Οι Φορεσιες των Ελληνων στα χρονια της επαναστασης

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)
Γυναίκα με φορεσιά από τα Μέγαρα και άνδρας με φουστανέλα.

Charles Edouard Edmond Delort (1841 – 1895)
Από το περιοδικό: "Le Tour du Monde", Paris 1879, σελ. 313.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 1879.
Συλλέκτης: Peloponnesian Folklore Foundation Ίδρυμα: Europeana Fashion

Όταν σκεφτόμαστε τι φορεσιές να ντύνονταν άραγε οι Έλληνες την εποχή της Επανάστασης, το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό, είναι η φουστανέλλα και η στολή της προεδρικής φρουράς καθώς και οι πανομοιότυπες ενδυμασίες που φορούν οι χορευτικοί σύλλογοι παραδοσιακών χορών. Αν όμως κάποιος ερευνήσει λίγο παραπάνω, παρατηρήσει πιο προσεκτικά και δει εικόνες, παραστάσεις και πίνακες της εποχής, θα φτάσει μπροστά σε μιαν εξαιρετική ανακάλυψη: Η υπόδουλη Ελλάδα, ήταν ένα ατέλειωτο μωσαϊκό στο ντύσιμο, τόσο μοναδικό, που ίσως και να μην απαντάται σε καμία άλλη χώρα του κόσμου. Στο ντύσιμο εκείνων των Ελλήνων, δεν υπήρχαν μικρές παραλλαγές, λεπτομέρειες ή λεπτές διαφοροποιήσεις, αλλά ένα ολότελα ξεχωριστό ντύσιμο, όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά από το ένα χωριό στο… διπλανό του! Σχεδόν κανένα χωριό δεν ντυνόταν όμοια με το άλλο, και όπως σχεδόν σε όλες τις εποχές, αυτό αποτυπωνόταν πολύ πιο ζωντανά στο γυναικείο ντύσιμο. Τα χρόνια εκείνα μπορούσες να καταλάβεις από πού ερχόταν κάποιος, μόνο και μόνο κοιτάζοντας τα ρούχα του! Και όχι μόνο αυτό. Μπορούσες από τα ρούχα και μόνο να καταλάβεις τόσο το επάγγελμα, όσο και την τάξη του. Και βέβαια η διάκριση ανάμεσα σ΄ έναν βοσκό κι έναν προύχοντα, μοιάζει απλή. Το ίδιο ισχύει και στη σημερινή κοινωνία. Μα σκεφτείτε ότι τότε, ξεχώριζες με μια ματιά, το γεωργό από τον τσοπάνο.

Ας πιάσουμε λοιπόν να ξεχωρίζουμε τους Έλληνες την εποχή της Επανάστασης, από την κορφή ως τα νύχια!

Κεφάλι

Οι άνδρες στο κεφάλι, φορούσαν ένα κόκκινο φέσι, που τη βάση του τύλιγαν με τη μαντηλοδεσιά. Η μαντηλοδεσιά ήταν τριών ειδών:
-μεταξωτό μαντήλι ή κασπαστή,
-το χρυσοκέντητο πόσι,
-η άσπρη βαμβακερή πλουμιστή σερβέτα.

Σαφής εδώ η τούρκικη επίδραση. Χαλκογραφίες της εποχής με γνωστούς καπεταναίους αποκαλύπτουν πως κασπαστή φορούσαν μόνο οι Αθηναίοι, πόσι ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μακρυγιάννης και πότε-πότε ο Γέρος του Μοριά. Σερβέτα, φοραγαν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κι ο Πανουργιάς. Πολλοί δε φορούσαν μαντηλοδεσιά, μα ένα σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζαν να φορούν ο Γκούρας κι ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τον καιρό που ήταν μαγκιόρος (ταγματάρχης) του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Άλλοι φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετμεζάδες. Η φούντα και σ΄αυτό το φέσι, ήταν μικρή και στέκονταν στην κορφή. Η μακριά φούντα -όσο σχεδόν ολόκληρο το φέσι, διαδόθηκε στα χρόνια του Όθωνα, ήταν χαρακτηριστική των Σουλιωτών κι έγινε το επίσημο στοιχείο της φορεσιάς της βασιλικής κι αργότερα προεδρικής φρουράς, άλλωστε ολόκληρη η στολή της προεδρικής φρουράς, μοιαζει πολύ με κείνη των Σουλιωτών. Πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό, συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Γενικά τους προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή, το μέγεθος του καπέλου που φορούσε κανείς ήταν ανάλογο της κοινωνικής τάξης και της εξουσίας του, τα καπέλα των αξιωματούχων ήταν συνήθως πολύ μεγάλα.

Μαλλιά

Απ’ τη μαντηλοδεσιά ή το φέσι, πρόβαλαν τα μακριά τους μαλλιά. Τα μαλλιά τους δεν τα έκοβαν, μα τ’ αφήναν λυτά σαν χαίτη και βεβαίως τα περιποιόντουσαν ιδιαίτερα. Καθαρά και καλοχτενισμένα, τα άλειφαν με λάδι ή μεδουλάρι, αλοιφή από μεδούλι και μυρωδικά. Οι Μοραΐτες είχαν πιο μακριά μαλλιά από τους Ρουμελιώτες, ξακουστά ήταν τα ξανθά και σγουρά μαλλιά των Μαυρομιχάληδων.

Γελέκι

Τη φορεσιά των ανδρών, αποτελούσαν:
-το άσπρο πουκάμισο, κατάσαρκα φορεμένο, όχι όμως φαρδομάνικο όπως τα μεταγενέστερα χρόνια. Πάντα ξεκούμπωτο κι ανοιχτό μπροστά στο στήθος, χειμώνα καλοκαίρι.
-το γελέκι,
-η φέρμελη με τις δυο αράδες ασημοκεντημένα μεγάλα κουμπιά.

Μερικοί -αργότερα όλοι, αντί για φέρμελη βάζανε το μεϊντάνι. Η διαφορά του ήταν ότι ενώ η φέρμελη είχε μανίκια που τα φορούσαν, το μεϊντάνι είχε μανίκια ψεύτικα, διακοσμητικά, φοδραρισμένα με κόκκινο πανί που είτε μέναν λυτά να στολίζουν τους ώμους, είτε βρίσκονταν στις πλάτες πίσω σταυρωτά. Τα μεϊντανογίλεκα όπως λέγανε το γελέκι ή το μεϊντάνι, ήταν πάντα κεντημένα με χάρτσια μεταξένια πολύχρωμα και χρυσά τερτήρια (κορδόνια).

Φέρμελη

Φέρμελη ή μεϊντάνι, ανδρικό, μανικωτό, κόκκινο τσόχινο ζακέτο, εξάρτημα της φορεσιάς του φουστανελά που φορέθηκε αρχικά από τους αρματολούς, τους κλέφτες και του αγωνιστές του 1821, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως αυλική ενδυμασία και στη συνέχεια εξαπλώθηκε ως επίσημη (γιορτινή) ενδυμασία όλων των αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών της χώρας. Η φέρμελη φοριέται μετά το γιλέκι (αμάνικο ζακέτο) και πριν το φερμεδογέδεκο ή φερμελωτό γιλέκι (αμάνικο ζακέτο με μεγάλα κουμπιά). Η φέρμελη αυτή, που ανήκει στην επίσημη στολή του Όθωνα, αποτελείται από ένα ίσιο φύλλο μπροστά και ένα τραπεζιόσχημο πίσω, ενωμένα με ραφή στους ώμους και μέσω δύο τραπεζιόσχημων τμημάτων στα πλευρά. Φέρει κυκλική λαιμόκοψη και κατακόρυφο άνοιγμα. Στην αριστερή πλευρά του ανοίγματος υπάρχει πρόσθετη λωρίδα τσόχας που βοηθά στο ερμητικό κλείσιμο του ζακέτου. Στις ωμοπλάτες, κάθετα στον κορμό, είναι ραμμένα τα μανίκια, μήκους 86εκ. και φάρδους 16εκ, χωρίς ραφή στην εσωτερική πλευρά του ώμου, στη μασχάλη και κατά μήκος του βραχίονα εσωτερικά, εκτός από περιορισμένη επιφάνεια λίγο πιο κάτω από τον αγκώνα. Στο τελείωμα κάθε μανικιού έχει αφαιρεθεί κομμάτι με ορθή γωνία και καμπύλη πλευρά. Ακολουθεί καμπυλόσχημο καπάκι με οξεία απόληξη. Το ζακέτο είναι φοδραρισμένο με μπεζ βαμβακερό ύφασμα και διακοσμημένο με επίρραπτο χρυσοκέντημα από γαϊτάνια και κορδόνια, καμωμένο σύμφωνα με την τερζήδικη τεχνική. Ολόγυρα είναι γαρνιρισμένο έξι σειρές γαϊτάνι και ισάριθμες σειρές κορδόνι, εναλλάξ, που σχηματίζουν ταινία. Καθώς τα γαϊτάνια ακολουθούν τις γλωσσωτές απολήξεις στο γύρο της φέρμελης, η ταινία λαμβάνει κυματοειδή μορφή. Στο μπροστινό κατακόρυφο άνοιγμα το εξωτερικό κορδόνι σχηματίζει ζιγκ – ζαγκ ενώ στο γύρο των μανικιών σπειρομαίανδρους. Το μπροστινό άνοιγμα κλείνει με δεκαεφτά παλαιές κόπιτσες. Επίσης, στην αριστερή πλευρά υπάρχουν δεκαεφτά μεγάλες θηλιές που πιθανολογώ ότι εφάρμοζαν σε ισάριθμα πλεχτά κουμπιά, όπως συνηθιζόταν στις φέρμελες, τα οποία δε σώζονται πια. Τα δώδεκα σφαιρικά, μεταλλικά, επιχρυσωμένα, επίρραπτα κουμπιά που υπάρχουν πλέον στη δεξιά πλευρά του κατακόρυφου ανοίγματος αποτελούν μεταγενέστερη επέμβαση. Έπειτα από τις ταινίες γαϊτανιών εκατέρωθεν του μπροστινού ανοίγματος, ακολουθεί μπορντούρα από διαδοχικά δίλοβα μοτίβα καμωμένη με χοντρό χρυσό κορδόνι. Στο κέντρο της φέρει, σε κατακόρυφη καμπυλόσχημη διάταξη, εικοσιτρία επίρραπτα κουμπιά, όμοια με αυτά του ανοίγματος. Στην πλευρά του μανικιού με την ορθή γωνία, τα γαϊτάνια σχηματίζουν ορθογώνιο τρίγωνο με καμπυλόσχημη υποτείνουσα, συμπληρωματικό προς το κομμάτι που έχει αφαιρεθεί από την άλλη πλευρά του φύλλου. Την υποτείνουσα της πρώτης πλευράς πλαισιώνουν θηλιές από κορδόνι αλλά και συμπαγής κοιλόκυρτος βλαστός με ανάγλυφα ανθάκια. Από τη βάση του μανικιού ξεκινά λογχοειδές μοτίβο από γαϊτάνια με σπείρες στην απόληξη, που φτάνει περίπου ως τους ώμους. Δίπλα από αυτό ξεκινά επικλινής μπορντούρα από σιγμοειδή, συμπλεκόμενα κλαδιά με σπειροειδείς απολήξεις. Από την άνω μπροστινή γωνία του φύλλου ξεκινά αντίστοιχη κατοπτρική μπορντούρα. Παράλληλα με τα γαϊτάνια, το φύλλο των μανικιών περιτρέχει στενή μπορντούρα από επαναλαμβανόμενα σιγμοειδή μοτίβα. Στην πλάτη, τις ραφές καλύπτουν γαϊτάνια πλαισιωμένα από σειρές κορδονιών και σπείρες σε επίκαιρα σημεία.
(Περιγραφή, Λύκειον των Ελληνίδων)

Φέρμελη ή μεϊντάνι, μανικωτό ζακέτο που ανήκει στην παιδική ενδυμασία φουστανελά του Ίωνα Δραγούμη.

Φουστανέλλα

Στους καπεταναίους και τους γέροντες, μακριά ίσα με το γόνατο ή και κάτω ακόμα, με πυκνές και πολλές πτυχές (δίπλες ή λαγκιόλια). Στα παλληκάρια και τους νεώτερους, κοντή ως τους μηρούς και πιο ελαφριά με λιγότερες δίπλες. Στη Ρούμελη συνηθίζονταν πιο πολύ η κοντή με πολλές δίπλες – όπως σήμερα της προεδρικής φρουράς – ενώ στο Μοριά μακριά κι όχι πολύ πυκνή. Η φουστανέλλα ήταν καθιερωμένη σ’ όλη την Ελλάδα, εκτός από τους νησιώτες και τους ναυτικούς που φορούσαν βράκες. Η φουστανέλλα, το αστραφτερό, λευκό της χρώμα, για πολύ λίγο το κρατούσε. Μ’ αυτή σκούπιζαν το πρόσωπό και τα χέρια τους, το σουγιά τους και καμιά φορά τ' άρματά τους. Πολλά παλληκάρια για να μην πιάνει η φουστανέλα τους εύκολα «λέρα» την άλειφαν με ξύγκι.

Υποδήματα

Στα πόδια τους φορούσαν μακριές άσπρες κάλτσες από τραγόμαλλο, που υφαίνονταν στα Άγραφα. Οι τσόχινες μαύρες κάλτσες, κι’ ύστερα κόκκινες –μοιάζανε με τις γκέτες– σκέπαζαν μονάχα τη γάμπα και το πάνω μέρος του παπουτσιού και φορέθηκαν στα οθωνικά χρόνια. Και βέβαια, τα τσαρούχια, όχι όμως με φούντα μπροστά, αλλά μυτερά. Τα έφτιαχναν με ακατέργαστο βοδινό δέρμα κι ήταν πολύ ελαφριά και γερά. Στα πόδια τους τα στήριζαν δένοντάς τα γύρω στη γάμπα μ' ένα φαρδύ λουρί και το λουρί το έπιαναν απ’ την κάλτσα τους κάτω απ’ το γόνατο με τον τσαρουχοτοκά. ΄ Υπήρχε κι άλλος τρόπος, να πιάνουν τα τσαρούχια τους με ένα πισινό λουρί, το τσαγκαρόλουρο. Τα πρώτα τα φορούσαν στη Ρούμελη, τ' άλλα στο Μοριά. Οι φτωχότεροι φορούσαν γουρνοτσάρουχα, φτιαγμένα από δέρμα χοίρου.

Ντουλαμάς και φλοκάτες

Η φορεσιά τους, συμπληρωνόταν με τον ντουλαμά. Τον ρίχνανε πάνω τους σαν έπιανε κρύο και ήταν φτιαγμένος από τσόχα που την κεντούσαν με μαύρο μετάξι. Ο ντουλαμάς έφτανε ως τη μέση. Για τη βαρυχειμωνιά, είχαν τις φλοκάτες. Χωρίς μανίκια, που έφταναν ως κάτω απ’ το γόνατο. Σαν βρίσκονταν έξω το χειμώνα, χρησιμοποιούσαν τη φλοκάτα για στρωσίδι και για σκέπασμα. Για τον ίδιο σκοπό άλλοι είχανε την κάπα – ίδιο σχέδιο με τη φλοκάτη φτιαγμένη όμως από τραγόμαλλο και βαλμένη στις νεροτριβές για να πήξει και να μην περνάει η βροχή και το κρύο.

Σελλάχι

Το έζωναν στη μέση τους, αλλά να πιάνει στα πλάγια στην αριστερή μεριά και μπροστά το μισό αριστερό πλευρό. Ήταν φτιαγμένο από τσόχα κόκκινη, σπάνια μαύρη, φύλλα - φύλλα για να κάνουν τις θήκες και κεντημένο με πολλών τεχνοτροπιών χρυσά κεντήματα, μα τα πιο συνηθισμένα δράκοντες και γοργόνες. Το πέτσινο σελλάχι φορέθηκε στα χρόνια του Όθωνα. Στις μέσα θήκες του σελλαχιού, έβαζαν το ασημένιο τάσι τους για να πίνουν νερό, το τσαγκαροσούβλι για να μπαλώνουν τα τσαρούχια τους, το ρολόγι, ακόμα και το καλαμάρι με το φτερό. Ακόμα και το αντίδοτο για τα δηλητήρια, το παντσεχρί,είχε τη θέση του στο σελλάχι

Στολίδια

Η φορεσιά δε θα μπορούσε να μην έχει και τα στολίδια της, τσαπράζια ή τουσλούκια, όπως τα έλεγαν. Πρώτο ήταν το κουτσέκι. Στόλισμα ασημωμένο που στις τέσσερες πλευρές του κρεμόνταν σειρά από ψιλές αλυσίδες και κάλυπτε ολόκληρο το στήθος. Στηρίζονταν με θηλιές στις τέσσερες άκρες του στήθους, με τρίγωνα θηλυκωτήρια που είχαν ζωγραφισμένο πάνω τους με σαββάτι (μαύρο σμάλτο) συνήθως το δικέφαλο αητό. Στη μέση το κουτσέκι, σε μεγάλη πλάκα είχε τους πολεμικούς αγίους, τον Αη-Γιώργη και τον Αη-Δημήτρη. Απ’ τον αριστερό τους ώμο ήταν κρεμασμένο μ’ ασημένια αλυσίδα το στρογγυλό χαϊμαλί που έκλεινε μέσα του διάφορα φυλαχτά. Στις δυο όψεις του είχε σκαλισμένα τον προστάτη άγιο του ιδιοκτήτη του και τον Ευαγγελισμό ή την Ανάσταση. Στην δεξιά μεριά, είχαν το γυριστό ασημένιο σουγιά τους. Στο πίσω μέρος, στη μέση τους, στο λουρί του σελλαχιού, ήταν περασμένες οι δύο μπαλάσκες με πελεκημένα ανάγλυφα σχέδια . Μέσα βάζανε τα φουσέκια για τα ντουφέκια τους. Αριστερά πάλι απ’ τη λουρίδα του σελλαχιού κρεμόντανε τα φυσεκλίκια, με φουσέκια για τις κουμπούρες και μια θήκη που βάζανε τις τσακμακόπετρες, το μεδουλάρι, άλειμμα για τα ντουφέκια φτιαγμένο από μεδούλι και άλλες λιπαρές ύλες. Δεξιά κρέμονταν κι η πέτσινη καπνοσακκούλα τους. Όλα τούτα τα δένανε μ’ ασημένια και πλουμιστά ζωστάρια. Μπροστά στον αριστερό μηρό, σε μακριά λουριά περασμένα – σε δυο σε τρεις αράδες – κρεμόνταν τα στρογγυλά ή και τρίγωνα ασημένια γαντζούδια ή τοκάδες. Δυο όμοια γαντζούδια σκέπαζαν τα γόνατά τους. Τούτο το στόλισμα το συνήθιζαν πολύ πριν το 1800. Και βλέπουμε να φοράει κάτι τεράστια ο πατέρας του Οδυσσέα, ο γερο Αντρούτσος όπως μας τον παρουσιάζει παλιά ζωγραφιά. Και βέβαια, κουβαλούσαν τα άρματα τους.

Το γυναικείο ντύσιμο

Oι παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές αποτελούν συνέχεια της βυζαντινής ενδυμασίας, αλλά έχουν δεχτεί επιδράσεις, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση. Μοιάζουν πολύ με τις αντίστοιχες ενδυμασίες των γειτονικών λαών. Κύριο στοιχείο τους είναι το πουκάμισο, ένα φόρεμα με μανίκια, που αντίθετα με το ανδρικό,είναι μακρύ και φοριέται επίσης κατάσαρκα. Πάνω από αυτό φορούσαν είτε
-το καβάδι, ένα μακρύ, λινό ή μεταξωτό, φόρεμα με μανίκια, ανοιχτό μπροστά, είτε
-το σιγκούνι, ένα ολόμαλλο ρούχο, επίσης ανοιχτό μπροστά αλλά χωρίς μανίκια, που προτιμούσαν στις περιοχές με πιο ψυχρό κλίμα.

Νυφιάτικο Μακεδονίας Καβάδι Μακεδονικό Νυφιάτικο Μακεδονίας

Σε νησιά και σε παράλιες περιοχές συνηθιζόταν το φουστάνι, που προερχόταν από τα φορέματα των γυναικών της Δυτικής Ευρώπης. Σε γενικές γραμμές, οι γυναικείες φορεσιές ήταν πολύχρωμες και στολισμένες με πολλά κεντήματα. Η γυναικεία φορεσιά, στην αυλή του Όθωνα και της Αμαλίας, μεταμορφώθηκε σ΄ ένα ένδυμα ρομαντικού τύπου με στοιχεία φολκλόρ. Ήταν σε τεχνοτροπία Biedermeier και βασιζόταν στην αστική φορεσιά της Πελοποννήσου, η οποία συνηθιζόταν και στην Αθήνα, διαθέτοντας μπούστο καβαδιού και νησιωτικό ζιπούνι. Το φουστάνι ή το καβάδι κατασκευαζόταν από πολύτιμο ύφασμα (στόφα) και διέθετε ανοικτό μπούστο ώστε να είναι ορατό το ολοκέντητο ύφασμα (η τραχηλιά) του πουκάμισου. Το κοντογούνι (είδος γιλέκου με γούνα στα ανοίγματα του) ήταν σε σκούρες αποχρώσεις και κατά κύριο λόγο βελούδινο και χρυσοκέντητο. Στην κεφαλή οι ανύπαντρες γυναίκες φορούσαν καλπάκι (μικρό στρογγυλό κάλυμμα) ενώ οι παντρεμένες έφεραν φέσι με παπάζι (φούντα) το οποίο φτιαχνόταν από χρυσές κλωστές και καλυπτόταν από μαύρο βέλο.

Κόρινθος
Σιγκούνια
Αμάνικος Επενδύτης, Κορινθία Αμάνικος Επενδύτης Αμάνικος Επενδύτης, Αργολίδα

Σιγκούνι, το κύριο τμήμα στις φορεσιές της Αργολιδοκορινθίας. Λέγεται ότι οι γυναίκες δεν το αποχωρίζονταν ούτε στον ύπνο τους, θεωρώντας ντροπή να τις δεί άντρας χωρίς αυτό. Φαίνεται ότι ο παλαιότερος τύπος σιγκουνιού ήταν μακρύς, φθάνοντας ως κάτω από την περιφέρεια. Σε πολλά χωριά της Αργολίδας το σιγκούνι κόντυνε αισθητά αλλά παρέμενε λευκό και με ίδια κοπή όπως το παλιό. Το μάλλινο ύφασμα στο φυσικό του χρώμα ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες που, στην συνέχεια, το πήγαιναν στη νεροτριβή για να γίνει σαγιάκι ή ράσικο, όπου αποκτούσε φάρδος γύρω στα 35εκ. Ο τερζής ή ρασάς αναλάμβανε να το κόψει και να το ράψει. Στην ορεινή Αργολίδα και την ορεινή Κορινθία τα λευκά σιγκούνια έπαψαν να φοριούνται γύρω στο 1900. Στη Βόχα, την Περαχώρα και τους Άγιους Θεόδωρους Κορινθίας όμως, τα λευκά σιγκούνια δεν καταργήθηκαν ποτέ, αν και κόντυναν πολύ. Τα "βοχαϊτικα" σιγκούνια, όπως λέγονταν, τα κεντούσαν ειδικοί ραφτάδες με επίρραπτα χρωματιστά κορδονέτα πάνω σε τσόχα ή βελούδο και, αργότερα, με πούλιες ή με γαζιά που έρχονταν σε έντονη χρωματική αντίθεση με το φόντο. Το σιγκούνι αυτό είναι φτιαγμένο από σαγιάκι βαμμένο σε βαθύ καστανό χρώμα, ορατό μόνο στην εσωτερική πλευρά αφού, εξωτερικά, είναι ολόκληρο καλυμμένο από επίρραπτο κέντημα πάνω σε μαύρη τσόχα. Είναι φτιαγμένο από ένα πίσω φύλλο, πλάτους 26εκ. κάτω από τους ώμους και 20εκ. στο τελείωμα. Τα μπροστινά φύλλα που ξεκινούν από τους ώμους φαρδαίνουν κατά 5εκ. προς το τελείωμά τους και σταυρώνουν μεταξύ τους. Ενδιάμεσα, τριγωνικό κομμάτι υφάσματος που αρχίζει από τα μισά του πίσω ανοίγματος των χεριών, ενώνεται με το λαγκιόλι. Η εντύπωση ότι το σιγκούνι είναι κομμένο καμπυλωτά χαμηλά στη μέση, οφείλεται στη διευθέτηση των κεντητών ταινιών. Με εξαίρεση τη σκούρα βυσσινί τσόχα που ρελιάζει το ρούχο, αδιατάρακτη είναι η διχρωμία ανάμεσα στις ιβουάρ και τις πράσινες μεταξοκλωστές πάνω σε μαύρο βάθος. Το πράσινο κέντημα, με κύκλους που περικλείουν λουλούδια και φύλλα, έχει ρόλο διαχωριστικό ανάμεσα στις φαρδύτερες ιβουάρ ταινίες που, επιπλέον, στολίζονται με ασημένιες και χρυσές πούλιες και διάφανες χάντρες. Οι κεντητές ταινίες, εκτός από την κεντρική της πλάτης, πλαισιώνονται από στενή λωρίδα, που γαρνίρει το μπροστινό άνοιγμα και τον γύρο του σιγκουνιού με απλό μοτίβο από επαναλαμβανόμενα ημικυκλικά σχήματα συνδεδεμένα με δυο θηλιές. Φαρδιά κατακόρυφη ταινία διαγράφει το περίγραμμα του σιγκουνιού, διακόπτεται στην οριζόντια κοπή της τσόχας και συνεχίζεται από ελαφρά στενότερη ταινία με διαφορετικό κέντημα. Στην επάνω ταινία, σπείρες περικυκλωμένες άτακτα από θηλιές δημιουργούν αφηρημένα ανθικά μοτίβα ενώ πιο ρεαλιστικά αποδίδονται τα ζευγαρωμένα φύλλα. Ανάλογος διάκοσμος καλύπτει την κεντρική ταινία της πλάτης, εδώ όμως δυο ζευγάρια φύλλων συνδυάζονται σε σταυρόσχημο λουλούδι. Η έμφαση στον διάκοσμο δίνεται στις δυο τριγωνικές ζώνες στις πλευρές της πλάτης και στην ενδιάμεση, οριζόντια ταινία κάτω από τη μέση. Ανάμεσα σε πυκνές σπείρες και σε θηλιές, εναλλάσσονται δυο μοτίβα: τετραπέταλο ή πενταπέταλο λουλούδι και μεγάλο "Χ" με σπειροειδή άκρα, με κεντρικό σταυρό από σπείρες και γεμάτο από θηλιές και καμπύλες. Στις υπόλοιπες ταινίες του κεντήματος τρέχει ελικοειδής μίσχος με λουλούδια στο εσωτερικό του, ανάμεσα από σπείρες και θηλιές. Οι ταινίες οριοθετούνται με ιβουάρ σειρήτι, εκτός από την κεντρική και τις πλαϊνές ταινίες της πλάτης, όπου το σειρήτι είναι χρυσαφί. Με χρυσαφί σειρήτι τονίζεται και η κεντρική, οριζόντια ταινία. Το σειρήτι ανεβαίνει ως τη μέση, ξεχωρίζοντας τις δυο ταινίες από την μπορντούρα του σιγκουνιού.

Ποδιές

Γαλάζια ποδιά, μονόφυλλη, ορθογώνια παραλληλόγραμμη, νυφική και γιορτινή ποδιά που παίρνει το όνομά της από το χρώμα του υφαντού. Φοριέται πριν το σαγιά, τον αμάνικο επενδύτη. Καμώνεται από τις ίδιες τις γυναίκες από λευκό σκουτί, δηλαδή μαλλί, βαμμένο με λουλάκι και κεντιέται με μετρητές βελονιές από μπιντέμια, λεπτοστριμμένα, μάλλινα νήματα σε χρώματα οινέρυθρο, πράσινο, καμηλό και λευκό για το περίγραμμα των μοτίβων, που ονομάζονται λεπίδια ή γράμμα. Είναι μοιρασμένη σε πέντε κατακόρυφες κεντητές ζώνες με την κεντρική, που είναι φαρδύτερη, να λειτουργεί ως άξονας συμμετρίας. Τα μοτίβα, που καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο σχεδόν τον γαλάζιο καμβά, είναι κυρίως σχηματοποιημένα φυτικά και επαναλαμβάνονται κατακόρυφα ανά ζώνη. Η κάτω οριζόντια πλευρά και μικρή έκταση από τις κατακόρυφες είναι γαρνιρισμένη με τα φουντονήματα, κρόσσια από κλωστάρια, λεπτοστριμμένα μάλλινα νήματα σε χρώματα οινέρυθρο, μπλε και πράσινο. Στις τρεις από τις τέσσερις πλευρές, η ποδιά είναι γαρνιρισμένη με επίρραπτες λουτρές, κόκκινα μάλλινα γαϊτάνια και κορδόνια πλεγμένα από τις ίδιες, που οδηγούν σε κορδόνια για να στερεώνεται η ποδιά στη μέση.

Τσοχένια ποδιά σε κόκκινο χρώμα, κεντημένη με πολύχρωμες μεταξωτές ουτρές από τερζή. Αποτελεί απαραίτητο εξάρτημα της γυναικείας νυφικής και γιορτινής φορεσιάς της Αιδηψού. Το σχήμα της είναι ορθογώνιο παραλληλόγραμμο και είναι ραμμένη από ένα φάρδος υφάσματος. Στη βάση του πάνω τμήματος της ποδιάς δεσπόζει ένα κεντρικό σχηματοποιημένο φυτικό μοτίβο καμωμένο από άσπρες, κίτρινες και πράσινες ουτρές που καταλήγει στην κορυφή του σε σπείρες. Συνοδεύεται από δύο παράπλευρα αντιμέτωπα γυρτά κλαδόσχημα μοτίβα, που αποδίδονται με ελικοειδείς γραμμές που κατά διαστήματα, συστρέφονται και δημιουργούν σπείρες. Επίρραπτη διακόσμηση με λεπτή μπορντούρα από χρυσόνημα και κόκκινη μεταξοκλωστή γαρνίρει τη βάση του κεντρικού μοτίβου. Την επιφάνεια του κάτω τμήματος της ποδιάς καλύπτουν δευτερεύοντα εναλλασσόμενα ταινιόσχημα γεωμετρικά μοτίβα, που αποδίδονται με ζιγκ-ζαγκ με θηλίτσες στο πάνω μέρος, με μαιάνδρους και με συνεχόμενα κλαδόσχημα μοτίβα. Ολόγυρα η ποδιά πλαισιώνεται μ' επίρραπτη μεταλλική τρέσα γαρνιρισμένη με δίχρωμα μετάξια. Στο τελείωμά της, κροσωτή απόληξη με κιτρινόχρωμα μεταξωτά κρόσια. Η ποδιά είναι φοδραρισμένη με κόκκινο βαμβακερό ύφασμα, του οποίου η επιφάνεια καλύπτεται με φυτικά μοτίβα.


Καραγκούνικη ποδιά από μαύρη τσόχα, κεντημένη με πολύχρωμες μεταξωτές ουτράδες (πολύκλωνες κλωστές) και διακοσμημένη με υφασμένες αγοραστές ταινίες και με σειρήτια ζικζακωτά. Το σχήμα της είναι τραπεζιοειδές και αποτελείται από τρία βασικά κομμάτια, δύο οριζόντια, το αμπόλι και την πόστα και ένα κατακόρυφο, την κυρίως ποδία. Το αμπόλι, είδος ζώνης, είναι καμωμένο από μαύρο βελούδο με σταμπωτό διάκοσμο και ολόγυρα γαρνιρισμένο με χρυσό γαϊτάνι. Η κυρίως ποδιά έχει δύο κατακόρυφες ραφές, που τη χωρίζουν σε τρία μέρη, στη "μάνα" και σε δύο όμοια πλαϊνά φύλλα, τις λόξες ή τα λαγκιόλια. Τμήματα υφαντής ταινίας με ρομβοειδή μοτίβα διακοσμούν τις τρεις πλευρές της ποδιάς, τις δύο κατακόρυφες ραφές της και της δύο οριζόντιες ραφές που ενώνουν τις δύο ζώνες της πόστας μεταξύ τους και με την κυρίως ποδιά. Δύο μικρά παράλληλα κομμάτια υφαντής ταινίας είναι τοποθετημένα στην ευθεία του οριζόντιου άξονα της ποδιάς. Μ' αυτή την προσθήκη υποδηλώνονται οριζόντιες ραφές, παρόλο που στην πραγματικότητα η μαύρη τσόχα είναι μονοκόμματη. Επιπλέον, στις βάσεις των δύο κατακόρυφων ταινιών που πλαισιώνουν τη "μάνα" συναντάμε τέσσερα μικρά πρόσθετα κομμάτια ταινιών που είναι τοποθετημένα λοξά, σχηματίζοντας ισάριθμα μικρά ορθογώνια τρίγωνα. Με τον τρόπο αυτό τονίζεται η βάση της κυρίως ποδιάς και σχηματίζονται στην ουσία δύο μεγάλα τρίποδα που ακουμπούν σ' αυτή. Διαμορφώνεται έτσι μια τριγωνική υποδοχή για το πολύχρωμο ανθεμωτό θέμα, σχηματοποιημένο φυτικό μοτίβο από ζευγάρια ελίκων που στις άκρες τους δημιουργούν σπείρες. Στην κορυφή του μοτίβου δεσπόζει το στρογγυλό ή φεγγάρι, σπείρα κεντημένη με δίχρωμα γαϊτάνια (πορτοκαλί-γκρενά), που στην περιφέρειά της έχει θηλίτσες. Στα τέσσερα μικρά ορθογώνια τρίγωνα που σχηματίζονται από τις επίρραπτες ταινίες στη βάση της ποδιάς, είναι κεντημένα απλά μικρά φυλλόσχημα μοτίβα με δίχρωμες ουτράδες. Πρόκειται για τέσσερα μισά κυπαρίσσια που συμπληρώνονται ανά δύο και αποτελούν δύο ολόκληρα κυπαρίσσια. Το βασικό διακοσμητικό μοτίβο πλαισιώνεται από δύο πλαϊνά αντικριστά σιγμοειδή θέματα, των οποίων το κέντρο τονίζεται με ένα ρόδακα. Πάνω και κάτω απ' αυτόν ξεκινούν έλικες με κατεύθυνση χιαστί. Στο επάνω τμήμα της ποδιάς η διακόσμηση είναι λιτή. Στην επάνω πλευρά της "μάνας" είναι κεντημένο ένα μικρό σχηματοποιημένο φυτικό μοτίβο που στην κορυφή του φέρει ένα φεγγάρι. Το μοτίβο είναι ανάποδα τοποθετημένο, με την κορυφή προς τα κάτω και τη βάση του παράλληλα με την επάνω οριζόντια πλευρά της "μάνας". Στο κέντρο της "μάνας" η διακόσμηση γίνεται με δύο συμμετρικά και ομοιόμορφα μοτίβα, σε θέση πλάγια και αντικριστά πάνω στον οριζόντιο άξονα της ποδιάς, με τις βάσεις τους παράλληλα προς τις κατακόρυφες πλευρές της "μάνας". Η διακόσμηση της ποδιάς συμπληρώνεται και με αγοραστά ζικζακωτά σειρήτια της μηχανής σε κίτρινο χρώμα, που πλαισιώνουν τις υφαντές ταινίες της κυρίως ποδιάς. Η πόστα, το κατώτατο τμήμα της ποδιάς, είναι κεντημένη με δύο ταινιόσχημα θέματα, το καμαρωτό (ζιγκ-ζαγκ με καμπυλωτή την επάνω γωνία) και την κλάρα, είδος σχηματοποιημένου κοιλόκυρτου βλαστού. Στην εσωτερική ζώνη της πόστας, επίρραπτος διάκοσμος με υφαντές ταινίες που χωρίζει κατά μήκος τη δεύτερη ζώνη της σε τρία τμήματα. Το σεράδωμα της ποδιάς έχει γίνει με ρέλι από τσόχα και το φοδράρισμα με βαμβακερό εμπριμέ ύφασμα.

(Περιγραφή, Λύκειον των Ελληνίδων)

Ζώνες
Ζώνη Μακεδονίτικη Νυφιάτικες Ζώνες Θράκης

Πόρπη ζώνης διακοσμημένη με μοτίβο λουλουδιών σε φιλιγκράν σμάλτου και εξάκτινο αστέρι | Πρόκειται για κειμήλιο από αυτά που έφεραν μαζί τους στην Ελλάδα πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη | 18ος αιώνας

Monika Ettlin: https://gr.pinterest.com/MonikaEttlin/_saved/

Από: https://gr.pinterest.com/pin/386394843004139152/

Πούκλες (Πόρπες)

Πούκλες: Οι παραδοσιακές γυναικείες πόρπες της Κύπρου.

α). «Πούκλα» ασημένια με διάκοσμο από «τριφούρι» και σμάλτο (υαλόμαζα). Συλλογή Κυπριακού Μουσείου. Οικία Χατζηγεωργάκη. Λευκωσία. β). «Πούκλα αθασοτή, ασημένια, τριφουρένια» με ένθετο σμάλτο κα πέτρες. Συλλογή Κυπρακού Μουσείου. Οικία Χατζηγεωργάκη. Λευκωσία. γ). «Στρογγυλές» και «αθασοταίς πούκλες τριφουρένες» με ένθετο σμάλτο (υαλόμαζα) και γυαλόπετρες. Συλλογή Λουκίας Πιερίδη, Λευκωσία. α). «Πούκλα» κεντημένη με μεταξοκλωστές, μαργαριτάρια και ένθετες πέτρες. Συλλογή Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. β). «Πούκλα» κεντμένη με μεταξοκλωστές, μαργαριτάρια και ένθετες πέτρες. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, αρ. ευρ. Εα. 124. γ). «Πούκλες» ασημένιες με διάκοσμο από «στριφούρι» και σμάλτο (υαλόμαζα). Συλλογή Κυπρακού Μουσείου. Οικία Χατζηγεωργάκη, Λευκωσία. α). «Τριφουρένια πούκλα» β). «Αθασοτή πούκλα» με δράκο. Συλλογή Λουκίας Πιερίδη, Λευκωσία. γ). Πόρπη στήθους («πούκλα τραχηλίας») από την Κύπρο, επίχρυση («παραχρυσωμένη») συρματέινη, με επίθετο κοκκιδωτό διάκοσμο και ένθετες γυαλόπετρες. Μουσείο Μπενάκη, αρ. ευρ. Εα. 215. α, β). Πόρπες με ανάγλυφο έκτυπο και εγχάρακτο διάκοσμο φυτικών μοτίβων. Συλλογή Πάυλου Νεοφύτου, Λευκωσία. γ). «πούκλα αθασοτή» με έκτυπο διάκοσμο κα ένθετες πέτρες. Συλλογή Κυπρακού Μουσείου, Λευκωσία. α). «Πούκλες» με έκτυπο δράκοντα κα φυτικά μοτίβα. Συλλογή Αμερκανικού Ινστιτούτου Κυπριακών Ερευνών (CAARI), Λευκωσία. β). «Πούκλα» με έκτυπο δικέφαλο αετό κα φυτικά μοτίβα. Συλλογή Παύλου Νεοφύτου, Λευκωσία. γ). «Πούκλα» με έκτυπο δράκοντα κα φυτικά μοτίβα. Συλλογή Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. α). Ασημένια «πούκλα» με αετό. Συλλογή Κυπριακού Μουσείου, Λευκωσία. β). Ασημένια «πούκλα» με αετό. Συλλογή Αμερκανικού Ινστιτούτου Κυπριακών Ερευνών (CAARI), Λευκωσία. γ). Πόρπη με ανάγλυφο, έκτυπο και εγχάρακτο διάκοσμο φυτικών μοτίβων και οικοδομήματος. Συλλογή Παύλου Νεοφύτου, Λευκωσία. «Ζώνη («κολάνα») με πούκλες». Ανήκει στη γυναικεία φορεσιά των πόλεων της Κύπρου, τέλος 19ου αιώνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα. αρ. 2284. Από το βιβλίο «Η Αστυκή Ενδυμασία της Κύπρου» της Ευροσύνης Ριζοπούλου -Ηγουμενίδου Πηγή: NOCTOC

Από: https://gr.pinterest.com/pin/329607266453337609/

Ας δούμε κάποιες φορεσιές της Ελλάδας μας, όπου κάθε χωριό, κάθε περιοχή, έχουν τα δικά τους ξεχωριστά ρούχα.

Μια πολύ χαρακτηριστική, ιδιαίτερη περίπτωση, είναι η φορεσιά της Μάνης, τόσο των γυναικών, όσο και των ανδρών.

Οι Μανιάτες αν και στεριανοί, είχαν υιοθετήσει τη νησιώτικη φορεσιά, τη "βράκα", και τούτο γιατί οι συναλλαγές τους γίνονταν από τη θάλασσα και όχι απ΄ τη στεριά. Οι άνδρες φορούσαν βράκα σε σκούρο μπλε, πουκάμισο άσπρο φαρδύ κεντημένο στα μανίκια, κόκκινο γιλέκο κεντημένο με μαύρο κορδόνι, ριγωτό ζωνάρι, φέσι ή μαντήλι μαύρο (τσεμπεράκι), μαύρες κάλτσες και τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Όλα ήταν υφαντά, κεντημένα και φτιαγμένα από τους ίδιους.

Η γυναικεία μανιάτικη φορεσιά είναι πολύ χαρακτηριστική και την ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε πολλές άλλες στολές της Πελοποννήσου, μιας και φέρει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η φορεσιά λοιπόν αποτελείται από:
-το βελέσι, συνήθως σε σκούρο μπλε χρώμα, πουκάμισο μακρύ και κεντημένο στα άκρα, από πάνω. Στο βελέσι, στο κατωκόρμι, ήταν ραμμένη μια λωρίδα κατακόκκινη, πλάτους μιας πιθαμής, το μπουγάζι. Αν πέθαινε ο άντρας της, η γυναίκα πάνω στον τάφο του ξήλωνε ένα μέρος του μπουγαζιού. Αν πέθαινε ο αδερφός της, το ξήλωνε ολόκληρο.
-το κοντογούνι (μπόρκα ή καμιγιόλα), τη ζώνη, και στο κεφάλι το τσεμπέρι (ή τσεμπέρα). Πολλές φορές φορούσαν κεφαλογιούρι από μέσα κι από πάνω το τσεμπέρι, τσαρούχια και τη μπελερίνα.

Το χρώμα της τσεμπέρας ήταν ανάλογο της ηλικίας. Οι μικρότερες φορούσαν άσπρο ή κίτρινο ή ανοιχτό καφέ που με την ηλικία σκούραινε και γινόταν μαύρο στα γεράματα.

Στη Θράκη, η παραδοσιακή φορεσιά κατέχει επίσης ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις φορεσιές της Πατρίδας μας. Η υφαντική, η κεντητική τέχνη, οι εκατοντάδες παραλλαγές, η ποικιλία των σχεδίων και τα χρώματα που χρησιμοποιούνται την κάνουν πραγματικά να διαφέρει.

Η γυναικεία αποτελείται από το χαρακτηριστικό αμάνικο φουστάνι με τις κουρφουλήθρες, μακριά πουκαμίσα με κόκκινα μανίκια, ποδιά κεντημένη. Φοριέται, επίσης, με κεφαλόδεσμο.

Η ανδρική, γιλέκο, πουκάμισο,μπουραζάνα, ζωνάρι υφαντό και μαντήλι κεφαλής.

Θράκη Μακρά Γέφυρα Καβακλί, Ανατολική Ρωμυλία Έβρου Σουφλί, Θράκη
Σουφλί, Θράκη

Στη Μακεδονία, η ανδρική έχει μάλλινο αμάνικο κοντό παλτό (η κιουρντιά), πουκαμίσα, γαλανόλευκη ζώνη, καπέ (τοπικό καπέλο), και κάλτσες δηλαδή περικνημίδες ψηλές από λευκό σαγιάκι. Στο κεφάλι φορούν φέσι. Από τη Μακεδονίτικη φορεσιά αυτού του τύπου εμπνεύστηκαν στις αρχές του αιώνα μας τη στολή τους οι Μακεδονομάχοι.

Η γυναικεία ενδυμασία συναντάται σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τη περιοχή. Πάνω συνήθως λευκό, υφαντό πουκάμισο, ζιπούνι ή μιντάνι, κοντή ζακέτα με μανίκια από βελούδο. Το ζωνάρι είναι μακρύ μάλλινο, ριγέ στο πλάτος και διπλωμένο κατά μήκος στα δύο.

Παλιός θρύλος έλεγε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος παίρνοντας τις περικεφαλαίες από τους στρατιώτες τις έδωσε στις γυναίκες που φάνηκαν πιο γενναίες.

Αντάρτικο, Μακεδονία Μπάλτζα, Μελισσοχώρι, Μακεδονία Μακεδονική
Ασβεστοχώρι, Μακεδονία Επισκοπή, Μακεδονία Καπουτζίδα, Μακεδονία
Νυφική, Ρουμλούκι Μπούφι, Μακεδονία Νάουσσα, Μακεδονία
Χασιά, Μακεδονία Aσβεστοχώρι, Μακεδονία Χαλκιδική
Καβακλί, Μακεδονία Σιάτιστα, Μακεδονία Βέροια
Ρουμλούκι, Μακεδονία, φορεσιά ανύπαντρης γυναίκας Kαστοριά, Μακεδονία

Στην Ήπειρο, η ανδρική φορεσιά έχει γιλέκο, μάλλινη μπουραζάνα, πουκάμισο, ζωνάρι και καλπάκι.

Η γυναικεία, σεγκούνι, φόρεμα (ποκαμίσα), ποδιά και μαντήλα. Στα χωριά οι γυναίκες φορούσαν το σιγκούνι, έναν αμάνικο επενδύτη από μάλλινο ύφασμα, ανοιχτό εμπρός και κατακόρυφα. Στολιζόταν με επίρραπτη κόκκινη τσόχα και κεντήματα με πολύχρωμα κορδόνια, κορδονέτα και γαϊτάνια.

Στην Ήπειρο, υπάρχουν παραλλαγές φορεσιών, όπως η γιορτινή, η καθημερινή, του πένθους, του γάμου κ.λπ., οι οποίες διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή και από τάξη σε τάξη. Ιδιαίτερα είναι τα σεγκούνια και οι νυφιάτικες μπροστοποδιές της Ηπείρου.

Κουρέντης, Ήπειρος Δρυινούπολη Ηπειρος Ζαγόρι
Βόρειος Ήπειρος Ήπειρος Πωγώνι Ήπειρος
Ήπειρος Νυφική, Πωγώνι, Ήπειρος Μέτσοβο, Ήπειρος
Ήπειρος Σαρακατσάνικη Ηπείρου Ήπειρος
Πωγώνι, Ήπειρος Καραγκούνα, Ήπειρος Καπετανέικη, Β. Ήπειρος

Στη Θεσσαλία, η ανδρική φορεσιά εχει γιλέκο, φουστανέλλα, πουκάμισο, ζωνάρι, καλπάκι, περικνημίδες και περισκελίδα κι η γυναικεία γιλέκο, σαγιά, φόρεμα, πουκαμίσα, καβαδομάνικα –περιβραχιόνια καθώς και κεφαλόδεσμο.

Αυτή η φορεσιά είναι κυρίως της περιοχής ανάμεσα στο Βόλο,τη Λάρισα και τα Φάρσαλα και δεν συγγενεύει με τις υπόλοιπες γυναικείες καραγκούνικες φορεσιές.

Αλμυρός, Μαγνησία Καραγκούνα Θεσσαλία Πήλιο Θεσσαλία
Τρίκερι Θεσσαλίας Τρίκερι Θεσσαλίας

Ο Μωριάς, φορεί γιλέκο, φουστανέλλα, πουκάμισο, ζωνάρι, φέσι, γονατούρες -καλτσοδέτες και περισκελίδα. Χάρισε την Εθνική ενδυμασία του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδας (1832-1862).

Τα γυναικεία ρούχα ήταν εσωτερικό βαμβακερό φόρεμα με κέντημα εμπρός και στα μανίκια, εξωτερικό φόρεμα, ζώνη. Η γυναικεία φορεσιά, όσο πιο πλούσια ήταν η οικογένεια, τόσο πιο πολυτελής, και με ακριβά υφάσματα ήταν ραμμένη, βαριά, μεταξωτά και κατά προτίμηση κόκκινα ή κίτρινα-χρυσαφιά.

Σπέτσες Κόρινθος Άργος
Ύδρα Λεωνίδιο, Πελοπόννησος

Η Ρούμελη, η Στερεά κι οι Σαρακατσαναίοι, αγαπούν τη Φουστανέλλα.

Πολύπτυχη, λευκή και συνδεδεμένη με το αρματολίκι και την κλεφτουριά. Η σύνθεση της, το μπουντούρι και λευκές, πλεκτές, ψηλές κάλτσες. Οι κάλτσες τεντώνουν με τις γονατούρες, ενώ με τις κάλτσες, φορούσαν τσαρούχια με φούντα. Τέλος στο κεφάλι, μπαρέζι ή φέσι.

Οι κοπελιές, σεγκούνι και ποδιά, φόρεμα (ποκαμίσα) και μαντήλα κεφαλής, φλουριά και πόρπη.

Αττική Αττική, Νυφιάτικο Παρνασσός
Επίσημη κεντρική Ελλάδα Τανάγρα, Βοιωτία Κεντρική Ελλάδα
Αττική Κεντρική Ελλάδα Λοκρίδα, Λιβανατες
Σούλι Σούλι Μέγαρα
Νυφιάτικη, Σαλαμίνα Σαρακατσάνικη Αττικής Φωκίδα, Δεσφίνα
Μεσολόγγι Ελευσίνα Ναύπακτος
Γιορτινή φορεσιά Αττικής Γιορτινή χωρικού, Κεντρική Ελλάδα Γιορτινή φορεσιά, Μέγαρα

Εύβοια

Εύβοια, Αγία Άννα Εύβοια, Αιδηψός Επίσημη, Κύμη, Εύβοια
Εύβοια, Κύμη

Κύπρος

Καρπάσια – Κυπριακή φορεσιά της πόλης Κύπρος

Νησιά Βορείου Αιγαίου

Σάμος Ψαρά Μυτιλήνη
Χίος, Πυργί Θάσος Νυφιάτικη, Θάσος
Χίος, Πυργί

Στα Δωδεκάνησα, είχαν γυναικεία φορεσιά από εσωτερικό βαμβακερό φόρεμα, φόρεμα με τρέσες και μαντήλι μέσης, ενώ η ανδρική τους φορεσιά, είχε ζακέτο βαμβακερό πουκάμισο, βράκα, ζωνάρι και μαντήλι κεφαλής.

Καστελλόριζο, Δωδεκάνησα Κάλυμνος, Δωδεκάνησα Νυφική Αστυπάλαιας
Νησιά Αιγαίου Νίσυρος

Οι Κυκλάδες, με χαρακτηριστικό λεπτό άσπρο πουκάμισο, πολύπτυχο φουστάνι και ζιπούνι από Ευρωπαϊκή ή ανατολίτικη στόφα για τις γυναίκες και στο κεφάλι το γιορτινό ή καθημερινό κεντητό μαντήλι, τις πιέτες ή το τσεμπέρι.

Η ανδρική φορεσιά, χασεδένιο ή βαμβακομέταξο πουκάμισο, μια σκουρόχρωμη εξωτερική βράκα, γνωστή ως καραμάνι (Ύδρα). Τη μέση τη ζώνανε ένα ή δύο ζωνάρια, που χρησιμεύαν για θήκες, κι ακόμα ένα σταυρωτό, αμάνικο γιλέκο, το κουμπούρι. Στο κεφάλι φόραγαν το φέσι.

Σποράδες

Νυφική Σκύρου, Σποραδες Νυφική Σκύρου, Σποραδες Σκιάθος, Σποράδες
Σκύρος, Σποράδες Βοσκός από τη Σκύρο, Σποράδες Νυφική Φορεσιά, Σκόπελος

Κρήτη, και η ανδρική κρητική φορεσιά, ανάμεσα στ΄ άλλα, είχε σαρίκι στο κεφάλι, βράκα, κάλτσες, γελέκι, υποκάμισο, ζώνη, ασημομάχαιρο, καδένα και στιβάνια. Η βράκα, είναι το κύριο στοιχείο της κρητικής φορεσιάς. Το παραδοσιακό γιορτινό υποκάμισο του Κρητικού ήταν υφαντό, μεταξωτό ή βαμβακερό, σε χρώμα κυρίως άσπρο. Το μαύρο υποκάμισο είναι πρόσφατη, πένθιμη κυρίως συνήθεια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς είναι το ασημομάχαιρο. Η πιο διαδεδομένη μορφή είναι αυτή που το τελείωμα της λαβής έχει σχήμα ουράς ψαριού.

Η γυναικεία φορεσιά της Σφακιανής, ήταν το υποκάμισο, που είχε και θέση μπλούζας, η φούστα, το μισοφόρι της μέσης, βράκα που καταλήγει στα γόνατα, το χρυσοζίπονο το ολοκέντητο, το βυζαντινό τυρμπάνι ή μαντήλι, κολαϊνες που αποτελούνται από 101 ή 202 φλουριά, το ζωνάρι μεταξωτό του αργαλειού ή βαμβακερό, και απαραίτητο συμπλήρωμα το ασημένιο μαχαιρίδιο (αργυρομπουνιαλάκι) που φορούσε πάντα στην μέση της η Σφακιανή, για να υπερασπίζεται την τιμή της.

Ανώγεια Κρήτη Σφακιά
Κρήτη

Επτάνησα, κι οι γυναικείες φορεσιές είχαν υιοθετήσει τη δυτικοευρωπαϊκή μόδα. Διέφεραν όμως ως προς τα υλικά, που άλλοτε ήταν υφασμένα στον αργαλειό κι άλλοτε εισαγόμενα από τη Βενετία, την Πόλη ή τη Σμύρνη. Έτσι στην Κεφαλλονίτικη ενδυμασία έχουμε γιλέκο πουκάμισο, φούστα, ποδιά, φλουριά και κεφαλόδεσμο.

Η ενδυμασία των ανδρών είναι βράκα πλισαρισμένη, σκούρου χρώματος. Το μαύρο τσόχινο γιλέκο ονομάζεται κουτσομάνα κι έχει δύο σειρές αργυρά κουμπιά. Το ζωνάρι είναι μάλλινο ή μεταξωτό, μαύρο ή κόκκινο. Στο κεφάλι φορούσαν φέσι, που αντικαταστάθηκε σε κάποια νησιά από ψάθινο καπέλο.

Κέρκυρα Κέρκυρα Λυκούρσι (Γαρίτσα) Κέρκυρα
Νυφική, Λευκάδα Λευκάδα, Επτάνησα

Ενδυμασίες επηρεασμένες από τα ευρωπαϊκά πρότυπα

Amalia dress Gala Part greek, part viennese
Επίσημη, πόλης

(* Περιλαμβάνονται πολύτιμες πληροφορίες από το άρθρο «Φορεσιά κι’ άρματα στην Επανάσταση» του Τάκη Λάππα τεύχος 546 του περιοδικού Νέα Εστία, 1950.)