάθαιναν από ορτάκηδές τους, είχαν λάβει τα μέτρα τους για ν’ αμυνθούν όσοι δεν ήθελαν να φύγουν. Τους κρέμασε όλους στη μέση του χωριού ρίχνοντας κι από μία κανονιά για κάθε ένα που κρεμούσε για παραδειγματισμό.

Τα περισσότερα ονόματα των γενιτσάρων αυτών αλλά και άλλων στην υπόλοιπη Κρήτη λέγεται ότι ήταν Βενετσιάνων αρχόντων, όπως και οι ιστορικοί αναφέρουν. Αυτό αποδεικνύει τον ομαδικό εξισλαμισμό των Φεουδαρχών Βενετσιάνων, που απόμειναν μετά την Τουρκική κατάληψη, με σκοπό να διατηρήσουν τις πλούσιες γαίες τους και την πιεστική έναντι των χριστιανών ζωή τους, όπως άλλωστε και οι ιστορικοί αναφέρουν.
Μια συκοφαντία Τούρκων έγινε αιτία να καταδικάσει σε απαγχονισμό και τρεις νέους χριστιανούς μες στα Χανιά, που ξεθαρεμένοι από την ακριβοδίκαιη πολιτεία του Οσμάν Πασά, τόλμησαν το Πάσχα εκείνο να γλεντήσουν και να τραγουδήσουν λίγο πιο δυνατά μέσα στο σπίτι τους.

Ο Οσμάν Πασάς κατάλαβε πως επρόκειτο για συκοφαντία, αλλά προσέφερε τρία αθώα θύματα χριστιανούς, ώστε να υποστηρίξει τον σκοπό που επεδίωκε και συνέχιζε μελετημένα και μεθοδικά.

Άλλωστε θα ήταν πολύ επικίνδυνο ν’ αδιαφορήσει για το γενικό αναβρασμό που’ χε προκαλέσει σ’ όλους τους Τούρκους των Χανίων, η πλαστή κατηγορία πως οι τρεις αυτοί χριστιανοί τόλμησαν μέσα άπ’ το σπίτι τους την ώρα που γλεντούσαν, να πυροβολούν.
Αυτοί οι τρεις θάνατοι, του έδωσαν το δικαίωμα πιο θαρρετά να τιμωρεί διαρκώς και επί ενάμιση χρόνο σκληρότατα και τη μικρότερη καταγγελία κατά γενιτσάρου, όχι μόνο για σύγχρονες πράξεις του, αλλά και για πιο παλιές.

Αυτό έκαμε την Πύλη να τον διατάξει να προχωρήσει προς το Ρέθυμνο και να ενεργήσει και εκεί το ίδιο ξεκαθάρισμα. Μόλις έφθασε στο Ρέθυμνο ο Οσμάν Πασάς κατόρθωσε να πιάσει τον Αρίφ Αγά Γενίτσαρη, το θείο του Μεχμέτ της Κάϊνας και τον κρέμασε γιατί, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, αυτός ήταν που πήρε την κόρη του παπα-Μανώλη από την Επισκοπή και παρακίνησε και τον ανεψιό του Μεχμέτ να καταστρέψει τις δύο άλλες κόρες του δυστυχισμένου Ιερέως.

«Όχι Μα Τα Ουράνια, Μα Τσ’ Άγιες Ήμερες∙
Δεν Τσί Ορίζ’αφέντη Μου, Τσί Τρεις Μου Θυγατέρες∙
Μα Τα Χρυσά Μου Τα Χαρτιά Και Μα Την Κοινωνιάμου,
Δεν Την Ορίζ’ Αφέντη Μου Μηδέ Την Παπαδιά Μου».

Μετά το ξεκαθάρισμα του Ρεθύμνου έφτασε στο Μεγάλο Κάστρο όπου είχαν καταφύγει όσοι του ξέφυγαν. Αλλά οι γενίτσαροι, τόσο αυτοί που είχαν καταφύγει εκεί και που ήξεραν τι τους περίμενε, όσο κι οι άλλοι του Μεγάλου Κάστρου, είχαν μαζευτεί από όλα τα μακρινά χωριά και τους πύργους κι είχαν σχηματίσει ένα ισχυρό σώμα. Έκλεισαν τις πόρτες του Μεγάλου Κάστρου στον Οσμάν Πασά, ενώ συγχρόνως είχαν στείλει στην Κωνσταντινούπολη επιτροπή μεγάλη από γενίτσαρους ισχυρούς με άφθονο χρήμα και πλούσια δώρα για να κατορθώσουν την ανάκλησή του. Μόνο ο Αρχιγενίτσαρος Χουσεΐν Κουρμούλης (ο Κρυπτοχριστιανός Μιχ. Κουρμούλης) απ’ τον Κουσέ Μεσσαράς δεν φοβήθηκε την πρόσκλησή του, αλλά πήγε στο Τόπ Αλτί που ήταν στρατοπεδευμένος ο Οσμάν Πασάς.

-Έμαθα πως έχεις σκοτωμένους αρκετούς πιστούς του Ισλάμ και πως τρομοκρατείς κάτω στη Μεσσαρά όλους τους πιστούς.
-Πασά μου, δεν έκαμα άλλο παρά ότι κάνει κι η αφεδιά σου. Προστατεύω κάθε υπήκοο του πολυχρονεμένου μας Πατισάχ, που ‘χει την προστασία του πάνω σ’ όλους τους ραγιάδες του ντοβλετιού. Αν σκοτώσουμε όλους τους γκιαούρηδες ποιος θα δουλεύει για το μεγάλο μας Πατισάχ;».

Το δυνατό και σοφό μάτι του Οσμάν Πασά υποψιάστηκε στα λόγια του Κουρμούλη κάτι το ύποπτο, μα είτε γιατί πραγματικά αναγνώρισε τη δράση του Κουρμούλη σύμφωνη προς το δικό του πρόγραμμα, είτε γιατί τον κατάλαβε ως κρυπτοχριστιανό, που όπως λέει η περίεργη παράδοση πως ήταν κι αυτός, τον άφησε με τιμές και γύρισε στον πύργο του. Η ενέργεια αυτή του Οσμάν Πασά έδινε νέα ισχύ στους Κουρμούληδες και τους δυνάμωσε περισσότερο στην προστατευτική τους δράση. Ο Οσμάν Πασάς υποκρίθηκε ότι υποχωρεί και τραβήχτηκε στο Μυλοπόταμο περιμένοντας να συνεννοηθεί προηγουμένως με την Πύλη για την καταστολή της ομαδικής αυτής ανταρσίας και να καλέσει και τον Βεζύρη του Μεγάλου Κάστρου, το Σαμή Μπεκήρ Πασά σε κοινή οργανωμένη ενέργεια. Προς τούτο ανέφερε στην Πύλη την ανάγκη να διαταχθεί ο πασάς του Μεγάλου Κάστρου, που κι αυτός δεν έβλεπε με καλό μάτι τις επιτυχίες του Οσμάν, να μην παραμένει απαθής, αλλά να σπεύσει να βοηθήσει το έργο της γενικής εκκαθάρισης.

Αντί όμως να επιτύχει στις ενέργειές του ο Χατζη-Οσμάν Πασάς, πέτυχαν οι γενίτσαροι με το χρυσάφι που έστειλαν κι έφθασε ειδικός απεσταλμένος της Πύλης με το φιρμάνι της ανάκλησής του.

Το νέο διαδόθηκε σ’ όλη την Κρήτη με πρωτοφανή ταχύτητα για να ρίξει τους ραγιάδες στην πρώτη τους απόγνωση και τους γενίτσαρους σε διασκεδάσεις και βαρβαρότητες.

Καβαλάρηδες τρομεροί, έτρεχαν παντού για ν’ αναγγείλουν στους χριστιανούς τη σκληρή είδηση και να τους ξανακάμουν να σκύψουν το κεφάλι τους «Έφυγε ο παπα-Γιάννης σας ταβλόπιστοι, και τώρα θα δείτε ίντα θα πάθετε!».

Ο Χατζη-Οσμάν Πασάς διατάχτηκε να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη κι από εκεί εξορίστηκε στην Προύσα, ύστερα από τις συκοφαντικές καταγγελίες στον Σουλτάνο Μαχμούτ Χάν τον Δίκαιο, πως όπλισε τους Χριστιανούς και συμφώνησε μαζί τους να τον βοηθήσουν να γίνει ηγεμόνας τους αν θα σκότωναν όλους τους Τούρκους και πως με τις προγραφές που έκαμε απόκτησε σε δύο χρόνια μέσα, αμύθητα πλούτη και θησαυρούς.

Σε λίγο εξόριστος στην Προύσα σκοτώθηκε, γιατί διαφορετικά δεν μπορούσε να δημευθεί η περιουσία του και να την αρπάξουν οι επιτήδειοι Βεζύρηδες. Ενάμιση χρόνο που ο Χατζη-Οσμάν Πασάς έμεινε στην Κρήτη, ήταν το μόνο διάστημα που οι χριστιανοί μπόρεσαν να ζήσουν πραγματικά σαν ίσοι προς τους άλλους πολίτες και να αισθανθούν λίγη χαρά στην πολυπικραμένη ζωή τους.
Το τι επακολούθησε μετά την αναχώρηση του Οσμάν και τη διάλυση των χριστιανικών βοηθητικών σωμάτων του και μετά την ανάκληση και του τακτικού στρατού που ‘χε φέρει μαζί του, δεν περιγράφεται. Οι γενίτσαροι ήθελαν σε λίγες μέρες μέσα, όχι μόνο να εκδικηθούν τους θανάτους των γενιτσάρων που κρεμάστηκαν, σκοτώνοντας τους χριστιανούς που θεωρούσαν αιτία του θανάτου τους, αλλά και να κάνουν μαζεμένα όσα εγκλήματα εμπόδισε η παρουσία του Οσμάν Πασά.

Κατά το έτος 1818 ο Γάλλος πρόξενος στα Χανιά Λαρούζης εδιηγείτο στον ιατρό Ν. Ρενιέρη ότι οι πληροφορίες του Προξενείου αναβίβαζαν το αριθμό των τουρκευσάντων στην περιφέρειά του εντός οκτώ ετών, στο σεβαστό αριθμό των 2.811. Στον αριθμό αυτό δεν αναφέρονται γυναίκες, παρά μόνο άνδρες και ιδίως στην επαρχία Σελίνου.
Αναφέρει δε και το εξής περιστατικό ο ιατρός Ρενιέρης:

«Κατά το έτος 1819 ασθενούντος του Λατίφ Πασά προσεκλήθην, όπως τον επισκεφθώ, είδον τότε έξωθι του Σεραγίου 3 γυναίκας και 1 ιερέα κλαίοντας, τους δε καβάσηδες του πασά εκδιώκοντας αυτούς. Επί τη ερωτήσει μου τι συμβαίνει οι καβάσηδες με αρπάζουν και με πετούν εντός του Σεραγίου, υβρίζοντάς με συνάμα ότι δεν είναι δουλειά μου και ότι διώχνουν αυτούς διότι δεν φεύγουν. Ανελθών εις το δωμάτιον του ασθενούς πασά ηρωτήθην παρά του διερμηνέως του, ιδόντος με κατατρομαγμένον τι έχω, αφού δε διηγήθην την προς εμέ συμπεριφοράν των καβάσηδων και εξήτασα τον ασθενή, ούτος διέταξε τον διερμηνέα να μου είπη: «Αυτοί οι άνθρωποι μου έφεραν αναφοράν λέγοντες ότι οι Κοτρόνηδες από τα Μεσόγεια επήγαν εις το χωρίον Αερινόν και αφού έσφαξαν δύο υιούς του παπά και τέσσερις αδελφούς των γυναικών, απήγαγαγον εις Μεσόγεια τρεις και με παρεκάλουν να τους σώσω. Έστειλα ανθρώπους και τους ευρήκα, αλλά μου ζητούν (οι γενίτσαροι εννοείται) 3 χιλιάδες γρόσια να μου τους στείλουν! Να σου πω όμως Δεττοράκι, είχαν και δίκαιον, διότι οι Κοτρόνηδες είχαν ένα σκύλο καλόν και εβεβαιώθησαν ότι τον έκλεψαν οι Αερινιώτες και άμα ανεκαλύφθηκαν τον εσκότωσαν. Βλέπεις, μου λέγει τουρκιστί τότε ο πασάς ο ίδιος, πως καμιά φορά δεν πταίουν οι Τούρκοι; Έφριξα ακούσας τας κρίσεις του εξοχωτάτου και ανεχώρησα. Η αξία ενός σκύλου ίση προς την ζωήν έξι ανθρώπων».

Το γυρισμό της αγριότητας των γενιτσάρων τον ένοιωσε κάθε χωριό της Κρήτης, με θανάτους και ατιμώσεις. Τίποτε πια δε συγκρατούσε τους άγριους Μελικιαναγάδες. Ο Μπεντρή Αγάς κι ο Χανιαλής στο Μεγάλο Κάστρο, οι Καούρηδες στο Σέλινο, οι Γενιτσαράπηδες στο Ρέθυμνο, ο Αζίζ Μπέης στην Κυδωνιά,ο Ιμβραήμ Αφεντακάκης στη Σητεία, με βοηθούς σκληρούς κι απάνθρωπους σουμπάσηδες, άρχισαν το ματωμένο δευτέρωμα της τυραννίας τους. Δυσπερίγραπτα είναι τα δεινά των χριστιανών από το 1813 που έφυγε ο Οσμάν Πασάς απ’ την Κρήτη ως το 1821 που άρχισε η μεγάλη Επανάσταση.

Οι φρικτότεροι τρόποι βασάνων είχαν εφευρεθεί για να συμπληρώσουν το μαρτύριο των χριστιανών. Οι άνδρες εύρισκαν το θάνατο κι αυτός ήταν προτιμότερος από τα μαρτύρια, που τραβούσαν οι γυναίκες.

Τα όργια των Τούρκων δεν περιορίζονταν στην ικανοποίηση της σαρκικής τους κτηνωδίας, εύρισκαν τρόπους νέους για να καταδικάσουν τις χριστιανές σε απαίσιους εξευτελισμούς, όπως ήταν η καταδίκη τους να χορεύουν γυμνές πάνω σε ρόβι ή στα σκάγια ή στα περιχυμένα με λάδι σανίδια, που επίτηδες περιέχυναν κάθε τόσο, για να μην μπορούν να σταθούν όρθιες, ενώ ένας μαύρος δούλος γυμνός τις κυνηγούσε με το καμτσίκι, κτυπώντας εκείνες που δεν κατόρθωναν να στέκουν ορθές και να χορεύουν.

Μόνο για να διασκεδάσουν στο Μπαϊραμι, όπως λέει ο Γερμανός Σίμπερ, έβαναν στο σημάδι το χριστιανό που η κακή του μοίρα τον έφερνε να περάσει από μπρος τους, που πολλές φορές έπεφτε με δέκα σφαίρες ταυτόχρονα πάνω στο κορμί του.

Ο ίδιος γράφει πως τούρκος υποχρέωσε έναν ιερέα, που έτυχε να περάσει μπρος άπ’ την παρέα των τούρκων που γλεντούσε την εορτή του Μπαϊραμιού, να βάλει πάνω σ’ ένα ξύλο το καλυμμαύχι του για να δει αν το βρει με την πιστόλα του, ο δυστυχισμένος ιερέας δεν τόλμησε ν’ αρνηθεί, μα τη στιγμή που πήγαινε να τοποθετήσει το καλυμμαύχι πάνω στο ξύλο, έπεσε νεκρός απ’ τον πυροβολισμό του τούρκου που γελώντας φώναξε: «Γιαχνίς (λάθος), βαλάι!».

Πόσοι χριστιανοί όταν έφυγε ο Οσμάν Πασάς δεν αναγκάσθηκαν σαν τον παπα- Μανώλη τον Πισκοπιανό, που έγινε η αιτία νά'ρθει ο τιμωρός πασάς με τα παράπονά του στον Σουλτάνο, να κρατούν είτε το λύχνο, είτε το κερί πάνω από το γυμνό κορμί της κόρης τους που ατίμαζε ο γενίτσαρος.
Αλίμονο αν τολμούσε ο πατέρας να διαμαρτυρηθεί ή να κλάψει ή ν’ αναστενάξει καν. Κι αυτός και η κόρη του σφάζονταν.
Αλλά και κάθε μέρα νέοι χαΐνηδες και νέοι εκδικητές και τιμωροί των απαίσιων γενιτσάρων ξεπηδούσαν σε κάθε βουνό της Κρήτης και προπαρασκεύαζαν με την ηρωική τους άμυνα τον αγώνα.

Kαι με τούτα τα λίγα για την τουρκοκρατία στην Κρήτη, ας θυμηθούμε και μια δήλωση:
E. VENIZELOS: For us, not only one mosque, but the Muslim, the Ottoman legacy in Greece is part of our own national legacy.
("η Οθωμανική κληρονομιά στην Ελλάδα είναι μέρος της Εθνικής μας Κληρονομιάς")
κι όλες τις παρόμοιες κατά καιρούς, που βρέθηκαν Έλληνες να ξεστομίσουν.

Την περίοδο 1805-1806 οι τούρκοι είχαν εξαπολύσει άγριο διωγμό εναντίον των κλεφτών του Μοριά. Οι ντελήδες (τούρκοι ιππείς), είχαν βάλει σκοπό να τους χαλάσουν και το επιχειρούσαν με κάθε τρόπο.
Ένας από τους προσφιλείς τους, ήταν να κυκλώνουν τα χωριά και να ρωτούν τους προεστούς αν υπήρχε κάποιος ξένος εκεί. Μετά συγκέντρωναν τους κατοίκους κι αν κάποιος περίσσευε, τον έσφαζαν χωρίς να τους απασχολεί το ποιος ήταν.
Αν μάλιστα η μέθοδος αποτύγχανε και προκειμένου να γυρίσουν πίσω χωρίς κεφάλια, έσφαζαν τους πρώτους χωρικούς που συναντούσαν στο γυρισμό.
Όταν κάποιοι μουσουλμάνοι αμφισβήτησαν τις επιτυχίες τους και τους κατηγόρησαν πως δε σκοτώνουν κλέφτες, αλλά αθώους, η απάντηση που έλαβαν ήταν
-Και τι σας κόφτει? Έλληνες είναι.

Είχε βεβαίως και η Κύπρος το μερίδιο της στη φρίκη.
Η κατάληψη της Λευκωσίας (1570) συνοδεύτηκε από φοβερές λεηλασίες, σφαγές κι αιχμαλωσίες που κράτησαν τρεις μέρες. Οι τούρκοι άρπαζαν και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, έκαιγαν σπίτια κι εκκλησιές κι έκοβαν κεφάλια γερόντων «για να δοκιμάσουν τα σπαθιά τους», πολλά όμορφα αγόρια και κορίτσια, τα σύραν να τα πουλήσουν στο σκλαβοπάζαρο.
Περηφανεύονταν πως τούτη η λεηλασία, ξεπερνούσε ακόμα κι εκείνη της Πόλης.
Μετά την πτώση της Αμμοχώστου (1571), τον υπερασπιστή της Μαρκαντώνιο Μπραγαδίνο, αφού τον γύμνωσαν, τον ανέβασαν πάνω σε μια γελάδα και τον διαπόμπευσαν υπό τους ήχους τυμπάνων και μέσα σε ιαχές κι αλαλαγμούς των οθωμανών.
Στη συνέχεια τον έγδαραν ζωντανό, γέμισαν το δέρμα του με άχυρο, το κρέμασαν στη γαλέρα του καπετάνιου της Ρόδου κι έκοψαν τη σάρκα του κομμάτια που τ΄ άπλωσαν πάνω στα κανόνια του πλοίου.
Η γαλέρα απέπλευσε θριαμβικά μετά ταύτα, τραβώντας προς τις ακτές της Συρίας.
Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Κύπρου. Τα λάφυρα ήταν πέραν πάσης προσδοκίας, τα αιχμάλωτα κορίτσια κι αγόρια που φόρτωσαν στα πλοία για τα σκλαβοπάζαρα πολλά.
Ανάμεσα τους κι η αριστοκρατικής καταγωγής Μαρία η Συγκλητική, με την απίστευτη ομορφιά (αναφέρεται στη σελίδα Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ), που προκειμένου τόσο η ίδια, όσο κι οι άλλες κοπέλες να γλιτώσουν τον εξευτελισμό της αγοραπωλησίας, βρήκε τρόπο κι έβαλε φωτιά στη μπαρουταποθήκη του πλοίου.

Αντίθετα με τα όσα επέβαλε ο ίδιος ο μουσουλμανικός νόμος, οι ραγιάδες δεν απολάμβαναν θρησκευτικής ελευθερίας.
«Η λατρεία τους δεν επιτρέπεται, γιατί δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται η ασέβεια, απλώς δεν εμποδίζεται», ανέφερε ερμηνευτής του «ιερού νόμου».
Και για ποια θρησκευτική ελευθερία να μιλήσει κανείς, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των εκκλησιών έγιναν τζαμιά; Όταν απαγορευόταν η ανέγερση νέων, ακόμα και η επισκευή των παλαιών; Όταν απαγορευόταν ακόμα και να χτυπούν οι καμπάνες;

Ευλάβεια
Θεόδωρος Ράλλης


Ή μήπως δεν υπήρχαν βίαιοι εξισλαμισμοί, τους οποίους απαγόρευε, θεωρητικά πάντα, ο «ιερός νόμος»; Πέραν της φρίκης του Παιδομαζώματος που ξεκίνησε από το τα μέσα του 14ου αι., οι ασφυκτικές πιέσεις και οι διώξεις κατά των ραγιάδων είχαν ως αποτέλεσμα μαζικούς εξισλαμισμούς, ειδικά μετά την Άλωση, όταν οι Έλληνες έχασαν κάθε ελπίδα.
Πάγια τακτική της Oθωμανικής αυτοκρατορίας υπήρξε ο εξισλαμισμός των υποδούλων.
Αν ήταν δύσκολο για τον καθολικό να γίνει ορθόδοξος και το αντίθετο, φαντάζεται κανείς την οδύνη του χριστιανού, που αναγκάζεται άμεσα ή έμμεσα να δηλώσει πίστη στον Αλλάχ.
Οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν, ήταν βέβαια όσοι και όποιοι μπόρεσε να γεννήσει το διεστραμμένο τούρκικο μυαλό.
Ανάμεσα στα βασανιστήρια που υπέβαλλαν τον υποψήφιο εξωμότη ήταν η σταύρωση, ο πνιγμός, ο απαγχονισμός, το γδάρσιμο, η διαπόμπευση, η φάλαγγα, το τσιγκέλι, τα οποία λειτουργούσαν ως παραδειγματισμός για όσους επέμεναν να μην αλλαξοπιστήσουν.


Αλλά και ο πειθαναγκασμός, οι επαχθείς φόροι, οι καταπιέσεις και οι αυθαιρεσίες των Τούρκων, ο προσηλυτιστικός ζήλος των φανατικών δερβίσηδων και οι εξευτελιστικοί όροι ζωής που επέβαλε ο κατακτητής, οδηγούσαν πολλούς υπόδουλους σ΄ αυτή τη λύση.
Οι Έλληνες σπαχήδες είτε με τη βία, είτε μέσω οικονομικών πιέσεων υποχρεώθηκαν να “τουρκέψουν”. Πολλοί Έλληνες συκοφαντούμενοι, έπρεπε ή να γίνουν μουσουλμάνοι ή να πεθάνουν. Οι γενναίοι πέθαιναν, οι λιγότερο γενναίοι, υπέκυπταν. Πολλοί ακόμα γίνονταν μουσουλμάνοι για να σώσουν τα παιδιά τους από το παιδομάζωμα.
Σε μερικές περιοχές όπου οι μουσουλμάνοι ήταν πλειοψηφία, οι Τούρκοι απαγόρευσαν ακόμα και τα ελληνικά. Ο Σελίμ Α’ έκοψε τις γλώσσες των Ελλήνων της Αιγύπτου μετά την κατάκτηση της χώρας.

Όμως τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν προετοίμασε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο για την καθιέρωση του απάνθρωπου κι ανατριχιαστικού θεσμού του συστηματικού παιδομαζώματος.
Ο Bartholomaeus de Jano θεωρεί το Παιδομάζωμα στην εποχή του Μουράτ Β΄ ως την πιο φοβερή μάστιγα του Χριστιανισμού, μια κτηνωδία η οποία θα έπρεπε να συγκινήσει την κοινή γνώμη και τους βασιλείς της Δύσης και να τους ξεσηκώσει σε σταυροφορία εναντίον των τούρκων.
Η αρπαγή των παιδιών από την οικογένειά τους, ο εξισλαμισμός τους, η μύησή τους στα τουρκικά ήθη κι έθιμα, η χρησιμοποίησή τους στον στρατό και η δράση τους εναντίον των πρώην ομοθρήσκων τους, των συντοπιτών τους, των συγγενών τους ακόμη κι εναντίον των γονιών τους, αποτελεί παγκόσμια καινοτομία.

Το παιδομάζωμα, υπήρξε ο βαρύτερος φόρος αίματος που κλήθηκε να πληρώσει το βασανισμένο έθνος. Κι είχε διπλό στόχο. Την αποδυνάμωση του ηττημένου, αλλά και την ενδυνάμωση του νικητή.
Μόνο το νοσηρό μυαλό του τούρκου θα μπορούσε να συλλάβει κάτι παρόμοιο, σε αυτή την έκταση, γιατί δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο ποτέ στην ιστορία. Οι γνώμες για το πότε ξεκίνησε το παιδομάζωμα διίστανται. Ο Γιάννης Κορδάτος το τοποθετεί στο τελευταίο τέταρτο του 13ου αι. μ.Χ. Άλλες πηγές προσδιορίζουν την έναρξή του στο 1362 επί σουλτάνου Μουράτ Α.
Ο Παπαρρηγόπουλος το συνδέει με την συγκρότηση του σώματος των γενιτσάρων και τοποθετεί την έναρξή του χρονικά επί σουλτάνου Ορχάν και συγκεκριμένα περί του 1326 μ.Χ.
Φαίνεται πως όντως το παιδομάζωμα ξεκίνησε επί Ορχάν, αλλά συστηματοποιήθηκε επί Μουράτ. Τα παιδιά που στρατολογούνταν ήταν χριστιανόπαιδες ηλικίας 8-20 ετών. Από την στρατολογία εξαιρούνταν οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι.
Επί Μωάμεθ Β΄, παιδομάζωμα διεξαγόταν κάθε 5 έτη. Αργότερα όμως γινόταν κάθε 4, ή και λιγότερα, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε σουλτάνου. Από το παιδομάζωμα εξαιρούντο παιδιά από περιοχές όπου είχε παραχωρηθεί σχετικό προνόμιο, το οποίο όμως μπορούσε να αρθεί, όποτε ήθελαν.
Θεωρητικά εξαιρούντο επίσης τα ορφανά παιδιά, οι έγγαμοι, οι μοναχογιοί. Γι΄ αυτό το λόγο, οι γονείς πάντρευαν πολλές φορές τα παιδιά τους σε πολύ νεαρή ηλικία. Οι εξαιρέσεις όμως, υπήρχαν για να καταπατούνται κι οι υπεύθυνοι για τη συλλογή των παιδιών Τούρκοι αξιωματούχοι σπάνια τις σέβονταν.

Αρραβωνιάσματα
Νικόλαος Γύζης


Γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος: «…και ο γάμος σε παιδική ηλικία ήταν τελείως ανώφελος γιατί και τους παντρεμένους τους έπαιρναν κι όχι μόνο σε ηλικία που ο γάμος δεν μπορούσε να θεωρηθεί άξιος λόγου, αλλά και μέχρι τα 20 και τα 24 χρόνια».
Τυχόν προσπάθεια των γονέων να αποτρέψουν την αρπαγή του παιδιού τους, τιμωρούνταν με θάνατο. Ο υπεύθυνος Τούρκος αξιωματούχος πήγαινε από χωριό σε χωριό και ζητούσε από τον ιερέα τους καταλόγους των ραγιάδων, και σύγκρινε τα εκκλησιαστικά με τα κοινοτικά μητρώα. Άλλωστε, διέθετε πληροφόρηση από τον τοπικό διοικητή για το ποιες περιοχές είχαν νεαρό πληθυσμό κι επομένως προσφέρονταν για παιδομάζωμα.
Άκουγε τα ονόματα, τον αριθμό και την ηλικία των παιδιών και αποφάσιζε αυθαίρετα.

H συντριβή των γονέων δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Mπορεί κάποιος να φανταστεί τα συναισθήματα της μητέρας που αποχωρίζεται το παιδί της, γνωρίζοντας ότι δεν θα το ξαναδεί, ότι θα τουρκέψει και ότι, όταν έρθει η ώρα, θα διαπράξει τα ειδεχθέστερα των εγκλημάτων στο όνομα του Aλλάχ και για χάρη του σουλτάνου;
Tην οδύνη της γυναίκας που έπεσε δύο και τρεις φορές θύμα του παιδομαζώματος φανερώνει το παρακάτω ηπειρώτικο τραγούδι:

"Aνάθεμά σε βασιλιά και τρις ανάθεμά σε,
με το κακό οπόκαμες και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους τους παπάδες
να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Kλαίν οι γοναίοι τα παιδιά κ' οι αδελφές τ' αδέλφια,
κλαίω κι εγώ και καίγομαι κι όσο ζω θα κλαίγω.
Πέρσι πήραν το γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου".

Αναφέρει ο Απόστολος Βακαλόπουλος, στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού:
«Στην περιοχή… όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα, έστελναν έναν αξιωματικό των γενιτσάρων που είχε το σχετικό φιρμάνι στρατολογίας, ένα γραφέα και μερικούς συνοδούς γενιτσάρους. Ο αξιωματικός αυτός είχε απόλυτη εξουσία και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα καθήκοντά του. Η άφιξή του κοινοποιούνταν με ντελάληδες στα χωριά.

Στον κάθε τόπο συνεννοούνταν πρώτα με τον καδή και τον προεστό ή τον ιερέα και κατόπιν ήλεγχε… τα βιβλία των γεννήσεων της εκκλησίας και επιθεωρούσε ο ίδιος τους υποψηφίους… Διάλεγε τους πιο ρωμαλέους, όμορφους και ευφυείς νέους που φαίνονταν κατάλληλοι…». Τα παιδιά οδηγούντο πρώτα στην Πόλη όπου τους γινόταν περιτομή και ξεκινούσε ο προσηλυτισμός τους στο Ισλάμ.
Σύμφωνα με ένα διασωθέν φιρμάνι της 29ης Mαρτίου 1601 προς τις τουρκικές αρχές της Pούμελης, "Oι νέοι των απίστων", έπρεπε να είναι "καλλίμορφοι, αρτιμελείς και προς πόλεμον κατάλληλοι. (...) Oταν τις εκ των απίστων γονέων ή άλλος τις αντιστή εις την παράδοσιν του γενιτσάρου υιού του, θ' απαγχονίζεται ευθύς εις το κατώφλιον της θύρας του, του αίματός του θεωρουμένου άνευ αξίας". Aυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οι μη καλλίμορφοι, οι μη αρτιμελείς και οι ακατάλληλοι προς πόλεμο δεν "συλλέγονταν", αφού αυτοί θα μπορούσαν κάλλιστα να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα της Aνατολής και της Aσίας.
Ουδείς γνωρίζει τον αριθμό των χριστιανοπαίδων που αρπάχτηκαν. Τουρκική πηγή του 16ου αιώνα κάνει λόγο για 200.000 παιδιά, έως τότε. Αυστριακός ιστορικός του 19ου αι. κάνει λόγο για 500.000 παιδιά ενώ ο Κ. Παπαρρηγόπουλος αναφέρει 1.000.000 παιδιά. Ο Γάλλος ιστορικός Λα Βαλέ κάνει λόγο για 5.000.000 παιδιά.

Να πως περιγράφει ο απεσταλμένος του Γερμανού αυτοκράτορα, ο Τσέχος ευγενής Βάσλαβ Βράτισλαβ φον Μίτροβιτς το παιδομάζωμα το 1591: «Οι εν λόγω γενίτσαροι είναι κατά το πλείστον πρόσωπα εξανδραποδισθέντα ή τέκνα χριστιανών ζώντων…

Εκατοντάδες από αυτούς συναθροίζονται έκαστον τρίτο έτος μετά των αρρένων τέκνων τους ηλικίας 8,9 ή 10 ετών. Επί τόπου υπάρχουν ιατροί κρίνοντες την πνευματική ικανότητα εκάστου παιδιού… Όσα υπόσχονται περισσότερα αποστέλλονται στην υπηρεσία του Τούρκου σουλτάνου, τα άλλα στην υπηρεσία άλλων αξιωματούχων και τα λοιπά πωλούνται στην Ανατολή ή την Ασία.

Φυλάσσονται δε εκεί μέχρις της ηλικίας των 18 ή 20 ετών και ανατρέφονται με στερήσεις, πείνα… τα μεταχειρίζονται λίγο καλύτερα από σκύλους… Περί την ηλικία των 20 μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη και τα δραστηριότερα καταγράφονταν ως γενίτσαροι και τάσσονταν υπό παλαιούς γενιτσάρους για να μάθουν να πολεμούν… Σε περίπτωση μάχης βαδίζουν στην πρωτοπορία… Από αυτούς προέρχονται οι ανδρειότεροι και αγριότεροι πολεμιστές των Τούρκων».

Tα νεοστρατολογημένα χριστιανόπαιδα στέλνονταν με συνοδεία στην Kωνσταντινούπολη, όπου ασπάζονταν τον ισλαμισμό και υποβάλλονταν σε περιτομή, πράξη που υποδήλωνε ότι ανήκαν επίσημα πλέον στους "δούλους της Πύλης". Tα σχετικά μεγαλύτερα εξισλαμισμένα παιδιά, που προορίζονταν για τη στρατιωτική υπηρεσία, ονομάζονταν ατζέμ ογλάν (Acemi oglan= δόκιμος) και στέλνονταν αρχικά να εργαστούν στους τιμαριούχους της Mικράς Aσίας. Oι ατζέμ ογλάν έμεναν στα τιμάρια όσο καιρό κρινόταν απαραίτητο από τον Tούρκο αξιωματούχο, για την προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον, τη σκληραγώγησή τους, τη μύηση στη νέα θρησκεία και την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας. O ίδιος ο αξιωματούχος-επόπτης επισκεπτόταν τους εκκολαπτόμενους γενίτσαρους, συνήθως μετά από δύο χρόνια, για να διαπιστώσει αν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να καταταγούν στο στρατό. Oσοι κρίνονταν άξιοι, μεταφέρονταν και πάλι στην Kωνσταντινούπολη, όπου ανάλογα με τις ικανότητες και τις επιδόσεις τους στα στρατιωτικά γυμνάσια, κατατάσσονταν σε διάφορα στρατιωτικά σώματα. Oι ικανότεροι κατέληγαν στο επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων.

Tα μικρότερης ηλικίας παιδιά, των οποίων η αφομοίωση ήταν πιο εύκολη, προορίζονταν για την εσωτερική υπηρεσία του σουλτανικού ανακτόρου. Kατά την εκπαίδευσή τους, που διαρκούσε περισσότερο από 14 χρόνια, παρακολουθούσαν μαθήματα που κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα γνώσεων. Διδάσκονταν την τουρκική, την αραβική και την περσική γλώσσα, ασχολούνταν με τη γεωγραφία, την αστρονομία και την ποίηση, μελετούσαν και αποστήθιζαν το Kοράνι, μάθαιναν καλές τέχνες, καθώς και τρόπους συμπεριφοράς σύμφωνα με τις απαιτήσεις του αυλικού πρωτοκόλλου, ενώ παράλληλα γυμνάζονταν στο τόξο, στη χρήση των πυροβόλων όπλων, στο ακόντιο και στην ιππασία. Eν τέλει, ύστερα από πολυετή μαθητεία και σκληρές δοκιμασίες, οι ικανότεροι γίνονταν δεκτοί στο άμεσο περιβάλλον του σουλτάνου, όπου είχαν την ευκαιρία να συναναστραφούν με τους ισχυρούς της αυλής και να μυηθούν στα απόκρυφα της διοικητικής και στρατιωτικής ηγεσίας, στις βαθμίδες της οποίας έμελλε κάποια μέρα να ανέλθουν. Πραγματικά μετά τη συμπλήρωση της εκπαιδεύσεώς τους, διορίζονταν σε διάφορες αυλικές θέσεις, όπου είχαν την ευκαιρία να προσελκύσουν την προσοχή του σουλτάνου και να ανέλθουν γρήγορα την ιεραρχική κλίμακα της εξουσίας. Tα πρώην χριστιανόπουλα, συνειδητοί πια μουσουλμάνοι, με άριστη παιδεία και προετοιμασμένοι να αναλάβουν ηγετικές θέσεις και να επανδρώσουν την κρατική μηχανή, γίνονταν ανώτεροι αξιωματούχοι στις διάφορες υπηρεσίες του κράτους, στρατιωτικοί και επαρχιακοί διοικητές, ακόμη και μεγάλοι βεζίρηδες (=πρωθυπουργοί). H οθωμανική ιστορία βρίθει τέτοιων περιπτώσεων.

Η πρώτη ιστορική καταγραφή του παιδομαζώματος προέρχεται από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ισίδωρο και χρονολογείται στο 1395.
Ακόμα και ο όρος παιδομάζωμα πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1675. Προηγουμένως ονομαζόταν «γενιτσαριά».
Η αρπαγή του παιδιού ισοδυναμούσε με το θάνατο του. Γι΄ αυτό μετά την αρπαγή τελούνταν η νεκρώσιμη ακολουθία του ζωντανού, αλλά χαμένου για το έθνος, τους γονείς και την Ορθοδοξία παιδιού. Η γυναίκα μετά την αρπαγή του άντρα της, ονομάζεται χήρα.

Ήταν τέτοιος ο τρόμος των γονέων που σώζονται επιστολές Ελλήνων της Μικράς Ασίας που ζητούν από τους Ιππότες του Αγ. Ιωάννου στη Ρόδο να τους μεταφέρουν στα εδάφη τους για να σώσουν τα παιδιά τους.

Για λόγους εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, το φαινόμενο αρχίζει να ατονεί ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα. H προοδευτική διεκδίκηση θέσεων του στρατού και της διοίκησης από τους ελεύθερους μουσουλμάνους θεωρείται η αρχή του τέλους του παιδομαζώματος. H ηρωοποίηση των γενίτσαρων και η προοπτική μίας λαμπρής σταδιοδρομίας προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των μουσουλμάνων, που έβλεπαν τα παιδιά τους όχι μόνο να αποκλείονται από τις ηγετικές τάξεις για χάρη των "απίστων", αλλά και να γίνονται υπήκοοι των εξωμοτών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν ακόμα εκδηλωθεί η οργανωμένη και μαζική μουσουλμανική δυσαρέσκεια, οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι, προκειμένου να καμαρώσουν τα παιδιά τους σε υψηλά αξιώματα, τα έδιναν σε χριστιανούς για να τα παραδώσουν στους γενιτσαρικούς στρατολόγους ως δικά τους! Για τους μουσουλμάνους λοιπόν, ήταν αξιοζήλευτη η εξέλιξη των απαχθέντων κατά το παιδομάζωμα χριστιανόπαιδων!

Kαθοριστικές βέβαια για την οριστική παύση του θεσμού, ήταν και οι οργανωμένες αντιδράσεις των υποδούλων. Χαρακτήρα επαναστατικού κινήματος έλαβε η αντίδραση των Nαουσαίων σε απόπειρα διενέργειας παιδομαζώματος το 1705. Σύμφωνα με έγγραφα του ιεροδικείου της Bέροιας, οι κάτοικοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους στους τούρκους απεσταλμένους. Πάνω από 100 άντρες με επικεφαλής τον Zήση Kαραδήμο και τους δύο γιους του, ύψωσαν τη σημαία της ανταρσίας, όρμησαν στις πεδιάδες της Bέροιας και της Nάουσας, σκοτώνοντας και ληστεύοντας τους μουσουλμάνους της υπαίθρου. H ανταρσία καταπνίγηκε μετά την άφιξη στην περιοχή ισχυρού τουρκικού ιππικού, παραμένει όμως άγνωστο αν ύστερα από το συμβάν αυτό η Πύλη επέμεινε στη στρατολογία χριστιανών από τη Nάουσα, γιατί στο αρχείο του ιεροδικείου της Bέροιας δεν βρέθηκε καμιά σχετική διαταγή του σουλτάνου ή του μπεηλέρμπεη της Pούμελης.
Η βασική αιτία κατάργησής του πάντως, δεν ήταν παρά η εχθρότητα των Τούρκων που έβλεπαν εξισλαμισμένους έστω χριστιανούς, να ανέρχονται στα ύπατα αξιώματα.

Το τουρκικό κράτος μέχρι σήμερα δεν έχει αποδεχτεί την αρπαγή των παιδιών από τους γονείς. Αντ' αυτού ισχυρίζεται ότι τα παιδιά στρατολογούνταν με τη συγκατάθεση των γονιών τους γιατί δεν μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.
Κι αυτά τα λένε για τους Έλληνες που πέρασαν μέσα από την κόλαση (μικρασιατική καταστροφή, εμφύλιο πόλεμο, ιταλική και γερμανική κατοχή) χωρίς ποτέ να πράξουν κάτι ανάλογο, να φτάσουν δηλαδή, να προσφέρουν εθελοντικά τα παιδιά τους στον κατακτητή με την ελπίδα ότι έτσι θα εξασφάλιζαν το μέλλον τους. Iσως υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις όπως σ΄ όλους τους κανόνες, αλλά το να υποστηρίζει κανείς κάτι τέτοιο είναι εξοργιστικό, προσβλητικό και χυδαίο.
Μα το να διαβάζει κανείς σε σημερινά τουρκικά σχολικά βιβλία, ότι δεν υπήρξαν εξισλαμισμοί κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στα Bαλκάνια και ότι δεν υπήρξε παιδομάζωμα, αποτελεί προκλητική γελοιότητα!

Υπάρχουν πάντως και παραδείγματα γενιτσάρων που κατόρθωσαν να διαφυλάξουν την ανάμνηση της καταγωγής και της θρησκείας τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Iανού Λασκάρεως (1491). O εξωμότης Χερσέκ, ο γαμπρός του Bαγιαζήτ B', έχασε τη ζωή του, όταν του εξομολογήθηκε ότι ήταν κρυπτοχριστιανός. Eνας επιφανής αγάς των γενίτσαρων, λίγο πριν επιτεθεί στο χωριό από όπου καταγόταν κατά τη διάρκεια μίας επιχείρησης στην Πελοπόννησο, αναγνώρισε τη δίδυμη αδελφή του και δραπέτευσε από τον οθωμανικό στρατό, προκειμένου να απολαύσει την οικογενειακή θαλπωρή που σε τόσο τρυφερή ηλικία είχε στερηθεί. Tο μοναστήρι-κάστρο της Kυρά Ψηλής στην Kάλυμνο κτίστηκε από τον Kαλύμνιο Pούσο. Aυτός είχε πέσει θύμα του παιδομαζώματος, έγινε γενίτσαρος και μετά πασάς με το όνομα Γκιουλ Aχμέτ. Oταν έτυχε να περάσει από τη γενέτειρά του, αρκετά χρόνια αργότερα, αναγνώρισε τους δικούς του, έμεινε μόνιμα στην Kάλυμνο και έφτιαξε το εν λόγω μοναστήρι, θέλοντας να δείξει ότι στην ουσία δεν απαρνήθηκε ποτέ το χριστιανισμό.

(*Περιλαμβάνονται πολύτιμες πληροφορίες από: Διμηνιαία έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπυτνής και Σητείας, «Άγκυρα Ελπίδος», περίοδος Β΄,τ.68, Μάϊος-Ιούνιος 2012, και από Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία.)

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΕΜΙΑ

Όπως στις στέπες οι πρόγονοι τους εκμεταλλεύονταν τα ζώα για την απόκτηση αγαθών, έτσι οι Οθωμανοί εκμεταλλεύονταν τούς κατακτημένους λαούς ως κτήνη (ραγιάδες) με όποιον τρόπο επιθυμούσαν. Όπως στις στέπες, χρησιμοποιούσαν εξημερωμένα σκυλιά για τη φύλαξη τού ποιμνίου τους, έτσι χρησιμοποιούσαν το άνθος των υπόδουλων, τους γενίτσαρους για την επιβολή της εξουσίας τους.

Οι δούλοι, οι σκλάβοι και το εμπόριο τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ανθούσε τόσο, που στις αρχές του 17ου αιώνα, το ένα πέμπτο των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, ήταν δούλοι. Το 1637 υπήρχαν στο Αλγέρι 25.000 χριστιανοί αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους βεβαίως και πολλοί Έλληνες. Υπολογίζεται ότι την περίοδο μεταξύ 1450 και 1700, μόνο από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, αιχμαλωτίστηκαν περίπου 2.500.000 άτομα, καταλήγοντας στα σκλαβοπάζαρα της οθωμανικής πρωτεύουσας.

The Slave Market, Constantinople
Sir William Allan


Πολλές ήταν οι δραστηριότητες οι οποίες τροφοδοτούσαν το εμπόριο των δούλων. Οι πειρατές που λυμαίνονταν την Μεσόγειο κι αιχμαλώτιζαν πληρώματα πλοίων και κατοίκους νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών, οι δουλέμποροι της Αφρικής που αλυσόδεναν κάθε χρόνο εκατοντάδες άτομα, από τα ανατολικά και κεντροδυτικά τμήματα της μαύρης ηπείρου, οι συνεχείς εκστρατείες του οθωμανικού στρατού σε Ευρώπη και Ασία που είχαν ως αποτέλεσμα τον εξανδραποδισμό στρατιωτών και αμάχων, οι οποίοι πωλούνταν αργότερα ως δούλοι.


Οι πειρατές στις επιδρομές τους, εκτός από τις ληστείες και τις καταστροφές, αιχμαλώτιζαν νέους, ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά, τους οποίους πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα της εποχής. Τους πιο νέους και υγιείς τους κρατούσαν στο πλοίο για κωπηλάτες.
Πριν πουλήσουν τα θύματα τους στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης, της Τρίπολης, παζάρευαν με τις οικογένειες τους τα λύτρα για την απελευθέρωση τους. Τα ποσά όμως ήταν συχνά υπέρογκα για τους φτωχούς ανθρώπους, που ανήμποροι θρηνούσαν το χαμό των δικών τους.

Ο Γάλλος περιηγητής Cassot (1545), περιγράφει:
«Στα μπεζεστένια και γενικά σ' όλα τα παζάρια πουλάνε και χριστιανούς σκλάβους, νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες, ακόμα και παιδιά τριών χρονών και λιγότερο που τα οδηγούν από το χέρι Τούρκοι μαθημένοι σ' αυτή τη δουλειά, φωνάζουν πόσο πουλιέται το παιδί και το δίνουν σ' εκείνον που προσφέρει τα πιο πολλά. Αν είναι κορίτσι ή γυναίκα σκεπάζουν το πρόσωπο τους μ' ένα μαντίλι. Τις κοιτούν στα δόντια, εξετάζουν τα χέρια τους, ρωτούν την ηλικία, αν είναι παρθένες και άλλα παρόμοια, λες και είναι άλογα, προς μεγάλον εξευτελισμό της χριστιανοσύνης.»

Ελληνίδες σε σκλαβοπάζαρο
Stanislas-Henri-Benoit Darondeau (1807–1841)


Σημαντικές πληροφορίες, περιέχονται και σε παλιά χειρόγραφα, όπως η επιστολή Αξιώτη σκλάβου σε χέρια κουρσάρων, που γράφει στα μέσα του 17ου αιώνα στους δικούς του, περιγράφοντας τα βάσανα του και ζητώντας να πληρωθούν τα λύτρα για την απελευθέρωση του:

«(…) Γράφω σου τα βάσανα και την παίδα οπού ηπέρασα, ώστε που νάρθωμε εδώ στην Τρίπολι και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθής μα πάλε για να τα ξέρεις να ευχαρίστησης το θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ' έπιασε κι ήπεσα σε καλά χέρια εδώ. Θέλεις να ξέρεις, αγάπη μου, πως μισεύγοντας απ' αυτού την Τετράδι βράδυ, ξημερώνοντας η Πέφτη, τις δύο του δευτεροουλίου αλλ άλμπα ένα μίλι αλάργου από την Ικαρία ευρεθήκασι δύο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα οπού εκάμασι, μ' έβαλαν πίμυτα κι εκρατούσασί με πέντε νομάτοι και μ' ένα στρόπο κατραμωμένο με δέρνασι γδυμένο μόνο μ' ένα βρακί, που έκαμαν τα κρήατά μου μαύρα ωσάν το κ... του τσικαλιού να μολογήσω, λέει, πού βρίσκεται η αρμάδα• ύστερα με κράζει, λέγει μου: μπρε, έχεις ν' αγοραστής; λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και με το να μην έχω επήγαινα με το καΐκι ναύρω δέκα άσπρα να ζήσω τα παιδιά μου, μα άμε με στην Αξια μπορεί, για όνομα Θεού να με αγοράσουν. Λέγει δεν πάγω στην Αξια. Λέγω του, στην Πάρο. Λέγει, μηδέ στην Πάρο, μόνον στην Αμοργό.

Εγύρευγέ μου πολλά. Έτσι επήγαμε στην Αμοργό και έρχονται κάτω να αγοράσουν ένα καΐκι, θαρρώ να το ακούσετε, και γυρεύγαν να Πάρου και μένα με τους συντρόφους και σιάζουσι μας 200 ρεάλια ήγου διακόσα όλους και από εκεί ο σκύλος παίρνει και 'μας και πέντε καλόγερους και πέντε λαϊκούς και τ' άσπρα και από κει μας παίρνει με τσι ξυλιές και πάγει μας στη Σαντορήνη και παίρνει και από κει• εις τόσο, για να μην πολυλογώ εκάμαμε τριάντα πέντε μέρες μες' τη γαλιότα καθημερινώς ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ήδονε πάρα ένα κομμάτι παξιμάδι το ταχύ, μουχλιασμένο, που δεν το 'τρώγε ο χοίρος και μία τάσα νερό βρωσμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ και νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φιργάδα, που μάγκου δεν εμπορούσαμε να ξαπλώσωμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά όχι άλλο τίβοτας οι ψείρες, που τσ' εξούσαμε μ' ένα κομμάτι ξύλο, όταν ήθελε μας βγάλη στη γη, που με φάγασι ζωντανό.

Ερχόμενος εδώ στην Τρίπολι, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας ο αδελφός και εγόρασε με και παίρνει με στον οντά του και γδύνει με και δώνει μου ρούχα και αλλάζω και κάνει μου και άλλη μια φορεσιά ρούχα και έχει με καλά να φάγω και να πιω, την ανάπαψί μου που δε μου λείπει άλλο μόνο ο στειρεμός σου και παρηγοράμαι καθημερινώς, συντροφιές πολλές νύχτα μέρα, που να του τα πλήρωση ο Θεός, που να κόβγη ο Θεός τις ημέρες μου, να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι 'γω άξιος να του τ' ανταμέψω ο Θεός να του τ' ανταμέψη (…)».

Τα βάσανα των ανθρώπων, που οι πειρατές έκαναν σκλάβους είχαν τέτοια απήχηση στη μνήμη των μεταγενέστερων ώστε να γίνουν τραγούδια δημοτικά που τραγουδιούνται ακόμη σε πολλά μέρη της Ελλάδας:

«Γολέτας — εταξίδευε' ς τ'ς Αττάλειας το κανάλι
είχε λεβέντες ναυτικούς και μπέη καπετάνιο
είχε και σκλάβο νιόμορφο στα σίδερα δεμένο.
Κι ο σκλάβος ανεστέναξε κ' εστάθηκ' η γολέτα.
Κι ο μπέης 'παλογήθηκε μέσ' απ' την κάμαρα του.
Ποιος ναύτης απ' τους ναύτες μου και ποιος απ' τα παιδιά μου,
ποιος είναι π' αναστέναξε κ' εστάθηκε η γολέτα;
Κι ο σκλάβος 'παλογηθηκε με το καημένο αχείλι.
- Εγώ 'μαι π' ανεστέναξα κ' εστάθηκ' η γολέτα.
- Σκλάβε μ' πεινάς, σκλάβε μ' διψάς, σκλάβε μ' ρούχα δεν έχεις;
Ούτε πεινώ, ούτε διψώ κι ούτε ρούχα δε θέλω,
τον τόπο που θυμήθηκα κ' εκεί θέλω να πάγω...»

Το μαρτύριο των αιχμαλώτων ξεκινούσε από την πρώτη στιγμή, καθώς σύρονταν βίαια στα πλοία, με βρισιές και χτυπήματα για να καταλήξουν στα βρωμερά και σκοτεινά αμπάρια, σε άθλιες συνθήκες.
Ο γραμματικός κάθε καραβιού κατέγραφε τον αριθμό και τα ονόματα τους πριν το ταξίδι, μα πολλοί πέθαιναν στη διαδρομή, και τα νεκρά τους σώματα ρίχνονταν στην θάλασσα, αφού προηγουμένως τους έκοβαν το δεξί αυτί, ως απόδειξη θανάτου. Ετσι υπολογιζόταν η ζημιά του φορτίου.

Ο Γάλλος ευγενής και διπλωμάτης Φιλίπ Κανάιγ περιγράφει το πώς λειτουργούσε το σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης, στα 1573.
Όποιος ενδιαφερόταν ν΄ αγοράσει μια σκλάβα, της σήκωνε το πέπλο που κάλυπτε το κεφάλι της και την έφτυνε στο πρόσωπο, για να διαπιστώσει αν ήταν μακιγιαρισμένη και να φανούν τα αληθινά της χαρακτηριστικά. Κατόπιν, κοιτούσε το στόμα της, μετρώντας και ψηλαφώντας τα δόντια της, προκειμένου να διαπιστώσει αν είναι ψεύτικα, χαλασμένα ή αν κουνιούνται. Αφού τέλειωνε ο έλεγχος, άρχιζε το παζαρι με τον δουλέμπορο.

The Slave Market
Jean-Léon Gérôme

Ο Pierre Belon, Γάλλος φυσιοδίφης, ένας από τους πρώτους περιηγητές Ελλάδας, Αιγύπτου, Παλαιστίνης και Μικράς Ασίας, παραθέτει ενδεικτικές τιμές σκλάβων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 16ου αιώνα, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και την σωματική τους κατάσταση. Μια νέα και όμορφη γυναίκα πουλιόταν 80-100 δουκάτα, ενώ μια γριά 30-40. Η τιμή ενός ευτραφούς εφήβου ήταν συνήθως 40-50 δουκάτα και ενός γεροδεμένου άνδρα 60. Συγκριτικά, αναφέρεται ότι την ίδια περίοδο στην Βενετία, ο μέσος ναύτης είχε ετήσιο εισόδημα 22 δουκάτα, ο μηχανικός 100, ο κυβερνήτης επαρχίας 840 και ο πρεσβευτής 1800.
Οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας κατέληγαν συνήθως δούλες για τις δουλειές του σπιτιού και κάποιες ελαφριές χειρωνακτικές εργασίες. Αντίθετα, οι νεαρές και ωραίες κοπέλες πωλούνταν τις περισσότερες φορές στα χαρέμια διάφορων Οθωμανών αξιωματούχων, ενώ την ίδια τύχη είχαν και αρκετοί έφηβοι. Οι περισσότεροι όμως άνδρες δούλοι προορίζονταν για πιο βαριές εργασίες. Όσοι από αυτούς ήταν γεροδεμένοι και χειροδύναμοι, θεωρούνταν ιδιαίτερα πολύτιμο εμπόρευμα και πωλούνταν πάντα σε πολύ καλή τιμή. Μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως οικιακοί υπηρέτες, βοσκοί, γεωργοί και να επωμιστούν κάθε είδους βαριά χειρωνακτική εργασία. Πολλές φορές οι ρωμαλέοι σκλάβοι αντικαθιστούσαν τα ζώα κι έσερναν άροτρα στο όργωμα.

The Pasha’s Concubine
Ferencz-Franz Eisenhut (1857-1903)

Τη χειρότερη μοίρα, είχαν οι δούλοι που κατέληγαν κωπηλάτες σε γαλέρα.
Τα συγκεκριμένα πλοία ονομάζονταν «κάτεργα» κι οι σκλάβοι που υπηρετούσαν σ΄ αυτά «κατεργάρηδες». Οι άνθρωποι εκείνοι ζούσαν –αν μπορεί να θεωρηθεί ζωή η κατάντια τους, σε τραγικές συνθήκες. Σχεδόν γυμνοί, ολημερίς δίπλα στα κουπιά αλυσοδεμένοι, με ελάχιστη τροφή και νερό. Τα βράδια κοιμούνταν ο ένας πάνω στον άλλον, μέσα στην βρώμα και τα ζωύφια. Ο καιρός έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη την ζωή των «κατεργάρηδων», που κωπηλατούσαν κάτω από καυτό ήλιο ή μέσα σε θύελλες και καταιγίδες. Ο καπετάνιος του κάτεργου επιτηρούσε συνεχώς τους σκλάβους και μαστίγωνε ανελέητα όποιον σταματούσε να τραβάει κουπί εξαντλημένος.
Πολλοί σκλάβοι, έχοντας φτάσει στην απόλυτη απελπισία επιχειρούσαν να αποδράσουν. Οι περισσότεροι δεν τα κατάφερναν και τότε τους περίμενε ο θάνατος με φρικτές μεθόδους.

Μία από αυτές ήταν και η εξής: τα τέσσερα άκρα του καταδικασμένου δένονταν ξεχωριστά το καθένα στις πρύμνες ισάριθμων πλοίων. Στη συνέχεια, τα σκάφη αυτά άρχιζαν να κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις, διαμελίζοντας αργά και βασανιστικά τον άτυχο σκλάβο.
Οι φρικτές συνθήκες της δουλείας κι ο φόβος για μια τέτοια μοίρα, σκίαζε την καθημερινή ζωή των τουρκοκρατούμενων Ελλήνων.

Το δουλεμπόριο των γυναικών (Cariyelik), το τζαριγελίκι, είχε ρίζες πολύ πριν το Ισλάμ κι αυτή η ανατριχιαστική αγοραπωλησία, όχι μόνο συνεχίστηκε, μα άνθισε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η γυναικεία δουλεία ξεκίνησε στο Οθωμανικό Χαρέμι επί Ορχάν Μπέη, αλλά επί Μεχμέτ του «Πορθητή» ο αριθμός των σκλάβων γυναικών στο Χαρέμι αυξήθηκε δραματικά. Από τα μέσα της περιόδου του Βαγιαζήτ του Β', η παράδοση των σουλτάνων να παντρεύονται τις κόρες των γειτονικών ηγεμονίσκων και ηγεμόνων, τερματίστηκε κι η νέα παράδοση που διαμορφώθηκε για τους σουλτάνους, ήταν να παντρεύονται γυναίκες σκλάβες του Χαρεμιού.
Τα κορίτσια της αιχμαλωσίας υπήρχαν περίοδοι που δεν επαρκούσαν, γι΄ αυτό ο Μέγας Βεζίρης, κυβερνήτες, πασάδες, κι οι αδελφές των σουλτάνων, ανέτρεφαν γυναίκες σκλάβες, για να τις προσφέρουν στο Σουλτάνο. Πολλές αγοράζονταν για το χαρέμι κι από τον θησαυροφύλακα του Τελωνείου στα παζάρια.


Οι γυναίκες σκλάβες πού αγοράζονταν, σε πολύ μικρή ηλικία ανατρέφονταν έως ότου γίνουν αρκετά ώριμες, ώστε να προσφερθούν στον Σουλτάνο. Εκπαιδεύονταν στη μουσική, το χορό, τους αβρούς τρόπους, την τέχνη να περιποιούνται τον εαυτό τους κι επίσης μάθαιναν γραφή και ανάγνωση. Διδάσκονταν επίσης το πώς να υπηρετούν και να συμπεριφέρονται σ΄ έναν άνδρα.
Αν ήταν έφηβες, εισάγονταν στη μύηση του Παλατιού μετά την επιλογή και την αγορά τους. Την πρώτη δοκιμαστική νύχτα, έμεναν στο σπίτι του ατόμου πού τις είχε αγοράσει και αν εμφάνιζαν κακή συμπεριφορά, έλλειψη καλής ανατροφής, αυθάδεια, ή ανατομικές ατέλειες, η τιμή τους έπεφτε.
Οι γονείς τους έπρεπε να υπογράψουν ένα έγγραφο δηλώνοντας ότι πωλούσαν τη κόρη τους και ότι δεν θα είχαν αξιώσεις στο μέλλον και μετά το κορίτσι εξεταζόταν από γιατρούς και μαίες. Αν δεν ήταν απολύτως υγιές, δεν είχε ελπίδα να περάσει την πόρτα του χαρεμιού.
Οι εξαιρετικά όμορφες, αλλά άπειρες σκλάβες εκπαιδεύονταν πρώτα. Φορούσαν μακριές πουκαμίσες και χιτώνες με λαμπερά χρώματα και πολλές απ' αυτές είχαν τόσο μακριά μαλλιά πού έφθαναν μέχρι τους αστραγάλους τους.

Μα το Σουλτανικό, δεν ήταν το μόνο χαρέμι και οι γυναίκες σκλάβες, δεν ήταν όλες ούτε μεγαλωμένες έτσι, ούτε από τους γονείς τους πουλημένες. Ήταν τρόπαια αρπαγμένα από τις εστίες τους που αγοράστηκαν σε σκλαβοπάζαρα.
Η έλλειψη σεβασμού προς την γυναικεία ανθρώπινη ύπαρξη, ο ρόλος της ως αντικειμένου ήταν ο κανόνας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο πλέον απάνθρωπο και ολοκληρωτικό σύστημα πού τη βιαιότητά του έζησε τόσο η Μικρά Ασία, όσο και η Ευρώπη.

Η αντίληψη των Οθωμανών για τη γυναίκα, ήταν ότι υπήρχε για το κέφι του (στρατιώτη) άντρα και τίποτε άλλο. Έπρεπε να τον υπηρετεί με όποιο τρόπο της ζητηθεί. Σαν υπόδουλη ύπαρξη δεν ετύγχανε κανενός σεβασμού ή προστασίας κι ο αφέντης μπορούσε να την τιμωρήσει, να την κακοποιήσει όποτε ήθελε, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα.
Οι γυναίκες στα χαρέμια προκειμένου να προστατευθούν, συσπειρώνονταν, δημιουργούσαν κλίκες, ίντριγκες και σκευωρίες συνεργαζόμενες ακόμα και με αντιπάλους του αφέντη τους (σουλτάνου, βεζίρη, ή πασά). Το σουλτανικό χαρέμι όμως, ήταν και μέσον προαγωγής στη κοινωνική ζωή όποιου έκανε επίκληση στην εύνοια του ή έχαιρε της εμπιστοσύνης του. Εκεί μέσα τα πάντα διαδίδονταν αστραπιαία κι οι εντολές εκτελούνταν χωρίς αντίρρηση. Μεσολαβητές αυτών των σχέσεων του χαρεμιού με τον έξω κόσμο, ήταν οι ευνούχοι.

Vincent Stiepevich (1841-1910)


Η λέξη, χαρέμι, προέρχεται από την αραβική haram, που σημαίνει «παράνομος», «προστατευμένος», «απαγορευμένος».
Οι γυναίκες σκλάβες βρίσκονταν μεταξύ τους σε κατάσταση μόνιμου ανταγωνισμού μέσα στο Χαρέμι, η ζήλεια και ο φθόνος βασίλευαν. Για να τραβήξουν την προσοχή, έβαφαν τα μάτια τους κι έβαζαν όμορφα αρώματα. Στολίζονταν με πολύτιμα κοσμήματα και φορούσαν πάντοτε εποχικούς χιτώνες.
Μόλις τελείωνε η εκπαίδευσή τους, έμπαιναν στον ανταγωνισμό για να γίνουν Αφεντικό, Βοηθός Αφεντικού, Γκοζντέ (ευνοουμένη), Ικμπάλ (ευνοουμένη του σουλτάνου), Καντίν Εφέντι (σύζυγος σουλτάνου) και επιτέλους Βαλιντέ Σουλτάνα (μητέρα σουλτάνα, βασιλομήτωρ).


Οι νεαρές σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι, έπρεπε να ξεχάσουν τον παλιό εαυτό τους, για τούτο και τους έδιναν καινούρια ονόματα, που συνήθως είχαν σχέση με τη συμπεριφορά, την όψη, κάποιο χαρακτηριστικό τους. Για να τα θυμούνται, κρεμούσαν στο λαιμό τους πλακέτες.

Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού θα έφθαναν στον βαθμό της συζύγου έπρεπε να εκπαιδευθούν σχολαστικά με όλα τα μέσα και να διδάσκονται πώς να διαβάζουν και να γράφουν. Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού προσηλυτίζονταν στον ισλαμισμό θα έπρεπε να ασκούν τους κανόνες της θρησκείας. Μπορούσαν να προσευχηθούν όλες μαζί ή χωριστά. Περαιτέρω, εκπαιδεύονταν πώς να διαβάζουν το Κοράνιο.
Όλες οι γυναίκες σκλάβες έπρεπε να εκπαιδευθούν πάνω στην ισλαμική θρησκεία. Μετά την ανέλιξή τους στο βαθμό της συζύγου μπορούσαν να κτίσουν πολλά τζαμιά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αυτό έδειχνε ότι ήταν αφοσιωμένες στον Ισλαμισμό μετά την προσηλύτιση τους.

Ο αριθμός των γυναικών σκλάβων στο Χαρέμι άρχισε να αυξάνεται σημαντικά από την εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ του Κατακτητή κι αυτός ο αριθμός διέφερε κατά τη περίοδο του εκάστοτε σουλτάνου. Επί Αχμέτ του Α', άλλαξε το κληρονομικό σύστημα κι έπαψαν να διορίζουν τους πρίγκιπες στις επαρχίες σαν κυβερνήτες. Έτσι παρέμεναν στο Χαρέμι, πράγμα πού προκάλεσε την ταχεία αύξηση των τροφίμων του. Συνήθιζαν να υπάρχουν 300 με 500 άτομα στο Χαρέμι πριν τον Μεχμέτ τον Γ', αλλά είναι γνωστό ότι ο αριθμός αυξήθηκε στα 700 άτομα κατά τη περίοδο της βασιλείας του.

Η αλήθεια είναι ότι τα χαρέμια ήταν οι πιο τραγικές φυλακές, όπου δυστυχισμένες γυναίκες έπλητταν θανάσιμα, μισούσαν τους αφέντες, σιχαινόντουσαν τον εαυτό τους και με τον καιρό η μια την άλλη, κάπνιζαν όπιο για να ξεχνούν την κατάντια τους, ανέπτυσσαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις και μάθαιναν να χρησιμοποιούν δηλητήρια και μαχαίρια για να βγάζουν από τη μέση αντιπάλους.

Vittorio Rappini


Ήταν σκλάβες πού δεν έμεναν ποτέ νηστικές, μα το φαγητό τους ήταν πικρό και μαρτυρούσαν στα χέρια της γριάς επιβλέπουσας, πού φρόντιζε για την τάξη στο χαρέμι και απολάμβανε το να τις βασανίζει για λόγους φθόνου η προσωπικής ζήλειας.
Χρήματα και δώρα δίδονταν στις σκλάβες σε γάμους, γιορτές ή γενέθλια.
Παρόλο πού φροντίζονταν καλά στο Χαρέμι, ο Σουλτάνος δεν έδειχνε καμμία ανεκτικότητα σε εκείνες πού είχαν διαπράξει φόνο και τις εξόριζε στη Προύσα και στη νήσο Χίο.
Μετά τη βασιλεία του Αχμέντ του Α', όταν πλέον οι βασιλόπαιδες δεν διορίζονταν στις επαρχίες σαν κυβερνήτες κι άρχισαν να μένουν στο Χαρέμι, ενίοτε σύναπταν σχέσεις με τις παλλακίδες αλλά καθώς είχε απαγορευθεί να αποκτούν παιδιά από αυτούς, έπρεπε να συμμορφωθούν με τους κανόνες. Εάν ατυχώς μια από τις παλλακίδες έμενε έγκυος έπρεπε να χάσει το μωρό με επιτακτική άμβλωση. Αν αρνιόταν, φρόντιζαν να της συμβεί κάποιο τραγικό ατύχημα.

Οι ευρωπαίοι ζωγράφοι και καλλιτέχνες θεωρούσαν τη Τουρκία χώρα εξωτική, γι΄ αυτό οι πίνακές τους αποτυπώνουν τον ρομαντισμό πού οι ίδιοι αισθάνονταν για «απαγορευμένους χώρους» όπως τα χαρέμια, τονίζοντας την ομορφιά των γυναικών πού ζούσαν σ 'αυτά, όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονταν.
Τα μυστικά του χαρεμιού τους συνάρπαζαν, με τα περιφραγμένα παλάτια, τους μυστικούς διαδρόμους, τα μυστικά των πέπλων.

Leila (alternative title, Passion), 1892(1853-1928)
Sir Frank Dicksee


Τον 18ο αιώνα, οι ταξιδιώτες έφερναν στις χώρες τους ιστορίες και αναμνηστικά από την Κωνσταντινούπολη, που ενέπνευσαν τη μόδα «Turquerie» - απομιμήσεις της τουρκικής τέχνης και του πολιτισμού - στις μοντέρνες ευρωπαϊκές πόλεις. Οι Βρεττανοί αριστοκράτες έστηναν κιόσκια αντάξια ενός σουλτάνου στους κήπους τους, οι Παριζιάνοι επιπλοποιοί στόλιζαν με Οθωμανικά σχέδια τις δημιουργίες τους και στη Βιέννη, το 1781, ο Μότσαρτ έγραψε το «Die Entführung aus dem Serail» (=Η Απαγωγή από το Σεράι) το οποίο παρουσιάζει τις προσπάθειες ενός νεαρού Ισπανού ευγενή ονόματι Μπελμόντε, να σώσει την αρραβωνιαστικιά του Κονστάνζ από τον Πασά Σελίμ, τον Τούρκο δυνάστη που την έκλεψε. Η ιστορία περιλαμβάνει πειρατές, δουλεμπόρους, απειλές, δολοφονίες και αγωνία, μέχρι που στο τέλος η αγάπη θριαμβεύει.
Οι περισσότεροι εξακολουθούν να φαντάζονται ότι ο Σουλτάνος ήταν ένας φαύλος γέρος δυνάστης που περνούσε όλο το χρόνο του στο χαρέμι, περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες ημίγυμνες γυναίκες σε μια ατμόσφαιρα με βαριά αρώματα, δροσερά σιντριβάνια, και απαλή μουσική.

Σύμφωνα με τον Πένζερ, η φράση χαρέμι και σαράι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, αλλά έχουν ελαφρώς διαφορετικές σημασίες. Η λέξη Χαρέμι είναι δανεισμένη από την αραβική λέξη Χαράμ – που σημαίνει παράνομο. Η λέξη υπονοεί ένα απαραβίαστο καταφύγιο για τη γυναίκα, όπου κανένας αρσενικός ξένος δεν μπορεί να μπει. Από την άλλη το Σαράι, προέρχεται από την ιταλική Serraglio - ένα κλουβί για άγρια ζώα. Είναι μια λέξη που συνδυάζει τις ιδέες της αιχμαλωσίας και του άγριου ζωώδους ενστίκτου.

Το μεγαλύτερο χαρέμι ήταν το παλάτι Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη, όπου για εκατοντάδες χρόνια οι γυναίκες, οι παλλακίδες και οι ευνούχοι ζούσαν σε εξαιρετική λαμπρότητα και απόλυτη απομόνωση από τον έξω κόσμο.
Περισσότερα από 300 δωμάτια οδηγούσαν σε 44 αυλές. Υπήρχαν λουτρά, ένα τζαμί, κήποι, σιντριβάνια, υδραγωγεία, πτηνοτροφεία, ακόμη και μια βάρκα στη λίμνη από την οποία ο Σουλτάνος μπορούσε να πετάξει τον γελωτοποιό στο νερό για να διασκεδάσει.
Όσο για το φαγητό, υπήρχαν 10 κουζίνες που εξυπηρετούσαν το χαρέμι.
Το χαρέμι ήταν πλούσιο, αλλά ήταν μια φυλακή. Κάθε παράθυρο πάνω από το Βόσπορο έκλεινε με σιδερένια κάγκελα και μία φρουρά 50 ανδρών στεκόταν στις κύριες πύλες, ενώ τη νύχτα ο αριθμός τους διπλασιαζόταν από γενίτσαρους και μία μονάδα πεζικού οπλισμένη με γιαταγάνια. Μέσα στο παλάτι, οι γυναίκες ήταν κάτω από την επιτήρηση των ευνούχων.

Ακόμα κι εκεί όμως υπήρχε μία ιεραρχία: Οι λευκοί ευνούχοι από τη Γεωργία, την Ουγγαρία και την Κροατία ήταν επιφορτισμένοι με διοικητικά και γραμματειακά καθήκοντα, ενώ οι έγχρωμοι από την Αβησσυνία και το Σουδάν έκαναν χειρωνακτικές εργασίες. Όλοι τους ωστόσο ήταν σκλάβοι που είχαν ευνουχιστεί κατά την εισαγωγή τους στο παλάτι.

Έτσι με τους ευνούχους να τις παρακολουθούν μέσα στο παλάτι και τους φρουρούς έξω, οι γυναίκες του χαρεμιού ήταν παραδείσια πουλιά σε χρυσό κλουβί και η ποινή για την ανταρσία τους ήταν άμεση και ανελέητη.

O επικεφαλής ευνούχος Κισλάρ Αγάς ενημέρωνε τους γενίτσαρους όταν εξαφανιζόταν μία γυναίκα. Αν την έβρισκαν, την πετούσαν στο Βόσπορο μέσα σε ένα σακί γεμάτο πέτρες.

Σε μια τρομακτική περίπτωση, ο Σουλτάνος Ιμπραήμ, ο οποίος κυβέρνησε μεταξύ 1640 και 1648, αποφάσισε να δολοφονήσει ολόκληρο το χαρέμι του γιατί.. το βαρέθηκε και ήθελε να έχει την ευχαρίστηση της δημιουργίας ενός νέου. Πιστεύεται ότι έπνιξε περισσότερες από 300 γυναίκες.

Η είσοδος του Οθωμανικού Χαρεμιού του ανακτόρου Τόπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη.
Φωτογραφία Ρ. Διαμαντή

Πολύτιμες πληροφορίες από:

Το δουλεμπόριο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία/Ιωάννης Παγουλάτος
Κυρ. Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ.—1700», Αθήνα 1972.
Ν.Α. Κεφαλληνιάδη, «Πειρατεία, κουρσάροι στο Αιγαίο», β' έκδ. ΙΡΙΣ, Αθήνα 1995.
Π.Γ. Ζερλέντη, «Περί της ανά τας Κυκλάδας σωματεμπορίας επί Τουρκοκρατίας», «Παρνασσός» τομ. 12, Εν Αθήναις 1888.
Αντ. Φλ. Κατσουρού, «Κουρσάροι και σκλάβοι», Σύρος 1948.
Η αρπαγή και σκλαβιά των γυναικών και η υποδούλωσή τους στα Οθωμανικά χαρέμια από HellasOnTheWeb / Ραφαήλ Διαμαντής