Οι Φορεσιες των Ελληνων στα χρονια της επαναστασης

(Κάνοντας δεξί κλικ πάνω σε οποιαδήποτε φωτογραφία, μπορείτε να την ανοίξετε σε νέο tab και να την δείτε σε φυσικό μέγεθος)
Γυναίκα με φορεσιά από τα Μέγαρα και άνδρας με φουστανέλα.

Charles Edouard Edmond Delort (1841 – 1895)
Από το περιοδικό: "Le Tour du Monde", Paris 1879, σελ. 313.
Ημερομηνία Δημιουργίας: 1879.
Συλλέκτης: Peloponnesian Folklore Foundation Ίδρυμα: Europeana Fashion

Όταν σκεφτόμαστε τι φορεσιές να ντύνονταν άραγε οι Έλληνες την εποχή της Επανάστασης, το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό, είναι η φουστανέλλα και η στολή της προεδρικής φρουράς καθώς και οι πανομοιότυπες ενδυμασίες που φορούν οι χορευτικοί σύλλογοι παραδοσιακών χορών. Αν όμως κάποιος ερευνήσει λίγο παραπάνω, παρατηρήσει πιο προσεκτικά και δει εικόνες, παραστάσεις και πίνακες της εποχής, θα φτάσει μπροστά σε μιαν εξαιρετική ανακάλυψη: Η υπόδουλη Ελλάδα, ήταν ένα ατέλειωτο μωσαϊκό στο ντύσιμο, τόσο μοναδικό, που ίσως και να μην απαντάται σε καμία άλλη χώρα του κόσμου. Στο ντύσιμο εκείνων των Ελλήνων, δεν υπήρχαν μικρές παραλλαγές, λεπτομέρειες ή λεπτές διαφοροποιήσεις, αλλά ένα ολότελα ξεχωριστό ντύσιμο, όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά από το ένα χωριό στο… διπλανό του! Σχεδόν κανένα χωριό δεν ντυνόταν όμοια με το άλλο, και όπως σχεδόν σε όλες τις εποχές, αυτό αποτυπωνόταν πολύ πιο ζωντανά στο γυναικείο ντύσιμο. Τα χρόνια εκείνα μπορούσες να καταλάβεις από πού ερχόταν κάποιος, μόνο και μόνο κοιτάζοντας τα ρούχα του! Και όχι μόνο αυτό. Μπορούσες από τα ρούχα και μόνο να καταλάβεις τόσο το επάγγελμα, όσο και την τάξη του. Και βέβαια η διάκριση ανάμεσα σ΄ έναν βοσκό κι έναν προύχοντα, μοιάζει απλή. Το ίδιο ισχύει και στη σημερινή κοινωνία. Μα σκεφτείτε ότι τότε, ξεχώριζες με μια ματιά, το γεωργό από τον τσοπάνο.

Ας πιάσουμε λοιπόν να ξεχωρίζουμε τους Έλληνες την εποχή της Επανάστασης, από την κορφή ως τα νύχια!

Κεφάλι

Οι άνδρες στο κεφάλι, φορούσαν ένα κόκκινο φέσι, που τη βάση του τύλιγαν με τη μαντηλοδεσιά. Η μαντηλοδεσιά ήταν τριών ειδών:
-μεταξωτό μαντήλι ή κασπαστή,
-το χρυσοκέντητο πόσι,
-η άσπρη βαμβακερή πλουμιστή σερβέτα.

Σαφής εδώ η τούρκικη επίδραση. Χαλκογραφίες της εποχής με γνωστούς καπεταναίους αποκαλύπτουν πως κασπαστή φορούσαν μόνο οι Αθηναίοι, πόσι ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μακρυγιάννης και πότε-πότε ο Γέρος του Μοριά. Σερβέτα, φοραγαν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κι ο Πανουργιάς. Πολλοί δε φορούσαν μαντηλοδεσιά, μα ένα σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζαν να φορούν ο Γκούρας κι ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τον καιρό που ήταν μαγκιόρος (ταγματάρχης) του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Άλλοι φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετμεζάδες. Η φούντα και σ΄αυτό το φέσι, ήταν μικρή και στέκονταν στην κορφή. Η μακριά φούντα -όσο σχεδόν ολόκληρο το φέσι, διαδόθηκε στα χρόνια του Όθωνα, ήταν χαρακτηριστική των Σουλιωτών κι έγινε το επίσημο στοιχείο της φορεσιάς της βασιλικής κι αργότερα προεδρικής φρουράς, άλλωστε ολόκληρη η στολή της προεδρικής φρουράς, μοιαζει πολύ με κείνη των Σουλιωτών. Πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό, συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Γενικά τους προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή, το μέγεθος του καπέλου που φορούσε κανείς ήταν ανάλογο της κοινωνικής τάξης και της εξουσίας του, τα καπέλα των αξιωματούχων ήταν συνήθως πολύ μεγάλα.

Μαλλιά

Απ’ τη μαντηλοδεσιά ή το φέσι, πρόβαλαν τα μακριά τους μαλλιά. Τα μαλλιά τους δεν τα έκοβαν, μα τ’ αφήναν λυτά σαν χαίτη και βεβαίως τα περιποιόντουσαν ιδιαίτερα. Καθαρά και καλοχτενισμένα, τα άλειφαν με λάδι ή μεδουλάρι, αλοιφή από μεδούλι και μυρωδικά. Οι Μοραΐτες είχαν πιο μακριά μαλλιά από τους Ρουμελιώτες, ξακουστά ήταν τα ξανθά και σγουρά μαλλιά των Μαυρομιχάληδων.

Γελέκι

Τη φορεσιά των ανδρών, αποτελούσαν:
-το άσπρο πουκάμισο, κατάσαρκα φορεμένο, όχι όμως φαρδομάνικο όπως τα μεταγενέστερα χρόνια. Πάντα ξεκούμπωτο κι ανοιχτό μπροστά στο στήθος, χειμώνα καλοκαίρι.
-το γελέκι,
-η φέρμελη με τις δυο αράδες ασημοκεντημένα μεγάλα κουμπιά.

Μερικοί -αργότερα όλοι, αντί για φέρμελη βάζανε το μεϊντάνι. Η διαφορά του ήταν ότι ενώ η φέρμελη είχε μανίκια που τα φορούσαν, το μεϊντάνι είχε μανίκια ψεύτικα, διακοσμητικά, φοδραρισμένα με κόκκινο πανί που είτε μέναν λυτά να στολίζουν τους ώμους, είτε βρίσκονταν στις πλάτες πίσω σταυρωτά. Τα μεϊντανογίλεκα όπως λέγανε το γελέκι ή το μεϊντάνι, ήταν πάντα κεντημένα με χάρτσια μεταξένια πολύχρωμα και χρυσά τερτήρια (κορδόνια).

Φουστανέλλα

Στους καπεταναίους και τους γέροντες, μακριά ίσα με το γόνατο ή και κάτω ακόμα, με πυκνές και πολλές πτυχές (δίπλες ή λαγκιόλια). Στα παλληκάρια και τους νεώτερους, κοντή ως τους μηρούς και πιο ελαφριά με λιγότερες δίπλες. Στη Ρούμελη συνηθίζονταν πιο πολύ η κοντή με πολλές δίπλες – όπως σήμερα της προεδρικής φρουράς – ενώ στο Μοριά μακριά κι όχι πολύ πυκνή. Η φουστανέλλα ήταν καθιερωμένη σ’ όλη την Ελλάδα, εκτός από τους νησιώτες και τους ναυτικούς που φορούσαν βράκες. Η φουστανέλλα, το αστραφτερό, λευκό της χρώμα, για πολύ λίγο το κρατούσε. Μ’ αυτή σκούπιζαν το πρόσωπό και τα χέρια τους, το σουγιά τους και καμιά φορά τ' άρματά τους. Πολλά παλληκάρια για να μην πιάνει η φουστανέλα τους εύκολα «λέρα» την άλειφαν με ξύγκι.

Υποδήματα

Στα πόδια τους φορούσαν μακριές άσπρες κάλτσες από τραγόμαλλο, που υφαίνονταν στα Άγραφα. Οι τσόχινες μαύρες κάλτσες, κι’ ύστερα κόκκινες –μοιάζανε με τις γκέτες– σκέπαζαν μονάχα τη γάμπα και το πάνω μέρος του παπουτσιού και φορέθηκαν στα οθωνικά χρόνια. Και βέβαια, τα τσαρούχια, όχι όμως με φούντα μπροστά, αλλά μυτερά. Τα έφτιαχναν με ακατέργαστο βοδινό δέρμα κι ήταν πολύ ελαφριά και γερά. Στα πόδια τους τα στήριζαν δένοντάς τα γύρω στη γάμπα μ' ένα φαρδύ λουρί και το λουρί το έπιαναν απ’ την κάλτσα τους κάτω απ’ το γόνατο με τον τσαρουχοτοκά. ΄ Υπήρχε κι άλλος τρόπος, να πιάνουν τα τσαρούχια τους με ένα πισινό λουρί, το τσαγκαρόλουρο. Τα πρώτα τα φορούσαν στη Ρούμελη, τ' άλλα στο Μοριά. Οι φτωχότεροι φορούσαν γουρνοτσάρουχα, φτιαγμένα από δέρμα χοίρου.

Ντουλαμάς και φλοκάτες

Η φορεσιά τους, συμπληρωνόταν με τον ντουλαμά. Τον ρίχνανε πάνω τους σαν έπιανε κρύο και ήταν φτιαγμένος από τσόχα που την κεντούσαν με μαύρο μετάξι. Ο ντουλαμάς έφτανε ως τη μέση. Για τη βαρυχειμωνιά, είχαν τις φλοκάτες. Χωρίς μανίκια, που έφταναν ως κάτω απ’ το γόνατο. Σαν βρίσκονταν έξω το χειμώνα, χρησιμοποιούσαν τη φλοκάτα για στρωσίδι και για σκέπασμα. Για τον ίδιο σκοπό άλλοι είχανε την κάπα – ίδιο σχέδιο με τη φλοκάτη φτιαγμένη όμως από τραγόμαλλο και βαλμένη στις νεροτριβές για να πήξει και να μην περνάει η βροχή και το κρύο.

Σελλάχι

Το έζωναν στη μέση τους, αλλά να πιάνει στα πλάγια στην αριστερή μεριά και μπροστά το μισό αριστερό πλευρό. Ήταν φτιαγμένο από τσόχα κόκκινη, σπάνια μαύρη, φύλλα - φύλλα για να κάνουν τις θήκες και κεντημένο με πολλών τεχνοτροπιών χρυσά κεντήματα, μα τα πιο συνηθισμένα δράκοντες και γοργόνες. Το πέτσινο σελλάχι φορέθηκε στα χρόνια του Όθωνα. Στις μέσα θήκες του σελλαχιού, έβαζαν το ασημένιο τάσι τους για να πίνουν νερό, το τσαγκαροσούβλι για να μπαλώνουν τα τσαρούχια τους, το ρολόγι, ακόμα και το καλαμάρι με το φτερό. Ακόμα και το αντίδοτο για τα δηλητήρια, το παντσεχρί,είχε τη θέση του στο σελλάχι

Στολίδια

Η φορεσιά δε θα μπορούσε να μην έχει και τα στολίδια της, τσαπράζια ή τουσλούκια, όπως τα έλεγαν. Πρώτο ήταν το κουτσέκι. Στόλισμα ασημωμένο που στις τέσσερες πλευρές του κρεμόνταν σειρά από ψιλές αλυσίδες και κάλυπτε ολόκληρο το στήθος. Στηρίζονταν με θηλιές στις τέσσερες άκρες του στήθους, με τρίγωνα θηλυκωτήρια που είχαν ζωγραφισμένο πάνω τους με σαββάτι (μαύρο σμάλτο) συνήθως το δικέφαλο αητό. Στη μέση το κουτσέκι, σε μεγάλη πλάκα είχε τους πολεμικούς αγίους, τον Αη-Γιώργη και τον Αη-Δημήτρη. Απ’ τον αριστερό τους ώμο ήταν κρεμασμένο μ’ ασημένια αλυσίδα το στρογγυλό χαϊμαλί που έκλεινε μέσα του διάφορα φυλαχτά. Στις δυο όψεις του είχε σκαλισμένα τον προστάτη άγιο του ιδιοκτήτη του και τον Ευαγγελισμό ή την Ανάσταση. Στην δεξιά μεριά, είχαν το γυριστό ασημένιο σουγιά τους. Στο πίσω μέρος, στη μέση τους, στο λουρί του σελλαχιού, ήταν περασμένες οι δύο μπαλάσκες με πελεκημένα ανάγλυφα σχέδια . Μέσα βάζανε τα φουσέκια για τα ντουφέκια τους. Αριστερά πάλι απ’ τη λουρίδα του σελλαχιού κρεμόντανε τα φυσεκλίκια, με φουσέκια για τις κουμπούρες και μια θήκη που βάζανε τις τσακμακόπετρες, το μεδουλάρι, άλειμμα για τα ντουφέκια φτιαγμένο από μεδούλι και άλλες λιπαρές ύλες. Δεξιά κρέμονταν κι η πέτσινη καπνοσακκούλα τους. Όλα τούτα τα δένανε μ’ ασημένια και πλουμιστά ζωστάρια. Μπροστά στον αριστερό μηρό, σε μακριά λουριά περασμένα – σε δυο σε τρεις αράδες – κρεμόνταν τα στρογγυλά ή και τρίγωνα ασημένια γαντζούδια ή τοκάδες. Δυο όμοια γαντζούδια σκέπαζαν τα γόνατά τους. Τούτο το στόλισμα το συνήθιζαν πολύ πριν το 1800. Και βλέπουμε να φοράει κάτι τεράστια ο πατέρας του Οδυσσέα, ο γερο Αντρούτσος όπως μας τον παρουσιάζει παλιά ζωγραφιά. Και βέβαια, κουβαλούσαν τα άρματα τους.

Το γυναικείο ντύσιμο

Oι παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές αποτελούν συνέχεια της βυζαντινής ενδυμασίας, αλλά έχουν δεχτεί επιδράσεις, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση. Μοιάζουν πολύ με τις αντίστοιχες ενδυμασίες των γειτονικών λαών. Κύριο στοιχείο τους είναι το πουκάμισο, ένα φόρεμα με μανίκια, που αντίθετα με το ανδρικό,είναι μακρύ και φοριέται επίσης κατάσαρκα. Πάνω από αυτό φορούσαν είτε
-το καβάδι, ένα μακρύ, λινό ή μεταξωτό, φόρεμα με μανίκια, ανοιχτό μπροστά, είτε
-το σιγκούνι, ένα ολόμαλλο ρούχο, επίσης ανοιχτό μπροστά αλλά χωρίς μανίκια, που προτιμούσαν στις περιοχές με πιο ψυχρό κλίμα.

Νυφιάτικο Μακεδονίας Καβάδι Μακεδονικό Νυφιάτικο Μακεδονίας

Σε νησιά και σε παράλιες περιοχές συνηθιζόταν το φουστάνι, που προερχόταν από τα φορέματα των γυναικών της Δυτικής Ευρώπης. Σε γενικές γραμμές, οι γυναικείες φορεσιές ήταν πολύχρωμες και στολισμένες με πολλά κεντήματα. Η γυναικεία φορεσιά, στην αυλή του Όθωνα και της Αμαλίας, μεταμορφώθηκε σ΄ ένα ένδυμα ρομαντικού τύπου με στοιχεία φολκλόρ. Ήταν σε τεχνοτροπία Biedermeier και βασιζόταν στην αστική φορεσιά της Πελοποννήσου, η οποία συνηθιζόταν και στην Αθήνα, διαθέτοντας μπούστο καβαδιού και νησιωτικό ζιπούνι. Το φουστάνι ή το καβάδι κατασκευαζόταν από πολύτιμο ύφασμα (στόφα) και διέθετε ανοικτό μπούστο ώστε να είναι ορατό το ολοκέντητο ύφασμα (η τραχηλιά) του πουκάμισου. Το κοντογούνι (είδος γιλέκου με γούνα στα ανοίγματα του) ήταν σε σκούρες αποχρώσεις και κατά κύριο λόγο βελούδινο και χρυσοκέντητο. Στην κεφαλή οι ανύπαντρες γυναίκες φορούσαν καλπάκι (μικρό στρογγυλό κάλυμμα) ενώ οι παντρεμένες έφεραν φέσι με παπάζι (φούντα) το οποίο φτιαχνόταν από χρυσές κλωστές και καλυπτόταν από μαύρο βέλο.

Κόρινθος
Ζώνη Μακεδονίτικη Νυφιάτικες Ζώνες Θράκης

Ας δούμε κάποιες φορεσιές της Ελλάδας μας, όπου κάθε χωριό, κάθε περιοχή, έχουν τα δικά τους ξεχωριστά ρούχα.

Μια πολύ χαρακτηριστική, ιδιαίτερη περίπτωση, είναι η φορεσιά της Μάνης, τόσο των γυναικών, όσο και των ανδρών.

Οι Μανιάτες αν και στεριανοί, είχαν υιοθετήσει τη νησιώτικη φορεσιά, τη "βράκα", και τούτο γιατί οι συναλλαγές τους γίνονταν από τη θάλασσα και όχι απ΄ τη στεριά. Οι άνδρες φορούσαν βράκα σε σκούρο μπλε, πουκάμισο άσπρο φαρδύ κεντημένο στα μανίκια, κόκκινο γιλέκο κεντημένο με μαύρο κορδόνι, ριγωτό ζωνάρι, φέσι ή μαντήλι μαύρο (τσεμπεράκι), μαύρες κάλτσες και τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Όλα ήταν υφαντά, κεντημένα και φτιαγμένα από τους ίδιους.

Η γυναικεία μανιάτικη φορεσιά είναι πολύ χαρακτηριστική και την ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε πολλές άλλες στολές της Πελοποννήσου, μιας και φέρει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η φορεσιά λοιπόν αποτελείται από:
-το βελέσι, συνήθως σε σκούρο μπλε χρώμα, πουκάμισο μακρύ και κεντημένο στα άκρα, από πάνω. Στο βελέσι, στο κατωκόρμι, ήταν ραμμένη μια λωρίδα κατακόκκινη, πλάτους μιας πιθαμής, το μπουγάζι. Αν πέθαινε ο άντρας της, η γυναίκα πάνω στον τάφο του ξήλωνε ένα μέρος του μπουγαζιού. Αν πέθαινε ο αδερφός της, το ξήλωνε ολόκληρο.
-το κοντογούνι (μπόρκα ή καμιγιόλα), τη ζώνη, και στο κεφάλι το τσεμπέρι (ή τσεμπέρα). Πολλές φορές φορούσαν κεφαλογιούρι από μέσα κι από πάνω το τσεμπέρι, τσαρούχια και τη μπελερίνα.

Το χρώμα της τσεμπέρας ήταν ανάλογο της ηλικίας. Οι μικρότερες φορούσαν άσπρο ή κίτρινο ή ανοιχτό καφέ που με την ηλικία σκούραινε και γινόταν μαύρο στα γεράματα.

Στη Θράκη, η παραδοσιακή φορεσιά κατέχει επίσης ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις φορεσιές της Πατρίδας μας. Η υφαντική, η κεντητική τέχνη, οι εκατοντάδες παραλλαγές, η ποικιλία των σχεδίων και τα χρώματα που χρησιμοποιούνται την κάνουν πραγματικά να διαφέρει.

Η γυναικεία αποτελείται από το χαρακτηριστικό αμάνικο φουστάνι με τις κουρφουλήθρες, μακριά πουκαμίσα με κόκκινα μανίκια, ποδιά κεντημένη. Φοριέται, επίσης, με κεφαλόδεσμο.

Η ανδρική, γιλέκο, πουκάμισο,μπουραζάνα, ζωνάρι υφαντό και μαντήλι κεφαλής.

Θράκη Μακρά Γέφυρα Καβακλί, Ανατολική Ρωμυλία Έβρου Σουφλί, Θράκη
Σουφλί, Θράκη

Στη Μακεδονία, η ανδρική έχει μάλλινο αμάνικο κοντό παλτό (η κιουρντιά), πουκαμίσα, γαλανόλευκη ζώνη, καπέ (τοπικό καπέλο), και κάλτσες δηλαδή περικνημίδες ψηλές από λευκό σαγιάκι. Στο κεφάλι φορούν φέσι. Από τη Μακεδονίτικη φορεσιά αυτού του τύπου εμπνεύστηκαν στις αρχές του αιώνα μας τη στολή τους οι Μακεδονομάχοι.

Η γυναικεία ενδυμασία συναντάται σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τη περιοχή. Πάνω συνήθως λευκό, υφαντό πουκάμισο, ζιπούνι ή μιντάνι, κοντή ζακέτα με μανίκια από βελούδο. Το ζωνάρι είναι μακρύ μάλλινο, ριγέ στο πλάτος και διπλωμένο κατά μήκος στα δύο.

Παλιός θρύλος έλεγε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος παίρνοντας τις περικεφαλαίες από τους στρατιώτες τις έδωσε στις γυναίκες που φάνηκαν πιο γενναίες.

Αντάρτικο, Μακεδονία Μπάλτζα, Μελισσοχώρι, Μακεδονία Μακεδονική
Ασβεστοχώρι, Μακεδονία Επισκοπή, Μακεδονία Καπουτζίδα, Μακεδονία
Νυφική, Ρουμλούκι Μπούφι, Μακεδονία Νάουσσα, Μακεδονία
Χασιά, Μακεδονία Aσβεστοχώρι, Μακεδονία Χαλκιδική
Καβακλί, Μακεδονία Σιάτιστα, Μακεδονία Βέροια
Ρουμλούκι, Μακεδονία, φορεσιά ανύπαντρης γυναίκας Kαστοριά, Μακεδονία

Στην Ήπειρο, η ανδρική φορεσιά έχει γιλέκο, μάλλινη μπουραζάνα, πουκάμισο, ζωνάρι και καλπάκι.

Η γυναικεία, σεγκούνι, φόρεμα (ποκαμίσα), ποδιά και μαντήλα. Στα χωριά οι γυναίκες φορούσαν το σιγκούνι, έναν αμάνικο επενδύτη από μάλλινο ύφασμα, ανοιχτό εμπρός και κατακόρυφα. Στολιζόταν με επίρραπτη κόκκινη τσόχα και κεντήματα με πολύχρωμα κορδόνια, κορδονέτα και γαϊτάνια.

Στην Ήπειρο, υπάρχουν παραλλαγές φορεσιών, όπως η γιορτινή, η καθημερινή, του πένθους, του γάμου κ.λπ., οι οποίες διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή και από τάξη σε τάξη. Ιδιαίτερα είναι τα σεγκούνια και οι νυφιάτικες μπροστοποδιές της Ηπείρου.

Κουρέντης, Ήπειρος Δρυινούπολη Ηπειρος Ζαγόρι
Βόρειος Ήπειρος Ήπειρος Πωγώνι Ήπειρος
Ήπειρος Νυφική, Πωγώνι, Ήπειρος Μέτσοβο, Ήπειρος
Ήπειρος Σαρακατσάνικη Ηπείρου Ήπειρος
Πωγώνι, Ήπειρος Καραγκούνα, Ήπειρος Καπετανέικη, Β. Ήπειρος

Στη Θεσσαλία, η ανδρική φορεσιά εχει γιλέκο, φουστανέλλα, πουκάμισο, ζωνάρι, καλπάκι, περικνημίδες και περισκελίδα κι η γυναικεία γιλέκο, σαγιά, φόρεμα, πουκαμίσα, καβαδομάνικα –περιβραχιόνια καθώς και κεφαλόδεσμο.

Αυτή η φορεσιά είναι κυρίως της περιοχής ανάμεσα στο Βόλο,τη Λάρισα και τα Φάρσαλα και δεν συγγενεύει με τις υπόλοιπες γυναικείες καραγκούνικες φορεσιές.

Αλμυρός, Μαγνησία Καραγκούνα Θεσσαλία Πήλιο Θεσσαλία
Τρίκερι Θεσσαλίας Τρίκερι Θεσσαλίας

Ο Μωριάς, φορεί γιλέκο, φουστανέλλα, πουκάμισο, ζωνάρι, φέσι, γονατούρες -καλτσοδέτες και περισκελίδα. Χάρισε την Εθνική ενδυμασία του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδας (1832-1862).

Τα γυναικεία ρούχα ήταν εσωτερικό βαμβακερό φόρεμα με κέντημα εμπρός και στα μανίκια, εξωτερικό φόρεμα, ζώνη. Η γυναικεία φορεσιά, όσο πιο πλούσια ήταν η οικογένεια, τόσο πιο πολυτελής, και με ακριβά υφάσματα ήταν ραμμένη, βαριά, μεταξωτά και κατά προτίμηση κόκκινα ή κίτρινα-χρυσαφιά.

Σπέτσες Κόρινθος Άργος
Ύδρα Λεωνίδιο, Πελοπόννησος

Η Ρούμελη, η Στερεά κι οι Σαρακατσαναίοι, αγαπούν τη Φουστανέλλα.

Πολύπτυχη, λευκή και συνδεδεμένη με το αρματολίκι και την κλεφτουριά. Η σύνθεση της, το μπουντούρι και λευκές, πλεκτές, ψηλές κάλτσες. Οι κάλτσες τεντώνουν με τις γονατούρες, ενώ με τις κάλτσες, φορούσαν τσαρούχια με φούντα. Τέλος στο κεφάλι, μπαρέζι ή φέσι.

Οι κοπελιές, σεγκούνι και ποδιά, φόρεμα (ποκαμίσα) και μαντήλα κεφαλής, φλουριά και πόρπη.

Αττική Αττική, Νυφιάτικο Παρνασσός
Επίσημη κεντρική Ελλάδα Τανάγρα, Βοιωτία Κεντρική Ελλάδα
Αττική Κεντρική Ελλάδα Λοκρίδα, Λιβανατες
Σούλι Σούλι Μέγαρα
Νυφιάτικη, Σαλαμίνα Σαρακατσάνικη Αττικής Φωκίδα, Δεσφίνα
Μεσολόγγι Ελευσίνα Ναύπακτος
Γιορτινή φορεσιά Αττικής Γιορτινή χωρικού, Κεντρική Ελλάδα Γιορτινή φορεσιά, Μέγαρα

Εύβοια

Εύβοια, Αγία Άννα Εύβοια, Αιδηψός Επίσημη, Κύμη, Εύβοια
Εύβοια, Κύμη

Κύπρος

Καρπάσια – Κυπριακή φορεσιά της πόλης Κύπρος

Νησιά Βορείου Αιγαίου

Σάμος Ψαρά Μυτιλήνη
Χίος, Πυργί Θάσος Νυφιάτικη, Θάσος
Χίος, Πυργί

Στα Δωδεκάνησα, είχαν γυναικεία φορεσιά από εσωτερικό βαμβακερό φόρεμα, φόρεμα με τρέσες και μαντήλι μέσης, ενώ η ανδρική τους φορεσιά, είχε ζακέτο βαμβακερό πουκάμισο, βράκα, ζωνάρι και μαντήλι κεφαλής.

Καστελλόριζο, Δωδεκάνησα Κάλυμνος, Δωδεκάνησα Νυφική Αστυπάλαιας
Νησιά Αιγαίου Νίσυρος

Οι Κυκλάδες, με χαρακτηριστικό λεπτό άσπρο πουκάμισο, πολύπτυχο φουστάνι και ζιπούνι από Ευρωπαϊκή ή ανατολίτικη στόφα για τις γυναίκες και στο κεφάλι το γιορτινό ή καθημερινό κεντητό μαντήλι, τις πιέτες ή το τσεμπέρι.

Η ανδρική φορεσιά, χασεδένιο ή βαμβακομέταξο πουκάμισο, μια σκουρόχρωμη εξωτερική βράκα, γνωστή ως καραμάνι (Ύδρα). Τη μέση τη ζώνανε ένα ή δύο ζωνάρια, που χρησιμεύαν για θήκες, κι ακόμα ένα σταυρωτό, αμάνικο γιλέκο, το κουμπούρι. Στο κεφάλι φόραγαν το φέσι.

Σποράδες

Νυφική Σκύρου, Σποραδες Νυφική Σκύρου, Σποραδες Σκιάθος, Σποράδες
Σκύρος, Σποράδες Βοσκός από τη Σκύρο, Σποράδες Νυφική Φορεσιά, Σκόπελος

Κρήτη, και η ανδρική κρητική φορεσιά, ανάμεσα στ΄ άλλα, είχε σαρίκι στο κεφάλι, βράκα, κάλτσες, γελέκι, υποκάμισο, ζώνη, ασημομάχαιρο, καδένα και στιβάνια. Η βράκα, είναι το κύριο στοιχείο της κρητικής φορεσιάς. Το παραδοσιακό γιορτινό υποκάμισο του Κρητικού ήταν υφαντό, μεταξωτό ή βαμβακερό, σε χρώμα κυρίως άσπρο. Το μαύρο υποκάμισο είναι πρόσφατη, πένθιμη κυρίως συνήθεια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς είναι το ασημομάχαιρο. Η πιο διαδεδομένη μορφή είναι αυτή που το τελείωμα της λαβής έχει σχήμα ουράς ψαριού.

Η γυναικεία φορεσιά της Σφακιανής, ήταν το υποκάμισο, που είχε και θέση μπλούζας, η φούστα, το μισοφόρι της μέσης, βράκα που καταλήγει στα γόνατα, το χρυσοζίπονο το ολοκέντητο, το βυζαντινό τυρμπάνι ή μαντήλι, κολαϊνες που αποτελούνται από 101 ή 202 φλουριά, το ζωνάρι μεταξωτό του αργαλειού ή βαμβακερό, και απαραίτητο συμπλήρωμα το ασημένιο μαχαιρίδιο (αργυρομπουνιαλάκι) που φορούσε πάντα στην μέση της η Σφακιανή, για να υπερασπίζεται την τιμή της.

Ανώγεια Κρήτη Σφακιά
Κρήτη

Επτάνησα, κι οι γυναικείες φορεσιές είχαν υιοθετήσει τη δυτικοευρωπαϊκή μόδα. Διέφεραν όμως ως προς τα υλικά, που άλλοτε ήταν υφασμένα στον αργαλειό κι άλλοτε εισαγόμενα από τη Βενετία, την Πόλη ή τη Σμύρνη. Έτσι στην Κεφαλλονίτικη ενδυμασία έχουμε γιλέκο πουκάμισο, φούστα, ποδιά, φλουριά και κεφαλόδεσμο.

Η ενδυμασία των ανδρών είναι βράκα πλισαρισμένη, σκούρου χρώματος. Το μαύρο τσόχινο γιλέκο ονομάζεται κουτσομάνα κι έχει δύο σειρές αργυρά κουμπιά. Το ζωνάρι είναι μάλλινο ή μεταξωτό, μαύρο ή κόκκινο. Στο κεφάλι φορούσαν φέσι, που αντικαταστάθηκε σε κάποια νησιά από ψάθινο καπέλο.

Κέρκυρα Κέρκυρα Λυκούρσι (Γαρίτσα) Κέρκυρα
Νυφική, Λευκάδα Λευκάδα, Επτάνησα

Ενδυμασίες επηρεασμένες από τα ευρωπαϊκά πρότυπα

Amalia dress Gala Part greek, part viennese
Επίσημη, πόλης

(* Περιλαμβάνονται πολύτιμες πληροφορίες από το άρθρο «Φορεσιά κι’ άρματα στην Επανάσταση» του Τάκη Λάππα τεύχος 546 του περιοδικού Νέα Εστία, 1950.)